Skip to main content

Κάθε Σεπτέμβριο η Θεσσαλονίκη παθαίνει το ίδιο πολιτικό παραλήρημα. Οι δρόμοι γεμίζουν μαύρα αυτοκίνητα, αστυνομικούς, στελέχη με κινητά κολλημένα στο αυτί και ανθρώπους που περπατούν σαν να πρόκειται να αλλάξουν την Ιστορία πριν κρυώσει ο καφές τους. Στο Βελλίδειο ανάβουν οι προβολείς, τα δισεκατομμύρια αρχίζουν να πετούν πάνω από τα κεφάλια μας σαν χαρτοπόλεμος και για λίγες ώρες η χώρα αποκτά την παράξενη βεβαιότητα ότι κάποιος, κάπου, έχει σχέδιο. Αυτό είναι το ωραίο με τη ΔΕΘ. Μπαίνεις με προβλήματα και βγαίνεις με ορίζοντες, τομές, μεταρρυθμίσεις και τουλάχιστον μία ιστορική ευκαιρία. Και ύστερα έρχεται ο λογαριασμός του σούπερ μάρκετ.

Φέτος ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Νίκος Ανδρουλάκης ανέβηκαν στην ίδια σκηνή με λίγες ημέρες διαφορά και περιέγραψαν δύο χώρες που βρίσκονται στο ίδιο γεωγραφικό σημείο αλλά μάλλον όχι στο ίδιο σύμπαν. Στην Ελλάδα του Μητσοτάκη τα θεμέλια έχουν μπει, ο ορίζοντας είναι καθαρός και το μεγάλο λάθος θα ήταν να αλλάξουμε πορεία τώρα που, σύμφωνα με τον ίδιο, τα πράγματα μπήκαν σε μια σειρά. Στην Ελλάδα του Ανδρουλάκη ο μισθός χάνεται στο ενοίκιο, τα καρτέλ ευημερούν, τα funds περιφέρονται γύρω από τα σπίτια και η συνέχιση της ίδιας πολιτικής αρχίζει να μοιάζει με οργανωμένη παραίτηση.

Θα μπορούσαμε φυσικά να καθίσουμε με ένα κομπιουτεράκι και να συγκρίνουμε ευρώ, φόρους, 13ους μισθούς, συντάξεις και παροχές μέχρι να χάσουμε κάθε επιθυμία για ζωή. Κάποιος πρέπει να το κάνει. Αλλά πίσω από αυτή τη λογιστική συνέβαινε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον. Δύο πολιτικοί προσπαθούσαν να μας εξηγήσουν ποιον φόβο πρέπει να πάρουμε μαζί μας στο παραβάν.

Ο Μητσοτάκης διάλεξε τον φόβο της αλλαγής. Γεωπολιτικές καταιγίδες, αγορές που δεν συγχωρούν, τεχνητή νοημοσύνη που προελαύνει, θάλασσες που αγριεύουν και κάπου ανάμεσα στα κύματα μια Ελλάδα που χρειάζεται «σταθερό χέρι στο τιμόνι». Μπορούσες σχεδόν να ακούσεις τον αέρα να ουρλιάζει έξω από το Βελλίδειο. Το 2019 ο Μητσοτάκης πουλούσε αλλαγή. Τώρα πουλάει προστασία από την αλλαγή. Δεν είναι παράδοξο. Είναι ο φυσικός κύκλος της εξουσίας. Στην αρχή λες «άφησέ με να μπω για να αλλάξω τα πράγματα». Ύστερα από αρκετά χρόνια λες «μη με βγάλεις τώρα που έξω γίνεται χαμός».

Γι’ αυτό οι πιο ενδιαφέρουσες λέξεις δεν ήταν τα «ευρώ». Ήταν η «σταθερότητα», η «περιπέτεια», η «μόνη διέξοδος», η «βέβαιη προοπτική». Η κυβέρνηση δεν παρουσιάζεται απλώς ως καλύτερη επιλογή. Παρουσιάζεται σχεδόν ως το φωτισμένο EXIT μέσα σε ένα κτίριο που μυρίζει καπνό. Και από τη στιγμή που αποδέχεσαι ότι το κτίριο καίγεται, δύσκολα συζητάς αν σου αρέσει η πινακίδα.

Οι επόμενες εκλογές μπορεί τελικά να μην είναι η μάχη της ελπίδας με την περιπέτεια ή της προόδου με τη στασιμότητα. Μπορεί να είναι κάτι απλούστερο. Μια μάχη ανάμεσα σε δύο φόβους με νικητή εκείνον που θα μας κάνει να φοβηθούμε περισσότερο το μέλλον του άλλου.

Ο Ανδρουλάκης προσπαθεί να πουλήσει τον ακριβώς αντίθετο φόβο: μην τρομάζετε από την αλλαγή, τρομάξτε από το ενδεχόμενο να μη γίνει ποτέ. Γι’ αυτό μίλησε σαν να είχε ήδη πάρει τα κλειδιά του Μαξίμου. «Θεσπίζουμε». «Καταργούμε». «Επαναφέρουμε». «Δημιουργούμε». Η κυβέρνηση δεν έχει εκλεγεί, αλλά γραμματικά έχει ήδη αναλάβει υπηρεσία. Ένας κυβερνητικός ενεστώτας χωρίς κυβέρνηση. Το πρόβλημα του Ανδρουλάκη δεν είναι να αποδείξει ότι διαφωνεί με τον Μητσοτάκη. Είναι να κάνει αρκετούς ανθρώπους να τον φανταστούν πρωθυπουργό. Γι’ αυτό οι πρώτοι έξι μήνες, οι επτά παρεμβάσεις, το σχέδιο που είναι έτοιμο να εφαρμοστεί. Δεν παρουσιάζει απλώς πρόγραμμα. Κάνει πρόβα εξουσίας.

Και κάπου εδώ βρίσκεται η καλύτερη ειρωνεία. Οι δύο άνδρες υποτίθεται ότι μας προτείνουν αντίθετους δρόμους, αλλά χρησιμοποιούν το ίδιο τέχνασμα. Θέλουν να εξαφανίσουν όλους τους υπόλοιπους. Ο Μητσοτάκης λέει σταθερότητα ή περιπέτεια. Ο Ανδρουλάκης αλλαγή ή στασιμότητα. Ο πρώτος ότι δεν υπάρχει χρόνος για πειράματα. Ο δεύτερος ότι δεν υπάρχει άλλος χρόνος για χάσιμο. Και οι δύο καταλήγουν στο ίδιο μήνυμα: έχεις δύο επιλογές και η μία είναι καταστροφή.

Αυτό ίσως λέει περισσότερα για την εποχή μας παρά για τους ίδιους. Μετά από οικονομικές κρίσεις, πανδημία, πληθωρισμό, πολέμους και μια τεχνολογία που προχωρά γρηγορότερα από την ικανότητά μας να την καταλάβουμε, το παλιό «ψηφίστε μας και θα ζήσετε καλύτερα» ακούγεται σχεδόν ρομαντικό. Η σύγχρονη πολιτική έχει βρει κάτι ισχυρότερο: «ψηφίστε μας γιατί διαφορετικά μπορεί να ζήσετε χειρότερα».

Κάπως έτσι φτάνουμε στο πραγματικό μήνυμα της Θεσσαλονίκης. Ο Μητσοτάκης μάς ζητά να φοβηθούμε την ημέρα που θα φύγει. Ο Ανδρουλάκης μάς ζητά να φοβηθούμε την ημέρα που θα μείνει. Και εμείς στεκόμαστε στη μέση αυτής της όμορφης δημοκρατικής νεύρωσης, με τον λογαριασμό του ρεύματος στο ένα χέρι και την παγκόσμια αβεβαιότητα στο άλλο, προσπαθώντας να αποφασίσουμε ποια καταστροφή μοιάζει πιο πιθανή. Οι επόμενες εκλογές μπορεί τελικά να μην είναι η μάχη της ελπίδας με την περιπέτεια ή της προόδου με τη στασιμότητα. Μπορεί να είναι κάτι απλούστερο. Μια μάχη ανάμεσα σε δύο φόβους με νικητή εκείνον που θα μας κάνει να φοβηθούμε περισσότερο το μέλλον του άλλου.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy