Skip to main content

Η Λούσι κρατά την μπάλα και ο Τσάρλι Μπράουν παίρνει φόρα. Ξέρει τι συνέβη την προηγούμενη φορά, το ξέρουμε κι εμείς. Θα τρέξει προς το μέρος της, θα σηκώσει το πόδι του και ακριβώς τη στιγμή που θα πιστέψει ότι αυτή τη φορά μπορεί να είναι διαφορετικά, η Λούσι θα τραβήξει την μπάλα. Ο Τσάρλι Μπράουν θα πετάξει στον αέρα και θα προσγειωθεί ανάσκελα. Το αστείο έχει τελειώσει, μόνο που ο Τσαρλς Σουλτς δεν έγραφε ποτέ πραγματικά για το αστείο. Έγραφε για το γεγονός ότι κάποια στιγμή ο Τσάρλι Μπράουν θα σηκωθεί και θα ξαναδοκιμάσει. Σε αυτή τη μικρή τελετουργία χωράει ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ζωής. Η εμπειρία λέει όχι, η μνήμη προειδοποιεί, η λογική έχει ήδη βγάλει το συμπέρασμα κι εσύ εξακολουθείς να παίρνεις φόρα. Τα Peanuts έμοιαζαν με κόμικ για παιδιά, αλλά οι άνθρωποι που τα διάβαζαν αναγνώριζαν κάτι πολύ πιο άβολο: τον εαυτό τους.

Ο Τσάρλι Μπράουν δεν ήταν ένας μικρός ενήλικος. Αυτό θα ήταν εύκολο. Ήταν κάτι πιο παράξενο, ένα παιδί που είχε ήδη γνωρίσει την αμηχανία, την απόρριψη, την αποτυχία και εκείνη τη δυσάρεστη υποψία ότι οι υπόλοιποι έχουν καταλάβει κάπως καλύτερα τους κανόνες του παιχνιδιού. Δεν του συνέβαιναν τρομερές καταστροφές. Δεν υπήρχαν δράκοι, εγκληματίες ή υπερήρωες. Δεν τον καλούσαν στο πάρτι, έχανε στο μπέιζμπολ, το κορίτσι που του άρεσε δεν τον πρόσεχε, ο χαρταετός κατέληγε πάλι στο δέντρο. Αυτά ήταν αρκετά. Ο Σουλτς είχε καταλάβει κάτι που η ποπ κουλτούρα χρειάστηκε δεκαετίες για να ομολογήσει ανοιχτά: η καθημερινότητα διαθέτει αρκετό δράμα από μόνη της. Γι’ αυτό τα παιδιά των Peanuts μιλούσαν τόσο πολύ. Δεν μπορούσαν να αφήσουν τίποτα ήσυχο. Ανέλυαν, αμφέβαλλαν, ζήλευαν, περίμεναν, απογοητεύονταν και επέστρεφαν ξανά στην αρχή. Η Λούσι μπορούσε να σου εξηγήσει το πρόβλημά σου λίγο πριν σου δημιουργήσει ένα καινούργιο. Ο Λάινους κουβαλούσε μια κουβέρτα γνωρίζοντας πιθανότατα καλύτερα από όλους ότι την είχε ανάγκη. Ο Σρέντερ είχε τον Μπετόβεν. Και ο Σνούπι, ίσως ο πιο ελεύθερος από όλους, είχε ανακαλύψει μια πιο ριζοσπαστική λύση: αν η πραγματικότητα δεν σε ικανοποιεί, μπορείς πάντα να εφεύρεις μια άλλη.

Ο Σνούπι δεν δεχόταν ποτέ να είναι απλώς σκύλος. Ήταν πιλότος, συγγραφέας, ήρωας, οτιδήποτε μπορούσε να χωρέσει στη φαντασία του. Η σκεπή ενός σκυλόσπιτου αρκούσε για να γίνει ολόκληρος κόσμος. Κοιτώντας τον σήμερα, είναι δύσκολο να μη δεις κάτι εντυπωσιακά σύγχρονο σε αυτό: μια ζωή δεν σου αρκεί, οπότε κατασκευάζεις περισσότερες. Γι’ αυτό έχει σημασία ότι ο Σνούπι επέστρεψε τόσο έντονα στην ποπ κουλτούρα. Υπάρχει παντού, σε τσάντες, ρούχα, αθλητικά παπούτσια, συνεργασίες με μεγάλες εταιρείες, αντικείμενα σχεδιασμού, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κινητά, φοιτητικά δωμάτια. Μια καινούργια γενιά έχει κάνει τον Σνούπι σύμβολο παρηγοριάς, ξεχνώντας ότι γεννήθηκε μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο άγχος, απογοήτευση και μοναξιά. Εκεί βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες των Peanuts. Κρατήσαμε τον Σνούπι και πετάξαμε σχεδόν όλη τη μελαγχολία που τον περιέβαλλε. Μετατρέψαμε έναν χαρακτήρα που ζούσε μέσα σε ένα σύμπαν γεμάτο άγχος, απόρριψη και υπαρξιακή αβεβαιότητα σε εικόνα χαριτωμένης ασφάλειας, σαν να αγοράσαμε την κουβέρτα του Λάινους χωρίς να θέλουμε να ξέρουμε γιατί τη χρειαζόταν.

Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο αποκαλυπτική πλευρά της δεύτερης ζωής του Σνούπι. Ζούμε σε μια εποχή που μιλά ασταμάτητα για άγχος, εξουθένωση, μοναξιά και συναισθηματική ασφάλεια και βρίσκουμε παρηγοριά σε χαρακτήρες που δημιουργήθηκαν ακριβώς μέσα σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν αισθανόταν ιδιαίτερα ασφαλής. Ο Σουλτς το είχε καταλάβει πολύ πριν αποκτήσουμε το σημερινό λεξιλόγιο. Η μεταπολεμική Αμερική έμοιαζε εξωτερικά σίγουρη για τον εαυτό της. Καινούργια σπίτια, αυτοκίνητα, τηλεοράσεις, προάστια, κατανάλωση και η βεβαιότητα ότι το αύριο θα είναι μεγαλύτερο και καλύτερο από το σήμερα. Στο πίσω μέρος του μυαλού, όμως, υπήρχε πάντα η άλλη εικόνα: ο Ψυχρός Πόλεμος, η πυρηνική καταστροφή, η αίσθηση ότι ολόκληρη αυτή η ευημερία μπορούσε να εξαφανιστεί μέσα σε λίγα λεπτά. Ο Σουλτς δεν χρειαζόταν να ζωγραφίσει πυραύλους. Του αρκούσε να δείξει ένα παιδί να ανησυχεί υπερβολικά. Αυτή ήταν η αληθινή πολιτική των Peanuts: όχι οι πρόεδροι και τα κόμματα, αλλά το νευρικό σύστημα της εποχής. Η μεταπολεμική ευημερία δεν εξαφάνισε την αγωνία. Την έκρυψε πίσω από μια εικόνα κανονικότητας.

Υπήρχε και η άλλη Αμερική, εκείνη της επιτυχίας. Μια χώρα που αγαπούσε τους νικητές απέκτησε για ήρωά της έναν τύπο που έχανε σχεδόν τα πάντα. Ο Τσάρλι Μπράουν ήταν κακός στο μπέιζμπολ, κακός στους χαρταετούς, κακός στις κοινωνικές σχέσεις και εντυπωσιακά άτυχος με τα κορίτσια. Ο Σουλτς όμως δεν τον αντιμετώπισε ποτέ ως αποτυχημένο με τον τρόπο που χρησιμοποιούμε συνήθως τη λέξη, γιατί ο Τσάρλι Μπράουν επέστρεφε. Αυτό είναι πιθανότατα το μυστικό του χαρακτήρα του. Η αισιοδοξία πιστεύει ότι την επόμενη φορά όλα θα πάνε καλά. Ο Τσάρλι Μπράουν δεν έχει καν αυτή την πολυτέλεια. Έχει δει τα στοιχεία, γνωρίζει το ιστορικό, ξέρει τη Λούσι και τρέχει πάλι. Αυτή η διαφορά κάνει τα Peanuts πολύ λιγότερο γλυκά από όσο τα θυμόμαστε. Ο Σουλτς δεν χάριζε στους χαρακτήρες του εύκολες ανταμοιβές. Οι έρωτες έμεναν χωρίς ανταπόκριση, οι αγώνες χάνονταν, η Μεγάλη Κολοκύθα δεν ερχόταν, οι φιλίες γίνονταν σκληρές χωρίς να παύουν να είναι φιλίες. Η ζωή τους δεν κατέληγε ποτέ σε εκείνη τη βολική στιγμή όπου όλα εξηγούνται και μπαίνουν στη θέση τους.

Γι’ αυτό εξακολουθούν να λειτουργούν. Ο κόσμος του Σουλτς έχει σχεδόν εξαφανιστεί, όχι όμως και όσα ένιωθαν οι άνθρωποι μέσα του. Τα παιδιά του τριγυρνούσαν μόνα στις γειτονιές, έπαιζαν μπέιζμπολ, πήγαιναν για πατινάζ, κάθονταν σε πεζοδρόμια, βαριούνταν, τσακώνονταν και μπορούσαν να χαθούν για ώρες στη γειτονιά χωρίς να τους παρακολουθεί διαρκώς κάποιος ενήλικος. Σήμερα μια τέτοια παιδική ηλικία μοιάζει σχεδόν μακρινή. Η παιδική ηλικία έγινε πιο οργανωμένη, περισσότερο επιτηρούμενη, συχνά εξίσου αγχωμένη με τη ζωή των γονιών. Το συναίσθημα στο κέντρο των Peanuts όμως δεν γέρασε καθόλου. Εκείνη η αίσθηση ότι οι άλλοι έχουν καταλάβει κάτι βασικό για τη ζωή που εσύ ακόμη προσπαθείς να βρεις, ότι προσπαθείς περισσότερο από όσο φαίνεται, ότι κάποιος άλλος προσκλήθηκε, ότι ερωτεύτηκες τον λάθος άνθρωπο, ότι περίμενες κάτι που δεν ήρθε, ότι ο κόσμος σου υποσχέθηκε περισσότερα από όσα τελικά παρέδωσε. Και παρ’ όλα αυτά σηκώνεσαι. Αυτό έκανε ο Σουλτς επί πενήντα χρόνια. Δεν ζωγράφιζε απλώς χαριτωμένα παιδιά. Ζωγράφιζε ανθρώπους στην πρώτη ηλικία όπου αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι η ζωή δεν πρόκειται να ακολουθήσει πάντα τις επιθυμίες τους. Η Λούσι κρατά ακόμη την μπάλα, ξέρουμε πολύ καλά τι πρόκειται να κάνει και εξακολουθούμε να παίρνουμε φόρα.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy