Η Λουκία Μισούρα, μια νέα Ελληνίδα ηθοποιός που ζει στο Παρίσι, βρέθηκε ανάμεσα στους διαδηλωτές της γαλλικής πρωτεύουσας. Μια προσωπική μαρτυρία για την αγανάκτηση μιας γενιάς, την ανάγκη να ανήκεις κάπου και τον φόβο που μπορεί να σε κάνει να εγκαταλείψεις ακόμη και κάτι στο οποίο πιστεύεις.
Τις τελευταίες ημέρες, ο αέρας έξω από το διαμέρισμά μου στο κέντρο του Παρισιού, μυρίζει διαρκώς δακρυγόνο. Η πόλη που γνώρισα όταν ήρθα εδώ για να ζήσω και να εργαστώ μοιάζει να έχει μεταμορφωθεί σε σκηνικό δυστοπικής ταινίας. Φωνές, κρότοι, αίματα στην άσφαλτο, καπνός και αποκαΐδια. Χιλιάδες άνθρωποι στους δρόμους, χιλιάδες αστυνομικοί απέναντί τους. Η ένταση δεν περιορίζεται πια στις εικόνες που βλέπουμε στις ειδήσεις. Τη συναντάς έξω από την πόρτα σου, την αναπνέεις, τη μεταφέρεις μαζί σου ακόμη και όταν επιστρέφεις στο σπίτι.
Το Σάββατο αποφάσισα να κατέβω στην πορεία. Ήθελα να βρεθώ ανάμεσα στους ανθρώπους που διαδηλώνουν, να συμμετάσχω σε κάτι που αισθανόμουν ότι με αφορά, παρότι δεν έχω γεννηθεί σε αυτή τη χώρα. Δεν περίμενα όμως ότι θα έφευγα τόσο γρήγορα. Θα είμαι ειλικρινής. Έπειτα από λίγο έφυγα πανικόβλητη. Η βία της αστυνομικής επέμβασης με σόκαρε με έναν τρόπο που δεν είχα ξαναζήσει. Βρέθηκα μόνη μέσα σε μια κατάσταση εντελώς ξένη προς όσα γνώριζα, χωρίς να ξέρω πώς να αντιδράσω ή προς τα πού να κινηθώ. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα περισσότερο από ποτέ κάτι που στην καθημερινότητά μου προσπαθώ να ξεχνώ: είμαι μόνη σε μια ξένη χώρα. Είμαι ξένη εδώ.

Αυτό που με συγκλονίζει περισσότερο αναλογιζόμενη όσα συνέβησαν, είναι ότι λίγο πριν αισθανθώ τόσο μόνη, είχα βιώσει το ακριβώς αντίθετο. Όσο μπορούσα να περπατώ ειρηνικά μαζί με τους υπόλοιπους διαδηλωτές δεν αισθανόμουν ξένη. Ένιωθα ίδια και ίση. Δεν είχε σημασία από πού ερχόμουν, ποια γλώσσα μιλούσα ή πόσο καιρό ζούσα στο Παρίσι. Για εκείνες τις στιγμές μοιραζόμουν με ανθρώπους που δεν γνώριζα κάτι βαθύτερο από την παρουσία μας στον ίδιο δρόμο. Την αγανάκτηση, τον θυμό, την ανάγκη να αλλάξει κάτι. Αναγνώριζα στα πρόσωπά τους συναισθήματα που κουβαλώ κι εγώ, συναισθήματα που ξέρω πως υπάρχουν σε πάρα πολλούς ανθρώπους πίσω στη χώρα μου.
Η γενιά μου αντιστέκεται σε ένα σύστημα που τρώει τα παιδιά του σαν τον Κρόνο. Μια γενιά που μεγαλώνει ακούγοντας διαρκώς ότι πρέπει να προσπαθήσει περισσότερο, να κάνει υπομονή, να προσαρμοστεί, να αποδεχτεί ως αναπόφευκτες συνθήκες που δυσκολεύουν ολοένα περισσότερο τη ζωή της. Κοιτάζοντας γύρω μου έβλεπα ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, εθνικοτήτων και εμπειριών να έχουν βγει στους δρόμους επειδή αισθάνονται ότι κάτι δεν μπορεί να συνεχιστεί με τον ίδιο τρόπο. Για πρώτη φορά από τότε που βρέθηκα εδώ, η αίσθηση ότι είμαι ξένη υποχώρησε μπροστά σε εκείνη της συμμετοχής. Ένιωσα ελπίδα, δύναμη, συγκίνηση. Και ύστερα σχεδόν απότομα όλα αυτά έδωσαν τη θέση τους στον φόβο.
Ένιωσα να κινδυνεύω. Ένιωσα δειλή, μικρή και ανήμπορη. Παραδέχομαι χωρίς καμία περηφάνια ότι έφυγα. Για την ακρίβεια έτρεξα. Έτρεξα μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας μου θέλοντας μόνο να βρεθώ κάπου ασφαλής. Ο θυμός που αισθάνθηκα αργότερα δεν αφορούσε μόνο όσα είχα δει στον δρόμο. Θύμωσα και με τον εαυτό μου επειδή δεν κατάφερα να παραμείνω εκεί, επειδή φοβήθηκα τόσο πολύ, επειδή ένιωσα ότι εγκατέλειψα κάτι που πίστευα. Ξέρω πως ο φόβος είναι ανθρώπινος αλλά αυτό δεν έκανε ευκολότερη την αποδοχή του.

Όσο περνούν οι ώρες ωστόσο, σκέφτομαι διαφορετικά εκείνη τη μικρή προσωπική ήττα. Μπορεί να έφυγα αλλά για λίγο ήμουν εκεί. Περπάτησα μαζί με ανθρώπους που διεκδικούσαν να ακουστούν. Αισθάνθηκα ότι συμμετείχα σε κάτι σπουδαίο ακόμη κι αν δεν κατάφερα να αντέξω όσο θα ήθελα. Και θέλω να συνεχίσω να συμμετέχω με όποιον τρόπο μπορώ. Να προσπαθώ λίγο λίγο να αντιμετωπίσω τον φόβο που έχει ριζώσει τόσο βαθιά μέσα μου, χωρίς να απαιτώ από τον εαυτό μου να τον εξαφανίσει από τη μια στιγμή στην άλλη. Ένα βήμα τη φορά.
Νιώθω τυχερή που βρίσκομαι στο Παρίσι αυτή την κρίσιμη στιγμή, γιατί όσα συμβαίνουν εδώ με αναγκάζουν να σκεφτώ διαφορετικά και όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Διαβάζοντας τις τελευταίες ημέρες σχόλια σε ελληνικά και ξένα μέσα ενημέρωσης, είδα πολλές αναφορές σε μετανάστες από την Αφρική και τη Μέση Ανατολή που υποτίθεται ότι καταστρέφουν την πόλη συμμετέχοντας σε υποκινούμενες διαδηλώσεις. Η εικόνα που σχηματίζει κανείς μέσα από τέτοιες περιγραφές απέχει πολύ από όσα αντίκρισα η ίδια.
Εγώ, μια μετανάστρια από την Ελλάδα, είδα ανθρώπους από μαθητές Γυμνασίου μέχρι ηλικιωμένους άνω των 75 ετών, ανεξαρτήτως εθνικότητας και φύλου, να προσπαθούν να ακουστούν. Είδα ανθρώπους που είχαν διαφορετικές αφετηρίες, αλλά μοιράζονταν την ίδια αγωνία για το αύριο. Δεν ισχυρίζομαι ότι δεν έγιναν καταστροφές ή ότι δεν σημειώθηκαν λεηλασίες. Με προβληματίζει, όμως, πόσο εύκολα αυτά τα περιστατικά καταλαμβάνουν ολόκληρη τη δημόσια συζήτηση, αφήνοντας στο περιθώριο τους λόγους για τους οποίους χιλιάδες άνθρωποι αποφάσισαν να βγουν στους δρόμους. Όταν η προσοχή περιορίζεται στις σπασμένες βιτρίνες και στις εικόνες των συγκρούσεων, οι άνθρωποι που μιλούν για την εκπαίδευση, την ακρίβεια και το μέλλον τους κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς φωνή.
Αυτό είναι που θέλω να μεταφέρω από όσα έζησα. Δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους όλων όσοι διαδήλωσαν, ούτε να εξηγήσω κάθε πράξη που συνέβη στους δρόμους του Παρισιού. Μπορώ, όμως, να μιλήσω για τους ανθρώπους που συνάντησα, για όσα αισθάνθηκα δίπλα τους και για τη στιγμή που κατάλαβα ότι η ανάγκη να ανήκεις κάπου δεν περιορίζεται από τα σύνορα μιας χώρας. Για λίγη ώρα, μέσα σε μια πόλη όπου εξακολουθώ να προσπαθώ να βρω τη θέση μου, δεν αισθανόμουν ξένη. Αισθανόμουν ότι η αγωνία μου για το μέλλον ήταν κοινή με την αγωνία των ανθρώπων γύρω μου.
Και παρότι στο τέλος φοβήθηκα και έφυγα τρέχοντας, αυτή την αίσθηση δεν θέλω να τη χάσω.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







