Το 1996, ο Eminem κυκλοφόρησε έναν δίσκο που σχεδόν κανείς δεν αγόρασε. Έναν χρόνο αργότερα, μια προκλητική περσόνα θα άλλαζε τη ζωή του και την ιστορία του hip-hop.
Το 1996, ο Eminem δεν προκαλούσε σκάνδαλα. Προκαλούσε κυρίως αδιαφορία. Είχε τις ρίμες, την τεχνική, το πείσμα και έναν δίσκο στα χέρια του. Εκείνο που δεν είχε ήταν μεγάλη απήχηση. Λίγα χρόνια αργότερα, πολιτικοί θα τον κατηγορούσαν ότι δηλητηρίαζε τη νεολαία και εκατομμύρια παιδιά θα μάθαιναν απέξω κάθε προσβολή του. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο Eminem μεσολάβησε μια αποτυχία. Και η επινόηση ενός ανθρώπου που δεν υπήρχε. Ο Μάρσαλ Μάδερς ήταν 24 ετών όταν κυκλοφόρησε το Infinite, στις 12 Νοεμβρίου 1996. Είχε γίνει πατέρας και προσπαθούσε να επιβιώσει στο Ντιτρόιτ, μια πόλη όπου το ταλέντο δεν εξασφάλιζε ούτε το εισιτήριο του λεωφορείου. Στο Never 2 Far μιλά για την έλλειψη χρημάτων και ονειρεύεται την ημέρα που οι δίσκοι του θα τον έβγαζαν από τη φτώχεια. Δεν ακούγεται σαν μελλοντικός εχθρός της δημόσιας ηθικής. Ακούγεται σαν νέος πατέρας που θέλει να πληρώσει το νοίκι.
Στην αυτοβιογραφία του The Way I Am θα έγραφε αργότερα ότι το Infinite πούλησε «ίσως 70 αντίτυπα». Δεν διαθέτουμε πιστοποιημένο αριθμό πωλήσεων· γνωρίζουμε ότι η διανομή ήταν περιορισμένη, ότι ο δίσκος σχεδόν δεν έφυγε από το Ντιτρόιτ. Εκ των υστέρων, τα 70 αντίτυπα έγιναν μια θαυμάσια ιστορία για την επιμονή. Τότε δεν είχαν τίποτα το θαυμάσιο. Ήταν το απογοητευτικό αποτέλεσμα πολλών χρόνων δουλειάς. Το παράξενο είναι ότι ο δίσκος δεν είναι κακός. Ο Eminem παίζει με τις συλλαβές σαν να προσπαθεί να χωρέσει τρεις σκέψεις στον χρόνο που οι άλλοι χρειάζονται για μία. Οι ρίμες του είναι απαιτητικές, οι μουσικές βάσεις έχουν τζαζ αποχρώσεις, ακούγονται οι επιρροές του Nas και του AZ. Εδώ βρίσκεται και η αδυναμία του. Θέλει τόσο πολύ να αποδείξει ότι ανήκει στους καλούς ράπερ, ώστε συχνά ακούγεται σαν να δίνει εξετάσεις στην ιστορία του hip-hop.
Όχι όμως παντού. Στο Open Mic ξεφεύγουν ήδη οι πρώτες σκοτεινές εικόνες και η βίαιη υπερβολή που αργότερα θα συνδέαμε με τον Slim Shady. Αυτό έχει σημασία: ο χαρακτήρας δεν εμφανίστηκε ξαφνικά, σαν θεραπεία για τις κακές πωλήσεις. Ήταν μια δυνατότητα που υπήρχε στη γραφή του Μάρσαλ, αλλά δεν είχε ακόμη κυριαρχήσει. Το Infinite αποτυπώνει ακριβώς αυτή την αμηχανία: έναν μουσικό που γνωρίζει πώς να χειρίζεται τη γλώσσα και διστάζει ακόμη να φανερώσει τι μπορεί να κάνει μ’ αυτήν.
Οι αδελφοί Μαρκ και Τζεφ Μπας του έδωσαν χώρο να ηχογραφήσει, τον υποστήριξαν και προσπάθησαν να κάνουν τα τραγούδια του πιο κατάλληλα για το ραδιόφωνο. Ήθελαν ο δίσκος να ακουστεί παντού. Μόνο που η προσπάθεια να αφαιρεθούν οι πιο άβολες γωνίες από έναν καλλιτέχνη μπορεί να αφαιρέσει και αυτό που τον κάνει αναγνωρίσιμο. Η αποτυχία του Infinite δεν αποδεικνύει ότι κάθε συμβιβασμός είναι λάθος. Δείχνει όμως πόσο εύκολα η φιλοδοξία της αποδοχής καταλήγει σε κάτι αδιάφορο.

Ο Μάρσαλ δεν ξεκινούσε από το κενό. Η hip-hop σκηνή του Ντιτρόιτ ήταν απαιτητική γεμάτη αναμετρήσεις. Στο Hip Hop Shop είχε μάθει να αντιμετωπίζει άλλους ράπερ. Εκεί κέρδιζες τον σεβασμό με τους στίχους σου, όχι με μια ιστορία δύσκολων παιδικών χρόνων. Ως λευκός καλλιτέχνης μέσα σε μια κουλτούρα με μαύρες αμερικανικές ρίζες, χρειαζόταν να αποδείξει ότι δεν ήταν ένας περαστικός επισκέπτης. Αργότερα η ίδια λευκή του ταυτότητα θα βοηθούσε την εμπορική του διείσδυση σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό. Οι δύο πραγματικότητες δεν αλληλοαναιρούνται.
Μετά το Infinite συνέχισε να δουλεύει σε κουζίνες και να παλεύει με τις απογοητεύσεις του. Όταν είσαι άγνωστος, η αποτυχία δεν αποτελεί ακόμη «πολύτιμο μάθημα». Είναι η πιθανότητα να μην υπάρξει επόμενος δίσκος. Από αυτή την περίοδο βγήκε ο Slim Shady, μια καρικατούρα γεμάτη θυμό, μαύρο χιούμορ και αποκρουστικές φαντασιώσεις. Στο The Slim Shady EP του 1997, ο Eminem δεν ζητούσε πια να είναι συμπαθής. Έκανε ό,τι μπορούσε για να γίνει αδύνατο να τον αγνοήσεις.
Η νέα περσόνα ήταν ταυτόχρονα δημιουργική απελευθέρωση και βολικό άλλοθι. Ο Μάρσαλ μπορούσε να κρύβεται πίσω από έναν ήρωα που έλεγε όσα ο ίδιος δεν θα τολμούσε να πει ανοιχτά. Η σάτιρα όμως δεν μετατρέπει αυτομάτως τον μισογυνισμό ή τη βία σε αθώο αστείο. Ο Slim Shady μπορούσε να είναι αστείος, ευφυής και σκληρός μέχρι αηδίας ταυτόχρονα. Εκεί βρισκόταν η καλλιτεχνική του δύναμη αλλά και το πρόβλημα που θα τον ακολουθούσε όταν έγινε διάσημος.
Τον Οκτώβριο του 1997, στους Rap Olympics στο Λος Άντζελες, ο Eminem έφτασε στον τελικό και έχασε από τον Otherwize. Αυτή τη φορά η ήττα του είχε διαφορετική κατάληξη. Ο Ντιν Γκάιστλινγκερ της Interscope ζήτησε αντίτυπο του EP του· το υλικό έφτασε στον Τζίμι Αϊόβιν και από εκεί στον Dr. Dre. Το 1999 κυκλοφόρησε το The Slim Shady LP. Η επιτυχία δεν ήρθε επειδή ξαφνικά έμαθε να ραπάρει. Ήρθε όταν η δεξιοτεχνία του συνάντησε έναν χαρακτήρα που η βιομηχανία μπορούσε να πουλήσει.
Το Infinite παραμένει σήμερα ένα παράξενο κειμήλιο. Τα αυθεντικά αντίτυπά του έγιναν συλλεκτικά, ενώ ολόκληρο το άλμπουμ δεν έχει κυκλοφορήσει επίσημα στις μεγάλες πλατφόρμες streaming, εν μέρει λόγω ζητημάτων με τα δικαιώματα. Το έργο που κάποτε δεν μπορούσε να βρει θέση στα ράφια έχει αποκτήσει την αίγλη του δυσεύρετου. Αλλά δεν χρειάζεται να το εξιδανικεύσουμε. Είναι η ηχογράφηση ενός ταλαντούχου ανθρώπου πριν μάθει να χρησιμοποιεί τις αντιφάσεις του ως υλικό.
Ο Eminem πέρασε χρόνια προσπαθώντας να αποδείξει ότι άξιζε μια θέση στο hip-hop. Όταν τελικά την κέρδισε, είχε πάψει να ενδιαφέρεται αν θα τον συμπαθούσαν. Ο Slim Shady τού πρόσφερε την ελευθερία να λέει όσα μέχρι τότε συγκρατούσε. Η μουσική βιομηχανία ανακάλυψε πολύ γρήγορα πόσα χρήματα μπορούσε να βγάλει από αυτή την ελευθερία. Και κάπως έτσι, ένας νεαρός που δεν μπορούσε να πουλήσει τον πρώτο του δίσκο κατάφερε να μετατρέψει τη δυσφορία του σε μια από τις πιο επικερδείς καριέρες του hip-hop.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







