Skip to main content

Ο Τζον Τζόρνο θυμόταν τις νύχτες που επέστρεφε με τον Άντι Γουόρχολ από πάρτι στη Νέα Υόρκη. Ήταν συχνά τις πρώτες πρωϊνές ώρες. Ο Τζόρνο, νεαρός Αμερικανός ποιητής της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας ξάπλωνε να κοιμηθεί. Ο Γουόρχολ έστηνε φώτα, ετοίμαζε την κάμερα και άρχιζε να τραβά. Δεν υπήρχε σενάριο ούτε η υπόσχεση μιας σπουδαίας σκηνής. Ένας άνθρωπος κοιμόταν και κάποιος τον παρατηρούσε. Από εκείνες τις νύχτες γεννήθηκε το Sleep, μια ταινία του 1963 διάρκειας πέντε ωρών και 21 λεπτών. Αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε το φιλμ. Ο Τζόρνο δεν ήταν ένα τυχαίο μοντέλο που επιστρατεύτηκε για ένα καλλιτεχνικό αστείο. Ήταν ένας άνθρωπος που ο Γουόρχολ γνώριζε από κοντά, μέσα σε μια σχέση που η Αμερική της εποχής προτιμούσε να μένει αθέατη. Ο φακός πλησίαζε το σώμα του και η ιδιωτική οικειότητα προοριζόταν ξαφνικά για αγνώστους. Στην πρεμιέρα του Sleep, τον Ιανουάριο του 1964, βρέθηκαν μόλις εννέα θεατές. Δύο έφυγαν προτού συμπληρωθεί η πρώτη ώρα. Όσοι έμειναν τι ακριβώς παρακολουθούσαν; Έναν ύπνο, ένα πείραμα ή μια ερωτική ματιά που δεν τολμούσε ακόμη να πει το όνομά της;

Ούτε ο χρόνος ήταν τόσο αθώος όσο φαινόταν. Το Sleep δεν αποτελεί μια αδιάκοπη πεντάωρη καταγραφή. Ο Γουόρχολ επαναλάμβανε μικρά κινηματογραφικά αποσπάσματα, επιμηκύνοντας την εικόνα ώσπου η αναπνοή και η παραμικρή κίνηση να αποκτήσουν δυσανάλογο βάρος. Δεν μας έδειχνε απλώς πόσο διαρκεί ο ύπνος. Κατασκεύαζε έναν διαφορετικό χρόνο για να τον κοιτάξουμε. Η πλήξη αντί να αποτελεί λόγο να φύγουμε από την αίθουσα, γινόταν μέρος της εμπειρίας.

Μέχρι τότε ο Γουόρχολ είχε ήδη ζωγραφίσει τις κονσέρβες σούπας Campbell’s και είχε πολλαπλασιάσει σε μεταξοτυπίες τα πρόσωπα των διάσημων. Στον κινηματογράφο βρήκε μια νέα μηχανή παραγωγής εικόνων, μόνο που το υλικό της ήταν η ανθρώπινη παρουσία. Από το 1963 έως το 1968 δημιούργησε σχεδόν 650 κινηματογραφικά έργα, από σύντομα πορτρέτα μέχρι μεγάλου μήκους ταινίες, άλλοτε αυτοσχεδιαστικές και άλλοτε οργανωμένες. Η φαινομενική του απάθεια ήταν συχνά μια πολύ συγκεκριμένη σκηνοθετική απόφαση.

Στο Empire του 1964 η κάμερα μένει στραμμένη στο Empire State Building. Ο ουρανός σκοτεινιάζει, κάποια παράθυρα φωτίζονται, το κτίριο σχεδόν εξαφανίζεται μέσα στη νύχτα. Η προβολή διαρκεί οκτώ ώρες και πέντε λεπτά, επειδή ο Γουόρχολ επέλεξε χαμηλότερη ταχύτητα προβολής από εκείνη της λήψης. Η Νέα Υόρκη, η πόλη που διαφήμιζε τον εαυτό της ως ακούραστη, αποκτά ένα πορτρέτο στο οποίο σχεδόν τίποτα δεν κινείται. Δεν μας προσφέρει δράση. Μας αφήνει μόνους με την προσδοκία της.

Στα Screen Tests η ίδια δοκιμασία αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο. Η Σούζαν Σόνταγκ, ο Σαλβαδόρ Νταλί, η Έντι Σέντζγουικ και πολλοί άγνωστοι κάθονται απέναντι από έναν ακίνητο φακό. Τους ζητείται να μην κινούνται. Η προβολή επιβραδύνει ακόμη περισσότερο τις αντιδράσεις τους. Ένα βλέμμα που φεύγει από την κάμερα, ένα χαμόγελο που συγκρατείται, μια αμηχανία γίνονται ολόκληρα μικρά δράματα. Όσο περισσότερο προσπαθούν να μείνουν φυσικοί, τόσο πιο φανερό γίνεται ότι η φυσικότητα μπροστά σε έναν φακό, είναι δύσκολη δουλειά.

Το Factory δεν ήταν απλώς το εργαστήριο όπου συνέβαιναν όλα αυτά. Ήταν ένας χώρος στον οποίο άνθρωποι της τέχνης, της μουσικής, της νυχτερινής ζωής και της περιθωριοποιημένης Νέας Υόρκης μπορούσαν να επινοήσουν ξανά τον εαυτό τους. Ο Γουόρχολ τους ονόμασε «superstars», σατιρίζοντας και ταυτόχρονα αντιγράφοντας το Χόλιγουντ. Ο Γουόρχολ τους έκανε γνωστούς στο ευρύ κοινό, αλλά η εικόνα που σχημάτιζαν οι άλλοι γι’ αυτούς περνούσε πρώτα από τη δική του κάμερα. Η κάμερα άνοιγε πόρτες. Μπορούσε επίσης να μετατρέψει έναν άνθρωπο σε αιχμάλωτο της δημόσιας εικόνας του.

Η Έντι Σέντζγουικ γνώρισε τη διασημότητα μέσα από τις ταινίες του Γουόρχολ, αλλά σύντομα έγινε δύσκολο να ξεχωρίσει η πραγματική γυναίκα από την εικόνα που είχε δημιουργηθεί γύρω της. Στο Outer and Inner Space, το 1965, κάθεται δίπλα σε μια τηλεόραση που προβάλλει τη προηγούμενη βιντεοσκόπησή της. Βλέπουμε την Έντι και ταυτόχρονα την Έντι ως εικόνα σε δύο παράλληλες προβολές. Η γυναίκα μοιάζει στιγμές να συνομιλεί με τον εαυτό της, όμως το καταγεγραμμένο πρόσωπο δεν της απαντά. Είναι μια σκηνή πολύ πιο ανησυχητική από οποιαδήποτε εύκολη προφητεία για τα κοινωνικά δίκτυα: πόσο χώρο αφήνει στον πραγματικό άνθρωπο η εικόνα που τον έχει ήδη αντικαταστήσει;

Ο κινηματογράφος του Γουόρχολ δεν ήταν ένας αδιάκοπος αυτοσχεδιασμός. Στο Chelsea Girls του 1966, ο Γουόρχολ προέβαλλε δύο διαφορετικές σκηνές ταυτόχρονα, τη μία δίπλα στην άλλη, αφήνοντας τον θεατή να επιλέξει ποια θα παρακολουθήσει. Ο θεατής έπρεπε διαρκώς να επιλέγει πού θα κοιτάξει, γνωρίζοντας ότι στην άλλη πλευρά κάτι του διέφευγε. Η προσοχή γινόταν μέρος του έργου. Αλλά ο Γουόρχολ δεν είναι ο εφευρέτης του TikTok ούτε ο μυστικός πατέρας των reality shows. Αυτό που διέκρινε ήταν πιο απλό και πιο άβολο: η παρουσία της κάμερας μπορεί να αλλάξει όσα προσποιείται ότι καταγράφει.

Ο Τζόρνο, στο μεταξύ, ακολούθησε τη δική του διαδρομή. Το 1969 έστησε το Dial-A-Poem: οποιοσδήποτε μπορούσε να τηλεφωνήσει και να ακούσει δωρεάν ένα ηχογραφημένο ποίημα. Εκείνος που είχε γίνει εικόνα ενώ κοιμόταν αναζητούσε τώρα έναν τρόπο να φτάνει η ανθρώπινη φωνή σε αγνώστους. Με διαφορετικά μέσα, ο Γουόρχολ και ο Τζόρνο αναζητούσαν το ίδιο πράγμα: να φέρουν την τέχνη πιο κοντά στην καθημερινή ζωή.

Από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, το Μουσείο Άντι Γουόρχολ προβάλλει καθημερινά το Sleep. Ο Γουόρχολ κινηματογραφούσε έναν άνθρωπο που κοιμόταν. Εμείς κινηματογραφούμε τον εαυτό μας για να αποδείξουμε πως ζούμε. Το παράξενο δεν είναι ότι κάποιος μπορούσε τότε να παρακολουθεί επί πέντε ώρες έναν άνθρωπο που δεν έκανε τίποτα. Είναι ότι σήμερα δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε πως μια στιγμή που δεν καταγράφηκε υπήρξε πραγματικά.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;