Το μεγαλύτερο οικονομικό σοκ του αύριο ίσως να μην ξεκινήσει από τις αγορές αλλά από τον καιρό
Υπάρχει μια παραδοχή πάνω στην οποία χτίστηκε σχεδόν ολόκληρος ο σύγχρονος κόσμος και τόσο σπάνια διατυπωνόταν ώστε έμοιαζε αυτονόητη. Ότι ο καιρός μπορεί να είναι απρόβλεπτος αλλά δεν παύει να είναι αναγνωρίσιμος. Οι βροχές θα έρθουν περίπου όταν πρέπει. Οι μουσώνες θα ακολουθήσουν τον κύκλο τους. Τα ποτάμια θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν τις διώρυγες και τα λιμάνια. Οι αγρότες θα σπείρουν γνωρίζοντας πάνω κάτω τι τους περιμένει. Οι ασφαλιστικές εταιρείες θα υπολογίσουν τον κίνδυνο, οι έμποροι τις σοδειές και οι κυβερνήσεις τα αποθέματά τους. Δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι όλα θα εξελίσσονταν ομαλά. Υπήρχε όμως η βεβαιότητα ότι η φύση έπαιζε με κανόνες που γνωρίζαμε. Ίσως αυτή η βεβαιότητα να αρχίζει να τελειώνει.
Το φετινό Ελ Νίνιο που σύμφωνα με τις προβλέψεις θα είναι το ισχυρότερο που έχει καταγραφεί εδώ και σχεδόν ογδόντα χρόνια, δεν αποτελεί απλώς ακόμη ένα ακραίο κλιματικό φαινόμενο. Είναι μια υπενθύμιση ότι ο μεγαλύτερος παράγοντας αστάθειας στην παγκόσμια οικονομία δεν βρίσκεται πλέον αποκλειστικά στα χρηματιστήρια, στις κεντρικές τράπεζες ή στις γεωπολιτικές συγκρούσεις. Βρίσκεται στον Ειρηνικό Ωκεανό. Μέσα στις τελευταίες εβδομάδες, η Ινδία κατέγραψε μία από τις πιο ξηρές περιόδους των τελευταίων δεκαετιών. Στην Αιθιοπία οι καλλιέργειες ασφυκτιούν από την έλλειψη βροχής. Στην Κένυα παραγωγοί καλαμποκιού βλέπουν χωράφια που άλλοτε έδιναν δεκάδες σακιά σοδειάς να αποδίδουν μόλις ένα ή δύο. Στον Παναμά, η παρατεταμένη ξηρασία απειλεί ξανά τη λειτουργία της Διώρυγας, μιας αρτηρίας από την οποία διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου.

Αυτές οι εικόνες μοιάζουν να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Ένας αγρότης στην Αφρική, ένας παραγωγός ρυζιού στην Ασία και ένας πλοίαρχος που περιμένει να περάσει από τη Διώρυγα του Παναμά ζουν σε διαφορετικούς κόσμους. Στην πραγματικότητα εξαρτώνται από το ίδιο σώμα νερού. Από έναν ωκεανό που θερμαίνεται περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.
Για πολλά χρόνια αντιμετωπίζαμε την κλιματική αλλαγή ως ένα περιβαλλοντικό ζήτημα. Τη συζητούσαμε μέσα από εικόνες με παγετώνες που λιώνουν, δάση που καίγονται ή πολικές αρκούδες που χάνουν τον πάγο κάτω από τα πόδια τους. Ήταν μια αφήγηση που προκαλούσε συγκίνηση, αλλά συχνά έδινε την εντύπωση ότι το πρόβλημα βρίσκεται κάπου μακριά.
Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική. Το κλίμα δεν αλλάζει μόνο το φυσικό περιβάλλον. Αλλάζει τις τιμές των τροφίμων, τις θαλάσσιες μεταφορές, την αγροτική παραγωγή, τον πληθωρισμό, την ενεργειακή αγορά και τελικά την πολιτική σταθερότητα ολόκληρων περιοχών. Όταν η παραγωγή ρυζιού στην Ασία μειώνεται, οι τιμές ανεβαίνουν πολύ πέρα από τα σύνορα των χωρών που το παράγουν. Όταν η Διώρυγα του Παναμά δυσκολεύεται να λειτουργήσει λόγω έλλειψης νερού, το κόστος μεταφοράς αυξάνεται για επιχειρήσεις που δεν βρίσκονται καν στην αμερικανική ήπειρο. Όταν αποτυγχάνουν οι σοδειές στην ανατολική Αφρική, δεν δημιουργείται μόνο πείνα. Δημιουργούνται μετακινήσεις πληθυσμών, κοινωνικές εντάσεις και νέες γεωπολιτικές πιέσεις.

Το Ελ Νίνιο δεν δημιουργεί από μόνο του όλες αυτές τις κρίσεις. Λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός. Επιταχύνει προβλήματα που ήδη υπήρχαν και αποκαλύπτει πόσο εύθραυστο έχει γίνει το παγκόσμιο σύστημα. Ένα σύστημα που σχεδιάστηκε θεωρώντας δεδομένο ότι η φύση θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται όπως στο παρελθόν.
Η πιο ανησυχητική διαπίστωση να μην αφορά καν το ίδιο το φαινόμενο. Αφορά την αβεβαιότητα των επιστημόνων. Τα μοντέλα πρόβλεψης βασίζονται σε όσα έχουμε ήδη παρατηρήσει. Όταν όμως οι συνθήκες ξεπερνούν όσα έχουν καταγραφεί ιστορικά, ακόμη και τα καλύτερα μοντέλα αρχίζουν να χάνουν την ακρίβειά τους. Δεν είναι ένδειξη αδυναμίας της επιστήμης. Είναι ένδειξη ότι ο κόσμος αλλάζει ταχύτερα από τα δεδομένα πάνω στα οποία μάθαμε να τον ερμηνεύουμε. Αυτό ίσως είναι το πιο ουσιαστικό μήνυμα της εποχής. Δεν μπαίνουμε απλώς σε έναν θερμότερο πλανήτη. Μπαίνουμε σε έναν λιγότερο προβλέψιμο πλανήτη.
Η λέξη «προβλεψιμότητα» ακούγεται τεχνική, σχεδόν άχρωμη. Στην πραγματικότητα είναι το θεμέλιο της οικονομίας. Χωρίς προβλέψιμες βροχές δεν υπάρχουν προβλέψιμες σοδειές. Χωρίς προβλέψιμες σοδειές δεν υπάρχουν σταθερές τιμές. Χωρίς σταθερές τιμές δεν υπάρχουν ασφαλείς επενδύσεις. Και χωρίς όλα αυτά, οι οικονομίες αρχίζουν να λειτουργούν περισσότερο με διαχείριση κρίσεων παρά με σχεδιασμό.
Ένας επιστήμονας περιέγραψε το 2027 ως μια πρόγευση του κόσμου που θα θεωρούμε φυσιολογικό γύρω στο 2035. Η φράση ακούγεται σχεδόν δυστοπική αλλά ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο να είναι άλλο. Η ανθρώπινη ικανότητα να συνηθίζει. Κάποτε ένας καύσωνας πενήντα βαθμών θα κυριαρχούσε για εβδομάδες στην παγκόσμια επικαιρότητα. Σήμερα μετατρέπεται σε ακόμη ένα καλοκαιρινό δελτίο ειδήσεων. Το ίδιο συνέβη με τις πυρκαγιές, τις πλημμύρες και τις ξηρασίες. Δεν έγιναν λιγότερο επικίνδυνες. Έγιναν πιο οικείες.
Η μεγαλύτερη αλλαγή λοιπόν ίσως να μην συμβαίνει στην ατμόσφαιρα αλλά στην αντίληψή μας. Κάποτε πιστεύαμε ότι η οικονομία καθορίζει τη ζωή μας και ο καιρός απλώς τη συνοδεύει. Σήμερα ο καιρός αρχίζει να υπαγορεύει τους όρους μέσα στους οποίους μπορεί να λειτουργήσει η ίδια η οικονομία. Αυτό είναι το πραγματικά νέο δεδομένο. Δεν ζούμε πλέον σε μια εποχή όπου η φύση αποτελεί το σκηνικό της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η φύση επιστρέφει στον ρόλο που είχε πάντα στην ιστορία: εκείνον του ισχυρότερου παίκτη στο τραπέζι. Και όσο επιμένουμε να τη θεωρούμε μια υποσημείωση στα οικονομικά δελτία, τόσο πιο ακριβά θα πληρώνουμε αυτή την παρεξήγηση.







