Skip to main content

Ο Τhe Rabbit Knows αφηγείται πώς ασχολήθηκε με το σκίτσο, γιατί απέκτησε το ψευδώνυμο Λαγός, εξαιτίας ποιου έργου δέχτηκε μέχρι και απειλές για τη ζωή του, τι σημαίνει γι’ αυτόν η τέχνη των σκίτσων. Με αφορμή την κυκλοφορία του πρώτου του βιβλίου από τις Εκδόσεις Κάκτος, ξεφυλλίζουμε μαζί μια διαδρομή που ξεκινά από τον Garfield και τα παιδικά τετράδια, περνά από τη Βαβέλ, τον Αρκά και τον Asterix, φτάνει στις «Αναρχίες» και συναντά –χωρίς να το επιδιώκει– το virality, το hate και τις απειλές. Ένα ταξίδι που γίνεται πάντα με το χέρι: πενάκι, μολύβι, χαρτί. Σαν να επιμένει ότι η σκέψη πρέπει πρώτα να λερωθεί για να αποκτήσει μορφή. Σε αυτή τη συνέντευξη δεν υπάρχει μανιφέστο, ούτε πολεμική διάθεση. Υπάρχει μια ήρεμη επιμονή: ότι το σκίτσο μπορεί να είναι πολιτικό χωρίς να ουρλιάζει, αιχμηρό χωρίς να γίνεται βίαιο, και βαθιά ανθρώπινο χωρίς να ζητά συγγνώμη. Όπως ακριβώς και ο δημιουργός του.

Από μικρός διάβαζα πολλά κόμικ. Προτιμούσα τα χιουμοριστικά και όχι τόσο αυτά με τους σούπερ ήρωες. Το αγαπημένο μου ήταν ο Garfield, από το οποίο μάλιστα ξεκίνησα να αντιγράφω τις μορφές σε διάφορες παραλλαγές. Ως παιδί μου έκανε κλικ το απαθές, κυνικό χιούμορ του. Έχω συλλογή από σειρές Garfield, τις διαβάζει τώρα η κόρη μου. Στην εφηβεία ανακάλυψα τη Βαβέλ, τον Asterix και τον Αρκά.

Τα σκίτσα μου τα δουλεύω κυρίως με πενάκι, μολύβι, ξυλομπογιές δηλαδή με πολύ παραδοσιακά υλικά. Όλα στο χέρι τα κάνω και μετά τα σκανάρω. Δούλεψα μια μικρή περίοδο και ψηφιακά αλλά επέστρεψα γρήγορα στο σχέδιο με το χέρι.

To «Λαγός» έγινε παρατσούκλι μου κάπως τυχαία. Ήμουν φοιτητής όταν βρέθηκα στη Μύκονο με μια μεγάλη παρέα ξενυχτώντας μέχρι το πρωί και λέγοντας ανέκδοτα, που και για κάποιο εντελώς σουρεάλ και μεθυσμένο λόγο αφορούσαν όλα λαγούς. Εκείνη την περίοδο έπαιζα ως DJ σε διάφορα μπαρ της Θεσσαλονίκης και χρειαζόμουν ένα ψευδώνυμο, οπότε μου κόλλησε το Λαγός. Στον χώρο της σκιτσογραφίας το να έχεις ψευδώνυμο και συνηθίζεται και ταιριάζει με την όλη κουλτούρα της. Επιπλέον, όταν τα σκίτσα άρχισαν να γίνονται viral κατάλαβα ότι η ανωνυμία είναι κατά κάποιο τρόπο μια μορφή προστασίας ενάντια στα κύματα hate που κατά καιρούς μπορεί να πέσουν πάνω μου.

Tην πρώτη μου έκθεση την έκανα στην Ολλανδία και συγκεκριμένα στην Ουτρέχτη, το 2012. Ήταν σκίτσα από τη σειρά “Mice who prefer to fail”. Τα σκίτσα μου φιλοξενήθηκαν σε ένα ξενοδοχείο που διέθετε και μια μικρή γκαλερί. Την είχα ευχαριστηθεί πολύ την έκθεση, ήρθαν φίλοι μου, ήρθαν φίλοι φίλων μου, πέρασα τέλεια. Βέβαια, μετά κατάλαβα ότι για τους Ολλανδούς όλο αυτό ήταν λίγο “exotic”, δηλαδή ωραία φάση ο Έλληνας που σκιτσάρει αλλά μέχρι εκεί.

Η σειρά της «Αναρχίας» προέκυψε ως έμπνευση από τα σκίτσα του σπουδαίου Ισλανδού σκιτσογράφου Hugleikur Dagsson. Έκανα παραλλαγές πάνω στο σκίτσο του “Anarchy in the UK” παίζοντας με τη βασική ιδέα. Δουλεύοντας τις διασκευές, αυτές απέκτησαν τη δική τους ζωή και έτσι γεννήθηκε η «Αναρχία».

Είμαι πιο κοντά στη σκιτσογραφία -που μου αρέσει πολύ και ως λέξη- παρά στη γελοιογραφία. Με έχουν επηρεάσει προφανώς ο Dagsson, ο Quinno, o Saul Steinberg και η Liana Finck -από το New Yorker και οι δύο.

Δεν περίμενα ποτέ ότι τα σκίτσα μου θα γίνουν viral. Από τα πρώτα που κυκλοφόρησαν πολύ ήταν το «Αναρχία στην κούκλα μου τη γλυκιά» και μετά εκείνα με τη Μήδεια. Ξεκίνησα να δουλεύω την «Αναρχία» γιατί πρώτα απ’ όλα γελούσα εγώ και έτσι σιγά σιγά άρχισαν να μαζεύονται σκίτσα. Κοιτώντας προς τα πίσω όσα είχα κάνει έβλεπα ότι μου άρεσαν. Ακολούθησαν οι εκθέσεις «Αναρχία στη νοσταλγία» το 2018 και «Αναρχία στα παραμύθια» το 2023. Η λογική της σειράς είναι να ανατρέψω τα στερεότυπα για να πω τι πιστεύω για ένα θέμα.

Πριν λίγα χρόνια ήμουν διακοπές με φίλους, λέγαμε μαλακίες, γελάγαμε, μία απ’ αυτές τη ζωγράφισα και την ανέβασα στα σόσιαλ, ήταν «Ο Βαγγελισμός της Θεοτόκου» όπου έφτιαξα την Παναγία με μουστάκι. Με το που ανεβάζω το σκίτσο, για δύο τρεις ώρες δεν ασχολήθηκα, άλλωστε ήμασταν διακοπές, κάναμε μπάνιο, περνούσαμε ωραία. Κάποια στιγμή ανοίγω το κινητό μου και βλέπω ότι γίνεται πανηγύρι από μηνύματα και σχόλια που με έβριζαν. Κράτησε κάποιες ημέρες αυτό, ήταν σα να είχε ανοίξει κάποια μαύρη τρύπα του ίντερνετ που ξερνούσε hate και απειλές. Υποπτεύομαι ότι το σκίτσο αναπαράχθηκε σε συγκεκριμένα σάιτ και έφτασε σε ένα κοινό που καθόλου δεν συμφωνεί με αυτό το χιούμορ. Στην αρχή το πήρα όλο αυτό σχετικά χαλαρά. Αλλά μετά, όταν άρχισαν να έρχονται απειλητικά μηνύματα, δαγκώθηκα. Επίσης, μου έκανε τρομερή εντύπωση το θράσος αυτών των ανθρώπων. Κυρίες με το ονοματεπώνυμο τους, με μαλλί κομμωτηρίου και με την ελληνική σημαία στην cover photo έστελναν μηνύματα όπως «Κωλόπαιδο, θα σε βρουν σε χαντάκι, σε ψάχνουμε και θα σε βρούμε».

Ήταν κάτι που δεν είχα ζήσει ξανά. Πιστεύω ότι υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες: αυτοί που ψάχνονται για καβγά στο ίντερνετ, που τρελαίνονται να κάνουν επιθέσεις, που έχουν σήμερα στόχο εμένα, αύριο κάποιον άλλον και υπάρχουν και αυτοί που όντως νιώθουν προσβεβλημένοι και επιτίθενται. Θεωρώ ότι οι πρώτοι είναι περισσότεροι από τους δεύτερους και ότι από τους δεύτερους αυτοί που πραγματικά προσβάλλονται σπάνια θα επιδοθούν σε hate comments, συνήθως είναι πιο εσωτερικοί. Πάντως, ξέρω ότι το χιούμορ μου είναι περισσότερο περιπαικτικό και λιγότερο στρατευμένο. Άλλοι σκιτσογράφοι πάνε συνειδητά για πόλεμο. Εγώ μάλλον τυχαία βρέθηκα στο στόχαστρο. Πέρσι που έγινε το σκηνικό με τον βουλευτή της Νίκης στην Εθνική Πινακοθήκη ανέβασα πάλι ένα σκίτσο που απεικόνιζε την Παναγία με μουστάκι. Παραδέχομαι ότι το σκεφτόμουν έξι μέρες πριν αποφασίσω να το δημοσιεύσω στα social. Όχι γιατί θεωρώ ότι η σάτιρα πρέπει να λογοκρίνεται, αλλά γιατί δεν γουστάρω να σκάει όλο αυτό το hate πάνω μου. Τελικά όμως αποδέχομαι ότι αυτό συμβαίνει κι απλώς συνεχίζω να κάνω τα δικά μου. Είναι σημαντικό να μην σταματάμε. Για παράδειγμα, είναι σημαντικό ότι ο Γιώργος Μικάλεφ αθωώθηκε από τις μηνύσεις που έφαγε γιατί σατίρισε τη φιλοχρηματία της Εκκλησίας.

Έχω δεχθεί και κριτική ότι το χιούμορ μου είναι γλυκανάλατο και ότι στους καιρούς που ζούμε, που είναι όντως ακραίοι, το χιούμορ οφείλει να είναι πιο εριστικό. Υιοθετώ την άποψη ότι η σκιτσογραφία είναι μια τέχνη που διεκδικεί να υπάρχει και όχι να αρέσει. Οπότε μια χαρά είναι να θες τα πράγματα πιο μαχητικά και να πράττεις κατά αυτό τον τρόπο αλλά δεν είμαι εγώ αυτό. Προσωπικά, προτιμώ το σκίτσο να σε φέρνει σε μια αμηχανία ως προς τις βεβαιότητές σου. Πέρσι είχα κάνει μια σειρά έξι σκίτσων με τίτλο «Έρχονται οι ξένοι», για το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και είχαμε καταλήξει με τον Λευτέρη Παπαγιαννάκη -τον πρόεδρο του Συμβουλίου- ότι το χιούμορ έπρεπε να είναι ταυτοχρόνως πολιτικό και προσβάσιμο. Είμαι πολύ ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα γιατί νιώθω ότι έτσι μπορεί να φτάσει σε κάποιον που διαφωνεί αλλά τουλάχιστον είναι έτοιμος να ακούσει.

Το βιβλίο του The Rabbit Knows κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάκτος.