Ο Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιάριτου δεν υπήρξε ποτέ σκηνοθέτης που μπαίνει αθόρυβα σε ένα δωμάτιο. Προτιμά να γκρεμίσει την πόρτα, να ανάψει όλα τα φώτα και μετά να αναρωτηθεί γιατί όλοι τον κοιτάζουν. Στο Digger επιστρέφει ακόμη μεγαλύτερος, ακόμη πιο θορυβώδης και αποφασισμένος να χωρέσει στην ίδια ταινία τον καπιταλισμό, την κλιματική καταστροφή, την πολιτική δειλία, την ανθρώπινη αυταπάτη, την τέχνη και έναν από τους τελευταίους ανθρώπους που μπορούν ακόμη να μετατρέψουν μια κινηματογραφική παραγωγή σε παγκόσμιο γεγονός: τον Τομ Κρουζ.
Ο Κρουζ είναι ο Ντίγκερ Ρόκγουελ, ένας πετρελαιάς τόσο πλούσιος ώστε έχει αποκτήσει εκείνο που αγοράζει το χρήμα όταν πλέον έχει αγοράσει σχεδόν τα πάντα: το δικαίωμα να μην ακούει τη λέξη «όχι». Ζει απομονωμένος, αρνείται να δεχτεί ότι η γάτα του πεθαίνει και αντιμετωπίζει με περίπου την ίδια άρνηση τις προειδοποιήσεις ότι μια γεώτρηση στην Αρκτική μπορεί να προκαλέσει καταστροφή. Όταν αυτή τελικά έρχεται και ένα τεράστιο κομμάτι πάγου αρχίζει να κινείται προς την Ευρώπη, πολιτικοί, στρατιωτικοί και επιστήμονες καταλήγουν να συζητούν για το τέλος του κόσμου σχεδόν σαν να βρίσκονται σε ένα ακόμη κακό meeting. Περιμένουν τους ανέμους, τα ρεύματα, κάποια βολική αλλαγή της πραγματικότητας. Και όταν γίνεται σαφές ότι η καταστροφή δεν μπορεί εύκολα να σταματήσει, αρχίζει κάτι ακόμη πιο γνώριμο: η μάχη για το ποιος θα ελέγξει την ιστορία της. Κυρίως περιμένουν να μη χρειαστεί κανείς να πει δυνατά ποιος ευθύνεται.
Το πιο αστείο είναι ότι κανείς από αυτούς δεν μοιάζει πραγματικά τρομακτικός. Μοιάζουν περισσότερο με ανθρώπους που είχαν συνηθίσει να τους ανοίγουν όλες οι πόρτες και ξαφνικά βρέθηκαν μπροστά σε μία που δεν ανοίγει. Ο Τζον Γκούντμαν ως πρόεδρος, ο Μάικλ Στούλμπαργκ ως αντιπρόεδρος και ο Ριζ Άχμεντ ως επιστήμονας κινούνται μέσα σε αυτή την παράξενη αμηχανία της εξουσίας όταν η φύση αρνείται να διαπραγματευτεί. Περίπου μισή ώρα μετά την έναρξη, η ίδια η ταινία τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια μας. Ο Ντίγκερ Ρόκγουελ δεν είναι ακριβώς αυτός που νομίζαμε. Ο Ντίγκερ Ρόκγουελ αποδεικνύεται πως είναι ρόλος μέσα στον ρόλο: ο Τομ Κρουζ υποδύεται τον ηθοποιό Κέρτις Μάρκσον, ο οποίος παίζει τον Ντίγκερ σε ένα θεατρικό έργο με τίτλο Fossil Fuels. Αυτό που έμοιαζε με πολιτική κωμωδία καταστροφής αρχίζει ξαφνικά να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη.
Από εκεί και πέρα το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο της ταινίας δεν είναι πια ο δισεκατομμυριούχος. Είμαστε εμείς. Είναι εύκολο να γελάσεις μαζί του, να αναγνωρίσεις την απληστία, να νιώσεις απέχθεια, να συμφωνήσεις ότι ο κόσμος βρίσκεται πολύ συχνά στα χέρια ανθρώπων με περισσότερη δύναμη από ευθύνη. Δυσκολότερο είναι το επόμενο βήμα. Και μετά; Τι αλλάζει επειδή το καταλάβαμε; Υπάρχει μια μικρή σκηνή που το λέει καλύτερα. Στο ιδιωτικό αεροπλάνο, ο Ντίγκερ πιέζει τον χορτοφάγο Γκανές να δοκιμάσει ένα κομμάτι λιπαρού ωμού τόνου. Στην αρχή μοιάζει με ακόμη ένα παιχνίδι εξουσίας. Μετά καταλαβαίνεις τι βλέπεις: έναν άνθρωπο τόσο ισχυρό ώστε ακόμη και οι προσωπικές αρχές των άλλων γίνονται κάτι που μπορεί να δοκιμάσει να λυγίσει για τη διασκέδασή του. Βλέπουμε την ταινία, θυμώνουμε στα σωστά σημεία, καταλαβαίνουμε ποιος φταίει και βγαίνουμε από την αίθουσα έχοντας εκείνη τη μικρή, σχεδόν ευχάριστη αίσθηση ότι τουλάχιστον δεν είμαστε από τους ανόητους.

Το Digger ακουμπά εδώ κάτι αρκετά δυσάρεστο. Κάποιες φορές αρκεί να νιώσεις ότι κατάλαβες το πρόβλημα για να πείσεις τον εαυτό σου πως έκανες και κάτι γι’ αυτό. Αναγνωρίζεις τον κίνδυνο, ονομάζεις τον ένοχο, αισθάνεσαι δικαίως εξοργισμένος και συνεχίζεις τη ζωή σου. Το ωραίο και ταυτόχρονα εκνευριστικό, είναι ότι η ίδια η ταινία δεν ξεφεύγει από την παγίδα της. Επιτίθεται στο θέαμα φτιάχνοντας ένα τεράστιο θέαμα. Σατιρίζει την πολιτική τέχνη που φωνάζει τις ιδέες της και μετά αφήνει τους ηθοποιούς της να φωνάζουν για μεγάλα διαστήματα. Ο Ντένις Γκάσνερ χτίζει χώρους τεράστιους και επιβλητικούς που, όσο περισσότερο τους κοιτάζεις, τόσο περισσότερο φαίνονται παράξενα ψεύτικοι. Και αυτό τελικά έχει σημασία: στο Digger ακόμη και η πολυτέλεια μοιάζει με σκηνικό που κάποιος έστησε για να πείσει τους υπόλοιπους ότι η εξουσία είναι πραγματική.Ο Ινιάριτου γνωρίζει πολύ καλά ότι κινείται στα άκρα. Απλώς δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να τραβήξει το πόδι από το γκάζι.
Εκεί αρχίζεις να βλέπεις γιατί ο Ινιάριτου ήθελε ειδικά τον Τομ Κρουζ γι’ αυτόν τον ρόλο. Ο Κρουζ έχτισε την καριέρα του πάνω στην άρνηση των ορίων. Τρέχει, πηδά, κρεμιέται από αεροπλάνα, χρησιμοποιεί το ίδιο του το σώμα για να αποδείξει ότι το «δεν γίνεται» είναι συνήθως απλώς η αρχή μιας σκηνής. Τώρα αυτή η ενέργεια επιστρέφει αλλιώς. Η βεβαιότητα, η φυσική ένταση, η σχεδόν παράλογη πίστη ότι τίποτε δεν είναι αδύνατο, όλα όσα έφτιαξαν τον Ίθαν Χαντ, περνούν σε έναν άνθρωπο που πιστεύει ότι ακόμη και η πραγματικότητα θα υποχωρήσει αν την πιέσει αρκετά. Ο Κρουζ έχτισε την καριέρα του πάνω στην ιδέα ότι τα όρια υπάρχουν για να ξεπερνιούνται. Εδώ παίζει έναν άνθρωπο που πήρε αυτή την ιδέα πολύ πιο μακριά απ’ όσο έπρεπε. Και για λίγο ο Κρουζ και ο Ινιάριτου μοιάζουν ιδανικό ζευγάρι: δύο άνθρωποι που δεν έχουν μεγάλη σχέση με τη λέξη «αρκετά».

Εκεί ακριβώς αρχίζει και το πρόβλημα της ταινίας. Το Digger χάνει έδαφος κάθε φορά που επιστρέφει για να εξηγήσει κάτι που είχε ήδη δείξει. Προσθέτει άλλη μία ιδέα, άλλη μία ανατροπή, άλλο ένα επίπεδο. Ο Ινιάριτου έχει αυτή την τάση. Δύσκολα αφήνει μια εικόνα ή μια ιδέα να λειτουργήσει μόνη της· σχεδόν πάντα αισθάνεται την ανάγκη να προσθέσει κάτι ακόμη. Κάτω από όλο αυτό όμως μένει μια εικόνα που δύσκολα φεύγει. Το παγόβουνο έρχεται. Οι επιστήμονες προειδοποιούν, οι πολιτικοί συζητούν, οι πλούσιοι προστατεύουν τον εαυτό τους, οι καλλιτέχνες φτιάχνουν έργα γι’ αυτό κι εμείς τα βλέπουμε, επιστρέφουμε σπίτι, τρώμε, κοιμόμαστε, ξυπνάμε και συνεχίζουμε. Όχι απαραίτητα επειδή είμαστε αδιάφοροι. Αλλά επειδή κανείς δεν μπορεί να κοιτάζει το παγόβουνο είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.
Εκεί το Digger παύει να είναι μόνο μια ταινία για εκείνους που προκαλούν την καταστροφή. Γίνεται μια ταινία για όλους όσοι τη βλέπουν να έρχεται και πρέπει παρ’ όλα αυτά, να συνεχίσουν να ζουν. Ο Ινιάριτου γύρισε μια ταινία για ανθρώπους τόσο βέβαιους για τη δύναμή τους ώστε πιστεύουν πως μπορούν να κάνουν την πραγματικότητα να υπακούσει. Και μετά τη γύρισε σαν άνθρωπος που πιστεύει ότι ο κινηματογράφος μπορεί να κάνει περίπου το ίδιο. Το Digger κουράζει, εκνευρίζει και κάποιες στιγμές σε τραβάει ολοκληρωτικά μέσα του. Το σημαντικό είναι ότι δεν τελειώνει μαζί με τους τίτλους.
Το παγόβουνο φυσικά συνεχίζει να έρχεται.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







