Την πρώτη φορά που τον γνώρισα ήταν σε έναν θερινό κινηματογράφο στον Κορυδαλλό, κατά τη διάρκεια προβολής της ταινίας «Τέλος εποχής» του Αντώνη Κόκκινου. Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Δημοσθένης Παπαδόπουλος κατάφερε να ξεχωρίσει από την πρώτη στιγμή της διαδρομής του μέσα από τις επιλεκτικές δουλειές που έχει κάνει. Ευγενικός, με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, μετά την επιτυχημένη σκηνοθεσία της παράστασης «Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού», πρωταγωνιστεί στο «Μεγάλο φαγοπότι» που θα κάνει πρεμιέρα στις 15 Απριλίου, στο θέατρο Συγγρού 33, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Βασιλακόπουλου. Η αιρετική ταινία που σόκαρε τις Κάννες το 1973, μιλάει για μια δύσπεπτη κοινωνία που καταναλώνει βία, σχέσεις και ανθρώπους, ταΐζοντας την πλήξη της με δελτία ειδήσεων.
Πώς επικοινωνεί το έργο του Μάρκο Φερέρι με το σήμερα;
Ζούμε σε ένα νέο καπιταλιστικό μετακαταναλωτικό περιβάλλον. Αυτή είναι η εποχή μας με τη μόνη διαφορά πως πλέον δεν καταναλώνουμε μόνο φαγητό, όπως οι ήρωες του Φερέρι αλλά οτιδήποτε, ακόμα και ανθρώπους. Στην παράσταση βρισκόμαστε σε ένα μεταστάδιο. Έχουμε ξεπεράσει το στάδιο του φαγητού και καταναλώνουμε εικόνες. Μας τρώει η ίδια μας η πλήξη, η ματαιότητα που επικρατεί με τους πολέμους, τη διάλυση της Ευρώπης, την Αμερικανική παράνοια, και όχι μόνο. Πρόκειται για ένα φαγοπότι διεστραμμένων επικοινωνιών και καταπιεσμένων συναισθημάτων. Ένα σχόλιο στο σημερινό αδιέξοδο του σύγχρονου ανθρώπου.

Η μανία μας για κατανάλωση, τι ακριβώς καλύπτει; Ποια ανάγκη μας έρχεται να ξεγελάσει
Η κατανάλωση είναι διαφορετική σήμερα από ότι ήταν πριν 20 χρόνια. Πρώτα απ’ όλα ο κόσμος δεν έχει χρήματα για μεγάλα φαγοπότια, ας ξεκινήσουμε από εκεί (γέλια). Οι μαζώξεις με φίλους θέλουν χρήματα και εμείς δεν έχουμε. Ο άνθρωπος τρώει, πίνει, αλλάζει ιδεολογίες και κάνει σεξ μέσα από εικόνες. Βαριόμαστε να ζήσουμε και όταν το κάνουμε συμβαίνει με μια μανία που είναι αηδιαστική.
Ωστόσο, ο δυτικός τουλάχιστον κόσμος, αν και χορτάτος, μοιάζει πιο άδειος από ποτέ.
Μα πώς να χορτάσεις; Πώς να νιώσεις όταν όλα γίνονται μηχανικά και αποστασιοποιημένα; Όλα γίνονται μέσω σκρολαρίσματος στο διαδίκτυο. Δεν μπορούμε να χορτάσουμε γιατί τίποτα δεν διαπερνάει την εικόνα μας. Εννοείται είμαστε άδειοι μέσα μας. Βρισκόμαστε σε μια συνεχή πείνα και ταυτόχρονα νιώθουμε δυσπεψία.
Υπάρχει κάτι που να μπορεί να διαρρήξει αυτή τη συνθήκη;
Κοίτα, όταν παρακολουθούμε με απάθεια πολέμους στην τηλεόραση τρώγοντας και πίνοντας, χωρίς να αντιδρούμε τι άλλο μένει να πούμε; Το αδιέξοδο είναι τόσο μεγάλο που δεν νομίζω πως μπορεί να αλλάξει κάτι. Αυτή η σκέψη και μόνο μπορεί να σου δημιουργήσει φόβο. Το συναίσθημα πως όλα πάνε τόσο χάλια και εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για αυτό. Είναι δύσκολη αυτή η ερώτηση και δεν ξέρω τι να σου απαντήσω.

Στην ταινία οι ήρωες αυτοκαταστρέφονται. Γιατί το κάνουν αυτό;
Νομίζω πως ο εθισμός σε οποιοδήποτε πράγμα, είτε αυτό είναι αλκοόλ, είτε είναι σεξ, είτε είναι οτιδήποτε άλλο, μπορεί εύκολα να σε φέρει σε αυτή την κατάσταση. Στην ταινία όλο αυτό φαίνεται υπερβολικό γιατί στο δίνει ξεκάθαρα να το καταλάβεις. Και στην πραγματική ζωή έτσι συμπεριφερόμαστε. Οι ρυθμοί είναι άλλοι για αυτό δεν το συνειδητοποιούμε αλλά αν παρατηρήσεις γύρω σου τους ανθρώπους θα δεις πως είμαστε σαν ζώα που προσπαθούμε να ικανοποιηθούμε.
Όταν προβλήθηκε η ταινία το 1973 προκάλεσε ένα τεράστιο σκάνδαλο κυρίως της υπερβολής των εικόνων της. 50 χρόνια μετά, που βλέπουμε στα δελτία ειδήσεων να δολοφονούνται παιδιά, υπάρχει κάτι που να μπορεί να μας σοκάρει στην πραγματικότητα;
Δύσκολα μπορεί κάτι να μας τραβήξει την προσοχή. Ίσως να μας σοκάρει η εκ βαθέων ειλικρίνεια. Η απλότητα που ελάχιστοι άνθρωποι έχουν καταφέρει να διατηρήσουν. Ούτε το γυμνό, ούτε η βία μπορεί να μας ταρακουνήσει. Το μόνο που θα μπορούσε να μας κάνει να χαμηλώσουμε με δέος το κεφάλι θα ήταν η αγάπη.

Το πιστεύετε αυτό που λέτε για την αγάπη ή είναι αρκετά πιασάρικο οπότε ας το πούμε.
Εννοείται ότι θα μπορούσε η αγάπη να μας κάνει να αλλάξουμε αλλά μέσα στο περιβάλλον που ζούμε αυτές οι λέξεις ακούγονται λίγο μελοδραματικές. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ τη βία που ακόμα και τα νεκρά παιδιά τα καταναλώνουμε ανάμεσα σε διαφημίσεις. Σε προσωπικό επίπεδο καθένας από εμάς κάνει τον αγώνα του αλλά όταν βλέπεις έναν τρελό φασίστα, τον Τραμπ, που θυμίζει Χίτλερ, για ποια αγάπη να μιλήσεις, για ποια τρυφερότητα. Βλέπεις την απόλυτη τρέλα μπροστά σου και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.
Στην παράσταση που σκηνοθετείτε «Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού» το καλό επιβιώνει.
Επιβιώνει, ναι, αλλά μετά από πολύ αγώνα. Χρειάζεται τεράστια προσπάθεια για να έρθουν κοντά δύο κόσμοι. Δεν θα έπρεπε να είναι τόσο δύσκολη η ζωή.
Και στο «Μεγάλο φαγοπότι» και στην ταινία της Ράντα Χάινς ο κινηματογράφος συνομιλεί με το θέατρο. Βρισκόμαστε σε τέτοια φάση καλλιτεχνικά;
Πάντα συνέβαινε αυτό, απλώς τα τελευταία χρόνια παρατηρείται πιο έντονα. Τα θεατρικά έργα λίγο πολλοί έχουν ανακυκλωθεί όλα. Έχουν παιχτεί ξανά και ξανά και δεν υπάρχει πλούσια καινούργια συγγραφή. Υπάρχουν συγγένειες μεταξύ κινηματογράφου και θεάτρου, έτσι κι αλλιώς,. Ωραίο είναι αυτό όταν συμβαίνει.
Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στο θεατρικό τοπίο, τι θα ήταν αυτό;
Αυτή τη στιγμή ο πολιτισμός είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση. Πολλά έργα ανεβαίνουν μόνο και μόνο για τα εισιτήρια και για τίποτα άλλο, χωρίς λόγο ύπαρξης. Και όταν δεν κάνουν εισιτήρια, κατεβαίνουν αμέσως. Η κατάσταση είναι θλιβερή. Πριν κάποια χρόνια, υπήρχαν 2-3 θέατρα που ανέβαζαν προσεγμένες δουλειές. Πλέον αυτό είναι σπάνιο. Ο πολιτισμός δεν βοηθιέται στην Ελλάδα. Δεν νοιάζεται κανείς και νομίζω πως με τη νέα Σχολή που πάνε να ιδρύσουν τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα.
INFO
Πρεμιέρα στις 15 Απριλίου στο θέατρο Συγγρού 33
Παραστάσεις έως 24 Μαϊου
Προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/to-megalo-fagopoti/





