Σε ένα από τα εστιατόρια της ιταλικής ένωσης Buon Ricordo, το τέλος του γεύματος κρύβει μια μικρή ανατροπή. Όποιος επιλέξει το ειδικό μενού, βασισμένο σε μια χαρακτηριστική συνταγή του τόπου, παίρνει μαζί του ένα ζωγραφισμένο κεραμικό πιάτο. Επάνω του αναγράφονται το όνομα του εστιατορίου, η σπεσιαλιτέ που μόλις δοκίμασε και συχνά κάτι από την περιοχή όπου μαγειρεύτηκε. Το γεύμα τελειώνει στο τραπέζι. Το πιάτο που το θυμίζει μπορεί να μείνει για δεκαετίες στον τοίχο ενός σπιτιού. Το Buon Ricordo —«Καλή Ανάμνηση»— είναι μια ένωση ιταλικών εστιατορίων που δημιουργήθηκε το 1964 για να προστατεύσει και να προβάλει τις διαφορετικές τοπικές κουζίνες της χώρας. Τα συλλεκτικά της πιάτα δεν προέκυψαν από κάποιο παλιό οικογενειακό έθιμο ούτε από μια ιστορία χαμένη στην Αναγέννηση. Ήταν επινόηση του διαφημιστή Ντίνο Βιλάνι, ο οποίος κατάλαβε νωρίς ότι μια παράδοση επιβιώνει ευκολότερα όταν γίνεται επιθυμητή.
Η Ιταλία των αρχών της δεκαετίας του 1960 βρισκόταν μέσα στην ορμή του οικονομικού θαύματος. Οι Ιταλοί ταξίδευαν περισσότερο, έτρωγαν συχνότερα έξω και γοητεύονταν από τα διεθνή πρότυπα. Η γαλλική υψηλή γαστρονομία διέθετε κύρος, ενώ οι τοπικές κουζίνες της ιταλικής επαρχίας συχνά αντιμετωπίζονταν σαν κατάλοιπο ενός φτωχότερου παρελθόντος. Σήμερα που η λέξη «τοπικό» μπορεί να ανεβάσει την τιμή ενός πιάτου, είναι δύσκολο να θυμηθούμε ότι κάποτε δήλωνε ακριβώς το αντίθετο: κάτι ταπεινό, καθημερινό και ανεπαρκώς κοσμοπολίτικο.

Ο Βιλάνι γνώριζε καλά πώς κατασκευάζεται η επιθυμία. Είχε συνδεθεί με τη δημιουργία του διαγωνισμού που εξελίχθηκε στη Miss Italia και με την εμπορική καθιέρωση της σύγχρονης colomba pasquale, του πασχαλινού γλυκού σε σχήμα περιστεριού. Στην περίπτωση του Buon Ricordo όμως δεν προσπάθησε να εφεύρει μια καινούργια συνταγή. Έδωσε στις ήδη υπάρχουσες κουζίνες έναν τρόπο να διηγηθούν τον εαυτό τους. Δώδεκα εστιατόρια συμμετείχαν στην αρχική ένωση. Κάθε μέλος αναλάμβανε να υπηρετεί την κουζίνα του τόπου του και να διατηρεί σταθερά στον κατάλογο μια χαρακτηριστική σπεσιαλιτέ, την πιο αντιπροσωπευτική έκφραση της περιοχής του. Όποιος επέλεγε το σχετικό γεύμα έπαιρνε ως δώρο ένα χειροποίητο κεραμικό πιάτο. Η εμπειρία έπαυε να ανήκει αποκλειστικά στο εστιατόριο. Ακολουθούσε τον πελάτη στο σπίτι του.

Τα πιάτα ζωγραφίζονται ακόμη στο χέρι από τεχνίτες της Ceramica Artistica Solimene στο Βιέτρι σουλ Μάρε, μια πόλη της ακτής του Αμάλφι με μακρά κεραμική παράδοση. Τα σχέδια έχουν φωτεινά χρώματα και μια εσκεμμένα απλή, σχεδόν λαϊκή γραμμή. Δεν προσπαθούν να μοιάσουν με πολύτιμη πορσελάνη. Επάνω τους εμφανίζονται ζυμαρικά, ψάρια, κρέατα, λαχανικά, τοπικά κτίρια και μικρές αναφορές στην πόλη ή στο χωριό του εστιατορίου. Ολόκληρη η ιταλική γαστρονομική γεωγραφία χωρά σε έναν κύκλο από πηλό.
Η ιδέα εξαπλώθηκε. Στην ακμή της, η ένωση ξεπέρασε τα 130 εστιατόρια. Ο οδηγός του 2026 περιλαμβάνει 111 μέλη, οκτώ από τα οποία βρίσκονται εκτός Ιταλίας, στην Ευρώπη, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ιαπωνία. Το αρχικό σύνθημα, «διασχίζοντας μια χώρα και την κουζίνα της», διατηρείται εξήντα δύο χρόνια αργότερα. Πολύ πριν ο γαστρονομικός τουρισμός γίνει ξεχωριστός κλάδος της ταξιδιωτικής βιομηχανίας, το Buon Ricordo είχε ουσιαστικά σχεδιάσει έναν βρώσιμο χάρτη της χώρας.

Για τις ιταλικές οικογένειες που άρχισαν να τα συλλέγουν τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, τα κεραμικά απέκτησαν και μια δεύτερη λειτουργία. Ένας τοίχος γεμάτος πιάτα ήταν το οικογενειακό αρχείο των διαδρομών τους, αλλά φανέρωνε επίσης οικονομική άνεση και κοινωνική θέση. Το φαγητό εκτός σπιτιού δεν αποτελούσε ακόμη αυτονόητη συνήθεια. Κάθε πιάτο πιστοποιούσε ότι ο ιδιοκτήτης του είχε ταξιδέψει, είχε πληρώσει για μια ξεχωριστή εμπειρία και γνώριζε μια Ιταλία πέρα από τη δική του περιοχή.
Με αυτή την έννοια, τα Piatti del Buon Ricordo υπήρξαν ένα αναλογικό μέσο κοινωνικής προβολής πολύ πριν από το Instagram. Η διαφορά έχει σημασία. Η σημερινή φωτογραφία ενός γεύματος εμφανίζεται για μερικά δευτερόλεπτα σε μια οθόνη και ύστερα χάνεται μέσα στη ροή. Το ζωγραφισμένο κεραμικό έμπαινε στη ζωή του σπιτιού. Γινόταν μέρος του χώρου, αφορμή για αφήγηση και, με τον χρόνο, οικογενειακή κληρονομιά. Ένα παιδί μπορούσε να μάθει τη γεωγραφία της χώρας κοιτάζοντας τι είχαν κρεμάσει οι γονείς του πάνω από το τραπέζι. Η συλλεκτική τους αξία παραμένει ζωντανή. Παλαιότερα σχέδια εμφανίζονται σε δημοπρασίες, καταστήματα vintage αντικειμένων και διεθνείς εκθέσεις design, ενώ στην Ιταλία λειτουργεί ένωση συλλεκτών. Αυτό που κάποτε μπορούσε να θεωρηθεί τουριστικό κιτς επιστρέφει σήμερα ως αντικείμενο με ιστορία. Οι μικρές γρατζουνιές και τα ξεθωριασμένα χρώματα είναι πράγματα που κανένα τμήμα μάρκετινγκ δεν μπορεί να κατασκευάσει κατά παραγγελία.

Το 2025 η UNESCO ενέγραψε την ιταλική μαγειρική στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Ο Βιλάνι είχε φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα από το 1964, χωρίς διεθνείς επιτροπές και επίσημους φακέλους. Η ιταλική κουζίνα δεν αντλεί τη δύναμή της από μία ενιαία συνταγή εθνικού κύρους, αλλά από εκατοντάδες τοπικές παραλλαγές, υλικά, εποχές και οικογενειακούς τρόπους παρασκευής. Η ενότητά της βρίσκεται ακριβώς στην ποικιλία της.
Η επιτυχία του Buon Ricordo οφείλεται τελικά σε μια χειρονομία σχεδόν παιδική: τρως κάτι που σου αρέσει και θέλεις να κρατήσεις ένα κομμάτι του. Ο Βιλάνι μετέτρεψε αυτή την παρόρμηση σε ολόκληρη πολιτιστική στρατηγική. Έδωσε στην τοπική κουζίνα έναν λόγο να ταξιδέψει και στον ταξιδιώτη ένα αντικείμενο που θα συνέχιζε να μιλά όταν το γεύμα θα είχε τελειώσει. Σου σέρβιραν έναν τόπο και όταν τελείωνες μπορούσες να τον πάρεις μαζί σου.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







