Skip to main content

Κάθε Σεπτέμβριο στη Θεσσαλονίκη συμβαίνει ένα μικρό πολιτικό θαύμα. Οι κυβερνήσεις ανεβαίνουν στη ΔΕΘ κουρασμένες, φθαρμένες, φορτωμένες με δημοσκοπήσεις και λογαριασμούς, και μέσα σε ένα βράδυ ξαναγίνονται καινούργιες. Ανακαλύπτουν ξανά τη μεσαία τάξη, θυμούνται τους συνταξιούχους, τα ενοίκια, τους νέους που δυσκολεύονται να φύγουν από το πατρικό τους, τη Δικαιοσύνη που κινείται με την ταχύτητα γεωλογικού φαινομένου και το Δημόσιο που ακόμη περιμένει την επόμενη μεγάλη μεταρρύθμιση.

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αυτή τη φορά δεν παρουσίασε απλώς ένα πακέτο μέτρων. Παρουσίασε έναν ορίζοντα. Το 2030. Το 2031. Μια Ελλάδα με υψηλότερους μισθούς, περισσότερες επενδύσεις, αποτελεσματικότερο κράτος, ταχύτερη Δικαιοσύνη και προσιτή κατοικία. Ακούγεται εξαιρετική χώρα. Μόνο που εμείς ζούμε στο 2026 και ο Κυριάκος Μητσοτάκης κυβερνά από το 2019. Αυτή η μικρή λεπτομέρεια είναι το πολιτικό πρόβλημα ολόκληρης της φετινής ΔΕΘ.

Δεν χρειάζεται να ισχυριστεί κάποιος ότι τίποτε δεν άλλαξε αυτά τα χρόνια. Θα ήταν ανόητο. Η ανεργία μειώθηκε, η χώρα απέκτησε επενδυτική βαθμίδα, μεγάλο μέρος του κράτους ψηφιοποιήθηκε, έγιναν επενδύσεις και αρκετές συναλλαγές με το Δημόσιο έπαψαν να απαιτούν φωτοτυπία ταυτότητας, υπεύθυνη δήλωση και γνωριμία με κάποιον Γιώργο στον τρίτο όροφο.

Μόνο που η πολιτική έχει ένα δυσάρεστο χαρακτηριστικό: κάποια στιγμή οι αριθμοί συναντούν τη ζωή. Ο πολίτης δεν αγοράζει γάλα με την επενδυτική βαθμίδα. Δεν πληρώνει το ενοίκιο με το ποσοστό ανάπτυξης και κανένας ιδιοκτήτης δεν έχει εμφανιστεί ακόμη στην πόρτα λέγοντας «μην ανησυχείς για τα 850 ευρώ, είδα ότι πήγαμε καλά στο ΑΕΠ». Γι’ αυτό τα μέτρα της ΔΕΘ μπορεί να είναι πραγματικά και ταυτόχρονα να μην αρκούν για να αλλάξουν το πολιτικό συναίσθημα. Όταν μια αύξηση έχει ήδη συναντήσει το ενοίκιο, τα τρόφιμα και την ενέργεια πριν προλάβει να γίνει αίσθηση βελτίωσης, το πρόβλημα δεν είναι μόνο το εισόδημα. Είναι ότι η ζωή έγινε ακριβότερη από την πρόοδο που περιγράφουν οι δείκτες.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θέλει οι επόμενες εκλογές να γίνουν απολογισμός των χρόνων από το 2019 μέχρι σήμερα. Θέλει να γίνουν ερώτημα για το τι φοβόμαστε ότι μπορεί να συμβεί αύριο.

Και τότε εμφανίζεται ο ορίζοντας. Το 2030 όλα θα είναι καλύτερα. Το 2031 ακόμη καλύτερα. Το μέλλον είναι ένας θαυμάσιος τόπος για την πολιτική επειδή δεν έχει ακόμη λογαριασμούς. Δεν υπάρχουν αποδείξεις από το σούπερ μάρκετ του 2031 ούτε ενοίκια του μέλλοντος να χαλάσουν το PowerPoint. Το παρελθόν αντίθετα είναι αγενές. Κρατάει αρχείο. Και ύστερα από σχεδόν οκτώ χρόνια στην εξουσία, κάθε νέα υπόσχεση συνοδεύεται πλέον από μία παλιά. Το επιτελικό κράτος, η Δικαιοσύνη, το στεγαστικό, η παραγωγικότητα, η περιφέρεια, το «βαθύ κράτος». Σε κάποια στιγμή το βαθύ κράτος σταματά να είναι ο μυστηριώδης ένοικος που άφησαν οι προηγούμενοι και γίνεται συγκάτοικος.

Η πιο αποκαλυπτική στιγμή της ΔΕΘ πάντως δεν είχε σχέση με χρήματα. Ήταν η προειδοποίηση προς όσους μπορεί να χρησιμοποιήσουν την κάλπη για να στείλουν μήνυμα διαμαρτυρίας. Ο πρωθυπουργός μίλησε για μια επιλογή «χωρίς δικαίωμα στο λάθος».

Εδώ βρίσκεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από μία άτυχη φράση. Οι κυβερνήσεις έχουν δικαίωμα στο λάθος. Και σωστά. Κάνουν λάθος εκτιμήσεις, αλλάζουν υπουργούς, διορθώνουν πολιτικές, αναγνωρίζουν αστοχίες, κάνουν restart και στο τέλος ζητούν ακόμη μία τετραετία για να ολοκληρώσουν όσα δεν πρόλαβαν στις προηγούμενες. Ο ψηφοφόρος γιατί δεν έχει το ίδιο δικαίωμα;

Η δημοκρατία δεν είναι διαγώνισμα στο οποίο η εξουσία έχει κυκλώσει από πριν τη σωστή απάντηση. Ο πολίτης έχει δικαίωμα να επιβραβεύσει, να τιμωρήσει, να διαμαρτυρηθεί, να ρισκάρει, ακόμη και να κάνει μια επιλογή που αργότερα θα θεωρήσει λάθος. Αυτό δεν είναι δυσλειτουργία της δημοκρατίας. Είναι η ουσία της. Και εδώ φαίνεται η πραγματική στρατηγική της φετινής ΔΕΘ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θέλει οι επόμενες εκλογές να γίνουν απολογισμός των χρόνων από το 2019 μέχρι σήμερα. Θέλει να γίνουν ερώτημα για το τι φοβόμαστε ότι μπορεί να συμβεί αύριο. Όχι «τι κάνατε;», αλλά «ποιος μπορεί να κρατήσει το τιμόνι;». Όχι απολογισμός, αλλά ασφάλεια. Όχι παρελθόν, αλλά αβεβαιότητα.

Πολιτικά είναι έξυπνο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η σταθερότητα παρουσιάζεται σχεδόν ως η μόνη υπεύθυνη επιλογή και η διαμαρτυρία ως εισιτήριο για την περιπέτεια. Εκεί η αυτοπεποίθηση της εξουσίας κινδυνεύει να γίνει κάτι πιο ενοχλητικό: η πεποίθηση ότι μπορεί να αξιολογεί όχι μόνο τις δικές της πράξεις, αλλά και την ορθότητα της ψήφου εκείνων που την αξιολογούν. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρησιμοποίησε στη Θεσσαλονίκη τον στίχο «Ωραία που τα λες, μα έλα που σε ξέρω». Τον προόριζε για τους αντιπάλους του. Μόνο που ύστερα από τόσα χρόνια στην εξουσία οι στίχοι παύουν να υπακούουν σε αυτόν που τους διάλεξε. Κάποια στιγμή γυρίζουν προς τη σκηνή και τους τραγουδάει το κοινό.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy