Skip to main content
Icon

Amy Winehouse: 20 χρόνια μετά, το «Back to Black» δεν χρειάζεται τον μύθο της

Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το «Back to Black» επιστρέφει με επετειακές εκδόσεις και σπάνιες ηχογραφήσεις. Μια ευκαιρία να ακούσουμε ξανά τη σπουδαία μουσικό πίσω από τον μύθο.

amywine00

Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το «Back to Black» επιστρέφει με επετειακές εκδόσεις και σπάνιες ηχογραφήσεις. Μια καλή ευκαιρία να θυμηθούμε ότι η Amy Winehouse ήταν πάνω απ’ όλα μια σπουδαία μουσικός. Κάτι που η βιομηχανία του θεάματος φρόντισε πολλές φορές να μας κάνει να ξεχάσουμε.

Είκοσι χρόνια μετά το Back to Black η δισκογραφική βιομηχανία έχει ξανά κάτι να μας πουλήσει από την Amy Winehouse. Επετειακές εκδόσεις, σπάνιες ηχογραφήσεις, εναλλακτικές εκτελέσεις, συλλεκτικά βινύλια. Το γνωστό τελετουργικό. Κάθε σημαντικός δίσκος αποκτά κάποια στιγμή τη δική του επέτειο, το δικό του πολυτελές κουτί και μια τιμή που κάνει τον παλιό συλλέκτη να αναρωτιέται αν πρέπει να αγοράσει για τέταρτη φορά το ίδιο άλμπουμ. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τις επανεκδόσεις. Έχω αγοράσει αρκετές για να δικαιούμαι να τις κοροϊδεύω. Μερικές μάλιστα είναι εξαιρετικές. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η συσκευασία αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη μουσική. Και στην περίπτωση της Amy Winehouse αυτός ο κίνδυνος υπάρχει εδώ και χρόνια.

Στις 27 Οκτωβρίου 2006 κυκλοφόρησε ένας δίσκος που άλλαξε τη διαδρομή της σύγχρονης βρετανικής ποπ. Το Back to Black πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα, κέρδισε βραβεία και έκανε μια νεαρή τραγουδίστρια από το βόρειο Λονδίνο παγκόσμιο φαινόμενο. Έφερε ξανά τη soul των δεκαετιών του ’50 και του ’60 στα ραδιόφωνα, χωρίς να ακούγεται σαν αναπαλαίωση για ανθρώπους που νοσταλγούν την εποχή πριν από το στερεοφωνικό. Ακούστε το You Know I’m No Good. Όχι τη φωνή πρώτα. Το μπάσο. Έχει εκείνο το βρόμικο, τεμπέλικο περπάτημα που κάνει το τραγούδι να μοιάζει λίγο με καβγά και λίγο με χορό. Τα ντραμς κρατούν έναν σταθερό χαλαρό ρυθμό, αφήνοντας στο μπάσο τον χώρο να οδηγήσει το κομμάτι. Τα πνευστά δίνουν τις απαραίτητες πινελιές, προσθέτοντας νεύρο και χαρακτήρα στον ρυθμό. Και πάνω σε αυτόν τον ρυθμό η Winehouse τραγουδά με χαρακτηριστική άνεση, παίζοντας με τις λέξεις, τις παύσεις και τον σαρκασμό που διαπερνά κάθε στίχο.

Εδώ βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της ιδιοφυΐας της. Στον τρόπο που τοποθετούσε τις λέξεις μέσα στον ρυθμό. Δεν ήταν η τραγουδίστρια που θα εντυπωσίαζε με δεκαπέντε νότες εκεί όπου αρκούσαν τρεις. Μπορούσε να καθυστερήσει μια συλλαβή, να αφήσει μια φράση μισοτελειωμένη, να δώσει σε μια απλή λέξη τόσο σαρκασμό ώστε να μη χρειάζεται καμία επεξήγηση. Είχε ακούσει Billie Holiday, Sarah Vaughan, Dinah Washington. Αλλά δεν προσπαθούσε να γίνει καμία από αυτές. Είχε επίσης μεγαλώσει με hip-hop, reggae και σύγχρονη R&B. Όλα αυτά συνυπήρχαν στον τρόπο που τραγουδούσε.

Ο πρώτος της δίσκος, το Frank του 2003, είχε ήδη αποδείξει ότι δεν ήταν άλλη μία καλή φωνή που περίμενε τον κατάλληλο παραγωγό. Η Winehouse έγραφε τραγούδια, είχε άποψη για τις ενορχηστρώσεις και διέθετε εκείνο το σπάνιο προσόν που δεν διδάσκεται σε κανένα ωδείο: γούστο. Στο Back to Black, ο Mark Ronson και ο Salaam Remi κατάλαβαν ότι δεν έπρεπε να της αλλάξουν κατεύθυνση. Έπρεπε να δημιουργήσουν τον κατάλληλο χώρο για να ακουστεί. Ο Ronson έφερε την αγάπη του για τη Motown, τις Ronettes και τη δραματικότητα της παλιάς αμερικανικής soul. Ο Remi είχε διαφορετική ρυθμική αντίληψη με ισχυρές επιρροές από τη jazz, το hip-hop και τη reggae. Η συνεργασία τους με τη Winehouse δημιούργησε έναν ήχο που έμοιαζε παλιός χωρίς να είναι ξεπερασμένος.

Το Rehab είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ένα τραγούδι με πνευστά, κοφτό ρυθμό και μια μελωδία που θα μπορούσε να είχε βγει από το 1965. Μόνο που οι στίχοι ανήκαν ολοκληρωτικά στο 2006. Μόνο που σήμερα είναι δύσκολο να ακούσεις αυτό το τραγούδι ανεπηρέαστος από όσα γνωρίζουμε για τη ζωή της. Το τραγούδι έχει φορτωθεί με τόση βιογραφία ώστε πολλοί ξεχνούν πόσο εξαιρετικό ποπ single είναι. Πόσο έξυπνα χτισμένο. Πόσο αστείο σε ορισμένα σημεία. Πόσο σίγουρο για τον εαυτό του. Δεν χρειάζεται να αγνοήσουμε το πραγματικό του περιεχόμενο. Χρειάζεται όμως να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε στίχο της Winehouse σαν σημείωμα που μας άφησε για να εξηγήσουμε εκ των υστέρων τη ζωή της.

Το ίδιο συμβαίνει με το Love Is a Losing Game. Μια λιτή συγκρατημένη ερμηνεία, στην οποία κάθε λέξη και κάθε παύση έχουν τη δική τους βαρύτητα. Η Winehouse τραγουδά για την ερωτική απογοήτευση με την εκφραστική ακρίβεια και την αίσθηση του μέτρου που χαρακτηρίζουν τις μεγάλες ερμηνεύτριες της jazz. Χωρίς υπερβολές, καταφέρνει να δώσει σε κάθε φράση την ένταση που χρειάζεται. Κι όταν το τραγούδι τελειώνει, θέλεις απλώς να το ακούσεις ξανά.

Το Tears Dry on Their Own κάνει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Χρησιμοποιεί τη μουσική βάση του Ain’t No Mountain High Enough των Ashford & Simpson για να αφηγηθεί έναν χωρισμό με ρυθμό που σχεδόν σε προκαλεί να χορέψεις. Ένα τραγούδι για την απογοήτευση που δεν κάθεται να κλάψει στον καναπέ. Φοράει τα παπούτσια του και βγαίνει έξω. Αυτή ήταν η Winehouse στην καλύτερη στιγμή της. Μια τραγουδοποιός που μπορούσε να συνδυάζει το χιούμορ με την αυτοκριτική και τη μελαγχολία με μια σχεδόν προκλητική ζωντάνια.

Στις 23 Οκτωβρίου 2026, το Back to Black επέστρεψε σε επετειακή έκδοση με επιπλέον ηχογραφήσεις και ζωντανό υλικό από τη συναυλία της στο Paradiso του Άμστερνταμ, τον Φεβρουάριο του 2007. Λίγες ημέρες νωρίτερα, το Roundhouse του Λονδίνου φιλοξένησε μια συναυλία αφιερωμένη στον δίσκο με τη συμμετοχή μουσικών και συνεργατών της. Οι επετειακές εκδηλώσεις έχουν τη χρησιμότητά τους. Ειδικά όταν θυμίζουν σε νεότερους ακροατές ότι κάποτε η ποπ μπορούσε να είναι εμπορική χωρίς να ακούγεται σαν να σχεδιάστηκε από επιτροπή μάρκετινγκ. Οι επανεκδόσεις όμως θέτουν και ένα ερώτημα που η δισκογραφική βιομηχανία δεν δείχνει πάντα πρόθυμη να απαντήσει.

Ποιος αποφασίζει ποια ανέκδοτη ηχογράφηση αξίζει να κυκλοφορήσει; Πότε ένα demo αποτελεί σημαντικό ιστορικό τεκμήριο και πότε είναι απλώς κάτι που ο δημιουργός του δεν θεώρησε αρκετά καλό για να δημοσιεύσει; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Οι πρόχειρες ηχογραφήσεις μπορούν να αποκαλύψουν πολλά για τη δημιουργική διαδικασία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε ηχογράφηση που έμεινε στο αρχείο προοριζόταν για δημοσίευση ή ότι το κοινό έχει δικαίωμα να ακούσει τα πάντα.

Στην περίπτωση της Winehouse το ζήτημα είναι ακόμη πιο ευαίσθητο. Ελάχιστοι καλλιτέχνες της γενιάς της εκτέθηκαν τόσο ανελέητα στον δημόσιο φακό. Η προσωπική της ζωή έγινε καθημερινό θέαμα. Οι δυσκολίες της μετατράπηκαν σε υλικό για πρωτοσέλιδα, τηλεοπτικά σχόλια και ατελείωτες φωτογραφίες. Το κοινό παρακολουθούσε. Τα μέσα ενημέρωσης πουλούσαν. Και η μουσική συχνά περίμενε στη γωνία.

Ο θάνατός της το 2011 σε ηλικία 27 ετών, ολοκλήρωσε με τον χειρότερο τρόπο μια αφήγηση που είχε αρχίσει να γράφεται ερήμην της. Η Winehouse εντάχθηκε αμέσως στη γνωστή μυθολογία των μουσικών που πέθαναν νέοι. Μια βολική κατηγορία για ντοκιμαντέρ, αφιερώματα και αναμνηστικές εκδόσεις. Πολύ λιγότερο χρήσιμη για να καταλάβουμε τι έκανε μέσα στο στούντιο. Γιατί εκεί βρίσκεται το σημαντικότερο. Η Amy Winehouse δεν ήταν μια τραγική φιγούρα που έτυχε να ηχογραφήσει έναν σπουδαίο δίσκο. Ήταν μια σπουδαία μουσικός που έζησε μια τραγική προσωπική ιστορία.

Ακούγοντας σήμερα το Back to Black εντυπωσιάζεσαι από το πόσο λιτή και προσεγμένη είναι η παραγωγή του. Δεν υπάρχουν ατελείωτα τραγούδια, υπερβολές ή ερμηνευτικές ακροβασίες. Έντεκα κομμάτια, περίπου τριάντα πέντε λεπτά μουσικής, και σχεδόν τίποτα περιττό. Ακόμη και η χαρακτηριστική της εμφάνιση, με το ψηλό χτένισμα και το έντονο eyeliner, ήταν επηρεασμένη από την αισθητική των γυναικείων συγκροτημάτων της δεκαετίας του ’60, όπως οι Ronettes. Δεν ήταν ένα τυχαίο vintage κοστούμι. Ήταν η οπτική συνέχεια ενός κόσμου που η Winehouse γνώριζε και αγαπούσε.

Είκοσι χρόνια μετά, η επιρροή του δίσκου παραμένει αισθητή. Η επιτυχία του συνέβαλε στη δημιουργία χώρου για τραγουδίστριες που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν παλιότερες μουσικές γλώσσες χωρίς να εγκαταλείψουν τη σύγχρονη ποπ. Δεν σημαίνει ότι όλες ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο. Σημαίνει ότι η Winehouse απέδειξε πως υπήρχε κοινό για κάτι που η βιομηχανία δεν είχε φανταστεί ως τόσο εμπορικό.

Είκοσι χρόνια αργότερα, επιστρέφουμε ξανά στον δίσκο. Δεν χρειάζεται να αγοράσουμε κάθε καινούργια έκδοση. Δεν χρειάζεται να ακούσουμε κάθε demo. Ούτε να ξαναδούμε τις πιο δυσάρεστες στιγμές της ζωής της για να αισθανθούμε ότι καταλάβαμε τα τραγούδια. Αρκεί να βάλουμε το Back to Black από την αρχή. Και αυτή τη φορά να προσέξουμε τη μουσικό που το έφτιαξε.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;