Skip to main content

Κάποια στιγμή πρέπει να το πούμε καθαρά. Tο Πάσχα δεν είναι αυτή η ωραία φωτισμένη ιστορία που μας έμαθαν. Δεν είναι τα τραπέζια, τα stories και τα Χριστός Ανέστη που ανταλλάσσονται μηχανικά. Είναι κάτι πιο άβολο, κάτι που αν το πάρεις στα σοβαρά, σου χαλάει τη βολή.

Υπάρχουν δύο Πάσχα σε αυτή τη χώρα. Το ένα το ξέρεις καλά. Μυρίζει αρνί, καμένο φυτίλι και οικογενειακή υποχρέωση. Είναι το Πάσχα που χωράει σε ένα Instagram story, λίγο φως, λίγη συγκίνηση, λίγο να είμαστε καλά. Ένα τελετουργικό επανάληψης που σε κάνει να νιώθεις ότι κάτι έγινε, ενώ στην πραγματικότητα δεν άλλαξε τίποτα.

Και μετά υπάρχει το άλλο. Αυτό που δεν φωτογραφίζεται. Αυτό που δεν χωράει σε ευχές. Αυτό που δεν τελειώνει με το Χριστός Ανέστη, αλλά ξεκινάει από εκεί. Γιατί αν η ιστορία της Ανάστασης είναι αληθινή, όχι θεολογικά αλλά υπαρξιακά, τότε δεν είναι παρηγοριά. Είναι πρόβλημα. Το πιο ειλικρινές Ευαγγέλιο, το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, αυτό που δεν προσπαθεί να σε καθησυχάσει, είναι εκείνο που τελειώνει με φόβο. Οι γυναίκες βρίσκουν τον τάφο άδειο και δεν τρέχουν να πανηγυρίσουν. Τρέχουν να φύγουν. Δεν μιλάνε σε κανέναν. Φοβούνται. Και έχουν δίκιο.

Γιατί ένας κόσμος όπου ο θάνατος δεν είναι το τέλος είναι ένας κόσμος που δεν ελέγχεται. Ένας κόσμος όπου τίποτα δεν κλείνει οριστικά. Όπου δεν μπορείς να θάψεις την αποτυχία σου, την αδικία, τη βία και να πεις έτσι είναι τα πράγματα. Σε έναν τέτοιο κόσμο όλα επιστρέφουν. Όχι όπως ήταν αλλά σαν απαίτηση. Απαίτηση για αλλαγή. Απαίτηση για ευθύνη. Απαίτηση για ζωή εκεί που έχεις βολευτεί στον θάνατο. Και αυτό είναι που μας τρομάζει. Την απελπισία τη γνωρίζουμε. Την έχουμε κάνει σύστημα. Την έχουμε κανονικοποιήσει. Ξέρουμε πώς να ζούμε με αυτήν. Τη βάζουμε σε τίτλους, σε δελτία ειδήσεων, σε συζητήσεις καφενείου. Τη διαχειριζόμαστε.

Η Ανάσταση δεν είναι μια ιστορία για να θαυμάζεις από απόσταση. Είναι ένα τεστ που σε τοποθετεί μέσα στον κόσμο που ήδη ξέρεις, με τους ίδιους ανθρώπους, τις ίδιες αδικίες, τις ίδιες εκκρεμότητες, και σου αφαιρεί το πιο βολικό άλλοθι: ότι τίποτα δεν αλλάζει. Από εκεί και πέρα η ερώτηση είναι αν εσύ θα ζήσεις σαν να σημαίνει κάτι.

Αλλά η ελπίδα; Η ελπίδα είναι επικίνδυνη. Γιατί δεν σε αφήνει να κάτσεις ήσυχος. Σε στέλνει πίσω στον ίδιο κόσμο, αυτόν με την ακρίβεια, τη διαφθορά, την κούραση, τη μικρή καθημερινή παραίτηση και σου λέει:

Κάνε κάτι. Όχι αύριο. Τώρα.

Και εκεί αρχίζει το πρόβλημα. Γιατί κανείς δεν θέλει πραγματικά να ζήσει σε έναν κόσμο όπου τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν. Όχι στ’ αλήθεια. Όχι με κόστος. Είναι πιο εύκολο να ανάψεις μια λαμπάδα παρά να αλλάξεις τη ζωή σου. Πιο εύκολο να πεις Χριστός Ανέστη παρά να πιστέψεις ότι κάτι μπορεί όντως να αναστηθεί. Όχι μεταφορικά. Πραγματικά. Και όμως, αυτό είναι το στοίχημα.

Όχι αν πιστεύεις. Αλλά αν αντέχεις τις συνέπειες του να πιστεύεις.

Γιατί αν το Πάσχα σημαίνει κάτι, τότε σημαίνει ότι τίποτα δεν τελειώνει όπως νομίζεις. Ότι οι ήττες δεν κλείνουν. Ότι οι χαμένες ευκαιρίες δεν εξαφανίζονται. Ότι αυτό που έθαψες, σχέσεις, ιδέες, εκδοχές του εαυτού σου, μπορεί να επιστρέψει. Και θα σε βρει απροετοίμαστο. Δεν υπάρχει τίποτα βολικό σε αυτό.

Και αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο της Ανάστασης. Όχι ότι κάποιος γύρισε από τους νεκρούς.
Αλλά ότι δεν έχεις καμία δικαιολογία να μείνεις ο ίδιος. Γι’ αυτό την κρατάμε σε απόσταση. Την κάνουμε φως, ήχο, εικόνα, συνήθεια. Την αφήνουμε να περάσει από πάνω μας χωρίς να μας ακουμπήσει. Για να μπορούμε να επιστρέψουμε τη Δευτέρα στην ίδια ακριβώς εκδοχή του κόσμου. Και το κάνουμε με επιτυχία. Κάθε χρόνο.

Αν το Πάσχα είναι αλήθεια, τότε δεν υπάρχει ασφαλές σημείο να κρυφτείς γιατί ακόμα και ό,τι έθαψες, ξέρει τον δρόμο της επιστροφής.

Αν η Ανάσταση ήταν αληθινή δεν θα τη γιορτάζαμε θα τη φοβόμασταν.