Στα πρώτα λεπτά του Club Kid ο χρόνος σχεδόν χάνεται μέσα στη νύχτα. Μπρούκλιν, 2016, strobe lights, ιδρωμένα σώματα, κόκα, κεταμίνη, MDMA, σεξ, μουσική που δεν αφήνει χώρο για πολλές σκέψεις. Στο κέντρο βρίσκεται ο Πίτερ, promoter της queer νυχτερινής ζωής της Νέας Υόρκης, ένας άνθρωπος που μοιάζει να έχει βρει τον τρόπο να μετατρέψει το πάρτι σε επάγγελμα, σε κοινωνικό ρόλο και κυρίως σε μια αρκετά βολική μέθοδο ώστε το αύριο να μπορεί πάντα να περιμένει. Το Σάββατο, στις Νύχτες Πρεμιέρας, στην αρχή πίστεψα ότι περίπου ήξερα πού πήγαινε η ταινία. Ο Τζόρνταν Φέρστμαν ξέρει καλά τι σημαίνει πρόκληση και δεν δείχνει καμία διάθεση να μας αφήσει να το ξεχάσουμε. Το πρώτο μέρος έχει αυτή τη νευρική, σχεδόν επιδεικτική ενέργεια ενός δημιουργού που γνωρίζει ότι όλοι τον κοιτάζουν και αποφασίζει να τους δώσει κάτι λίγο περισσότερο, λίγο πιο άβολο, λίγο πιο ακραίο. Για ένα διάστημα φοβήθηκα ότι το Club Kid θα εγκλωβιζόταν εκεί, στην επίδειξη μιας περσόνας και ενός κόσμου που ο Φέρστμαν γνωρίζει πολύ καλά. Τελικά, όμως, το Club Kid απομακρύνεται από την πρόκληση και στρέφεται σε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: στο τι αφήνει πίσω του ο χρόνος.
Δέκα χρόνια περνούν και ο Πίτερ δεν φαίνεται να έχει πάει πολύ μακριά. Συνεχίζει να βγαίνει, να κάνει ναρκωτικά, να κινείται από club σε club και να φέρεται σαν η επόμενη νύχτα να μπορεί να σβήσει ό,τι συνέβη στην προηγούμενη. Μόνο που τώρα υπάρχουν σημάδια που δεν κρύβονται τόσο εύκολα. Τα χρήματα λιγοστεύουν, το σώμα κουράζεται, η δουλειά αρχίζει να τρίζει και η συνέταιρός του, η Σόφι που την υποδύεται η Κάρα Ντελεβίν, δεν βρίσκει πια τόσο διασκεδαστική την ασυνέπειά του. Ο Πίτερ όμως εξακολουθεί να κινείται σαν να βρίσκεται ακόμη κάπου στο 2016. Μέχρι που στην πόρτα του εμφανίζεται ο Άρλο, ο δέκα ετών γιος του. Εκεί κατά τη γνώμη μου αλλάζει πραγματικά η ταινία. Όχι επειδή ο Πίτερ ανακαλύπτει ξαφνικά την πατρότητα. Αυτό από μόνο του είναι μια ιστορία που έχουμε δει πολλές φορές. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι μπροστά του βρίσκεται ένας άνθρωπος ακριβώς της ηλικίας των χρόνων που ο ίδιος άφησε να περάσουν σχεδόν χωρίς να τους καταλάβει.
Δέκα χρόνια πριν συνέβη εκείνη η σεξουαλική επαφή από την οποία γεννήθηκε ο Άρλο. Ο Πίτερ συνέχισε τη ζωή του και δεν έμαθε τίποτα. Κάπου αλλού όμως ένα παιδί μάθαινε να περπατά, να μιλά, να διαβάζει, να φοβάται, να θυμάται. Μεγάλωνε. Κι αυτή είναι μια παράξενη σκέψη που η ταινία δεν χρειάζεται να εξηγήσει πολύ για να λειτουργήσει. Όσο ο Πίτερ επαναλάμβανε περίπου την ίδια νύχτα, ο χρόνος συνέχιζε να κάνει τη δουλειά του.

Από εδώ και πέρα, η ιστορία παίρνει έναν δρόμο που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές στο σινεμά. Ο ανεύθυνος άνδρας που αναγκάζεται να μεγαλώσει επειδή ένα παιδί μπαίνει ξαφνικά στη ζωή του είναι παλιό κινηματογραφικό σχήμα και ο Φέρστμαν δεν αποφεύγει όλες τις παγίδες του. Υπάρχουν στιγμές όπου καταλαβαίνεις αρκετά νωρίς πού πηγαίνει μια σκηνή. Υπάρχουν και άλλες όπου μοιάζει να βασίζεται λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει στη γοητεία του Πίτερ και στη δύναμη της δικής του περσόνας. Δεν με ενόχλησε τόσο ώστε να με βγάλει από την ταινία, αλλά φαινόταν.
Αυτό που τελικά με κράτησε ήταν η σχέση του Πίτερ με τον Άρλο. Ο Ρέτζι Άμπσολομ αφήνει το παιδί να είναι απλώς παιδί και η ταινία δεν πιέζει τη σχέση τους για να μας συγκινήσει. Οι δυο τους βρίσκουν ο ένας τον άλλον μέσα από αμηχανίες, μικρές πρακτικές δυσκολίες, αστείες στιγμές και πράγματα που δεν λέγονται. Ο Πίτερ αποδεικνύεται καλύτερος με το παιδί απ’ όσο μάλλον περίμενε και ο ίδιος. Όχι επειδή μεταμορφώνεται ξαφνικά σε καλό πατέρα, αλλά επειδή για πρώτη φορά υπάρχει απέναντί του ένας άνθρωπος που χρειάζεται κάτι περισσότερο από την παρουσία του για ένα βράδυ.

Αυτό είναι σημαντικό, γιατί η ταινία δεν αντιμετωπίζει την προηγούμενη ζωή του σαν λάθος που πρέπει τώρα να διορθωθεί. Δεν του λέει ότι το σεξ, τα clubs, οι φίλοι του ή η queer κοινότητά του ήταν μια παρένθεση πριν από την «κανονική ζωή». Θα ήταν πολύ εύκολη και αρκετά φτηνή ανάγνωση. Το πρόβλημα του Πίτερ δεν είναι ότι έζησε όπως έζησε. Είναι ότι κάποια στιγμή σταμάτησε να αναρωτιέται αν εξακολουθεί να θέλει τα ίδια πράγματα.
Τα clubs παύουν να είναι απλώς το σκηνικό της ζωής του Πίτερ και γίνονται μέρος της ίδιας της ιστορίας του. Είναι γεμάτα κόσμο, σώματα, αγγίγματα, φωνές και οικειότητες που μπορεί να κρατήσουν όσο ένα τραγούδι. Μπορείς να βρίσκεσαι ανάμεσα σε εκατοντάδες ανθρώπους και να μη χρειάζεται πραγματικά να είσαι διαθέσιμος σε κανέναν. Ο Άρλο αλλάζει αυτή τη συνθήκη χωρίς μεγάλα λόγια. Απλώς υπάρχει και περιμένει. Περιμένει να γυρίσεις όταν του το υποσχέθηκες και η απουσία σου δεν περνά πια απαρατήρητη.
Εκεί ο Φέρστμαν γίνεται πιο ενδιαφέρων και ως ηθοποιός, όταν αφήνει στην άκρη την εξωστρέφεια και μένει απλώς απέναντι στον Άρλο. Όταν μένει απέναντι στον Άρλο χωρίς να μπορεί να κρυφτεί πίσω από το χιούμορ ή την ειρωνεία, η ερμηνεία του γίνεται πιο απλή και γι’ αυτό πιο πειστική. Όταν τελείωσε η προβολή, δεν ήταν τελικά η κόκα, τα strobe lights ή η πρόκληση που μου είχαν μείνει περισσότερο. Ήταν η εικόνα αυτού του παιδιού που φτάνει στην πόρτα του κουβαλώντας χωρίς να το ξέρει μια ολόκληρη δεκαετία. Ο Πίτερ νόμιζε ότι αυτά τα χρόνια απλώς πέρασαν αλλά ο Άρλο είναι η απόδειξη ότι συνέβησαν.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







