Πρίν λίγες ημέρες στο ημίχρονο του αγώνα Ελλάδας και Αγγλίας στο Παγκρήτιο Στάδιο, κορίτσια ηλικίας πέντε έως οκτώ ετών μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο για να παίξουν ποδόσφαιρο. Στις εξέδρες βρίσκονταν 3.893 θεατές. Λίγα λεπτά νωρίτερα είχαν παρακολουθήσει τις πρωταθλήτριες Ευρώπης να αντιμετωπίζουν τις γυναίκες που φορούν τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδας. Για τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά, το ποδόσφαιρο είναι ακόμη ένα παιχνίδι. Τρέχουν πίσω από μια μπάλα, προσπαθούν να σκοράρουν, πανηγυρίζουν και επιστρέφουν στην επόμενη φάση χωρίς να σκέφτονται τίποτα περισσότερο. Η δυσκολία θα αρχίσει αργότερα, όταν η επιθυμία τους να συνεχίσουν θα χρειαστεί να συναντήσει κάτι περισσότερο από την ενθάρρυνση των γονιών τους.
Η εικόνα εκείνου του ημιχρόνου περιγράφει ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα του ελληνικού αθλητισμού. Απόψε 13 Οκτωβρίου, η Εθνική Γυναικών αντιμετωπίζει την Αγγλία στο Λέστερ, στη ρεβάνς του πρώτου γύρου των playoffs για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2027. Το 3-1 του Παγκρητίου αφήνει ελάχιστα περιθώρια για ανατροπή, ενώ ακόμη και μια ενδεχόμενη πρόκριση θα οδηγούσε σε δεύτερο γύρο. Η απόσταση όμως που χωρίζει το ελληνικό από το αγγλικό ποδόσφαιρο δεν αποτυπώνεται μόνο στο αποτέλεσμα ενός αγώνα. Είναι η απόσταση ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μια κοινωνία αντιμετωπίζει τις γυναίκες που θέλουν να παίξουν ποδόσφαιρο.
Το 2022 όταν η Αγγλία κατέκτησε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα στο Γουέμπλεϊ, 87.192 άνθρωποι παρακολούθησαν τον τελικό. Τρία χρόνια αργότερα οι Αγγλίδες κατέκτησαν ξανά τον τίτλο. Οι ποδοσφαιρίστριες είχαν γίνει αναγνωρίσιμα πρόσωπα, το εγχώριο πρωτάθλημα προσέλκυε μεγαλύτερο κοινό και οι επιτυχίες της Εθνικής είχαν μετατρέψει το άθλημα σε μέρος της δημόσιας συζήτησης. Η αλλαγή δεν συνέβη επειδή οι Άγγλοι ανακάλυψαν ξαφνικά ότι και οι γυναίκες μπορούν να παίζουν καλό ποδόσφαιρο. Είχαν προηγηθεί χρόνια επενδύσεων, οργανωμένης ανάπτυξης, τηλεοπτικής προβολής και διεκδικήσεων για καλύτερες συνθήκες. Οι επιτυχίες της Εθνικής επιτάχυναν μια διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει. Το γυναικείο ποδόσφαιρο απέκτησε σταδιακά τη δυνατότητα να κρίνεται ως άθλημα, με τους αγώνες, τους πρωταγωνιστές και τις αντιπαλότητές του, χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά κάποιος να εξηγεί γιατί αξίζει την προσοχή του κοινού.
Στην Ελλάδα, μια ανάλογη αλλαγή παραμένει ζητούμενο. Θα ήταν ωστόσο άδικο να αγνοήσουμε όσα έχουν ήδη γίνει. Η Εθνική ολοκλήρωσε την πρώτη φάση των προκριματικών με τέσσερις νίκες σε ισάριθμους αγώνες απέναντι στη Γεωργία και τα Νησιά Φερόε, κερδίζοντας την άνοδο στη League B και τη συμμετοχή στα playoffs. Την αγωνιστική περίοδο 2025-2026, σύμφωνα με την Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, εκδόθηκαν 894 νέα δελτία ποδοσφαιριστριών, αριθμός-ρεκόρ. Οι εγγραφές προήλθαν από 109 σωματεία και 46 ποδοσφαιρικές Ενώσεις. Περισσότερα κορίτσια βρίσκουν επομένως τον δρόμο προς το οργανωμένο ποδόσφαιρο και αυτό αποτελεί πραγματική πρόοδο. Ωστόσο η αύξηση της συμμετοχής δεν απαντά αυτομάτως στο σημαντικότερο ερώτημα: πόσες από αυτές τις αθλήτριες θα έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν μεγαλώνοντας; Η μετάβαση από την παιδική ακαδημία στον ανταγωνιστικό αθλητισμό απαιτεί ένα σύστημα που μπορεί να στηρίξει την εξέλιξή τους. Πόσες Ελληνίδες ποδοσφαιρίστριες μπορούν σήμερα να ζουν από το άθλημά τους; Πόσες συνδυάζουν τις προπονήσεις με μια δεύτερη δουλειά; Τα δημόσια διαθέσιμα, συγκρίσιμα στοιχεία δεν επαρκούν για μια ολοκληρωμένη εικόνα. Αυτή η έλλειψη γνώσης θα έπρεπε να αποτελεί αφετηρία σοβαρής δημοσιογραφικής έρευνας.

Η σημασία αυτών των ερωτημάτων γίνεται ακόμη μεγαλύτερη με αφορμή τη διεθνή έρευνα που δημοσίευσε στις χθες η FIFPRO, η παγκόσμια ένωση επαγγελματιών ποδοσφαιριστών. Περίπου 800 ποδοσφαιρίστριες από διαφορετικές χώρες συμμετείχαν στην καταγραφή των συνθηκών εργασίας τους. Το 49% δήλωσε ότι εξετάζει το ενδεχόμενο πρόωρης αποχώρησης από το ποδόσφαιρο. Από όσες σκέφτονται να εγκαταλείψουν το άθλημα, το 59% επικαλέστηκε οικονομικούς λόγους και το 46% ψυχολογική πίεση. Τα ποσοστά δεν περιγράφουν ειδικά την ελληνική πραγματικότητα και δεν θα ήταν σωστό να χρησιμοποιηθούν σαν να αποτελούν εγχώρια στατιστικά δεδομένα. Αναδεικνύουν όμως μια αντίφαση που διαπερνά το σύγχρονο γυναικείο ποδόσφαιρο: η δημοτικότητά του μεγαλώνει, οι διοργανώσεις του προσελκύουν χορηγούς και τηλεοπτικό ενδιαφέρον, αλλά ένα σημαντικό μέρος των γυναικών που το υπηρετούν εξακολουθεί να αμφιβάλλει αν μπορεί να συνεχίσει. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην έλλειψη φιλοδοξίας των αθλητριών. Βρίσκεται στο χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες που δημιουργεί η ανάπτυξη του αθλήματος και στις δυνατότητες που προσφέρει σε όσες το επιλέγουν.

Υπάρχει ωστόσο και ένα άλλο ζήτημα που αφορά άμεσα τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Το γυναικείο ποδόσφαιρο κατακτά συνήθως χώρο στην επικαιρότητα όταν προκύπτει ένας σημαντικός διεθνής αγώνας ή μια επιτυχία που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Η καθημερινότητα του ελληνικού πρωταθλήματος, οι αθλήτριες, οι ιστορίες των συλλόγων και οι αγωνιστικές αντιπαλότητες σπανίως απολαμβάνουν ανάλογη προσοχή. Η συνηθισμένη εξήγηση είναι ότι το κοινό δεν ενδιαφέρεται αρκετά. Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που περιέχει ένα μέρος της πραγματικότητας, αλλά παρακάμπτει τον ρόλο της ίδιας της δημοσιογραφίας στη διαμόρφωση αυτού του ενδιαφέροντος. Κανένα άθλημα δεν απέκτησε πιστό κοινό χωρίς συνεχή παρουσία, ιστορίες που δημιουργούν σχέσεις με τους πρωταγωνιστές του και αγώνες που αποκτούν σημασία πέρα από το ενενηντάλεπτο. Πώς θα γνωρίσει ο φίλαθλος την Ελένη Μάρκου, την Καλλίστη Μπρουκσάιρ ή την Ιωάννα Παπαθεοδώρου αν τις συναντά μόνο σε κάποια σποραδική είδηση της Εθνικής; Πώς θα αποκτήσει σχέση με ένα πρωτάθλημα του οποίου την εξέλιξη σπάνια παρακολουθεί; Δεν μπορούμε να απαιτούμε από το κοινό να αγαπήσει κάτι που εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε προσπαθήσει να του γνωρίσουμε.

Η ευθύνη φυσικά δεν περιορίζεται στους δημοσιογράφους. Η Ομοσπονδία, οι σύλλογοι και όσοι επενδύουν στο ποδόσφαιρο οφείλουν να αντιμετωπίζουν την ανάπτυξη του γυναικείου παιχνιδιού ως μέρος της συνολικής εξέλιξης του αθλήματος και όχι ως μια υποχρέωση που εξαντλείται σε απολογισμούς και επετειακές αναφορές. Οι ποδοσφαιρίστριες δεν χρειάζονται διαρκή επιβράβευση επειδή είναι γυναίκες που παίζουν ποδόσφαιρο. Χρειάζονται την ευκαιρία να αναγνωριστούν για όσα καταφέρνουν. Στο Παγκρήτιο, η Μπρουκσάιρ σκόραρε απέναντι στην Αγγλία, αξιοποιώντας την προσπάθεια της Παπαθεοδώρου. Η Ελλάδα είχε ήδη δεχθεί τρία γκολ και συνέχισε να αγωνίζεται απέναντι σε μια πολύ ισχυρότερη ομάδα. Δεν χρειάζεται να μετατρέψουμε μια ήττα σε ηθικό θρίαμβο για να αναγνωρίσουμε την προσπάθεια. Ούτε να προσποιηθούμε ότι η απόσταση από την ευρωπαϊκή κορυφή μπορεί να καλυφθεί με περισσότερο πάθος. Το ελληνικό ποδόσφαιρο αγαπά τις ιστορίες υπέρβασης, ιδίως όταν μπορεί να τις αφηγηθεί χωρίς να εξετάσει όσα προηγήθηκαν. Αλλά η πρόοδος ενός αθλήματος δεν μπορεί να στηρίζεται διαρκώς στην ικανότητα ορισμένων ανθρώπων να πετυχαίνουν περισσότερα με λιγότερα.
Απόψε στο King Power Stadium, η Αγγλία θα επιχειρήσει να εξασφαλίσει την πρόκριση στον επόμενο γύρο και η Ελλάδα θα προσπαθήσει να διεκδικήσει ό,τι της επιτρέψουν οι αγωνιστικές της δυνατότητες. Το αποτέλεσμα θα καταγραφεί, θα σχολιαστεί και σύντομα θα παραχωρήσει τη θέση του στην επόμενη αθλητική είδηση. Η συζήτηση όμως για το ελληνικό γυναικείο ποδόσφαιρο δεν μπορεί να τελειώσει με το τελευταίο σφύριγμα. Σε δέκα χρόνια, τα κορίτσια που μπήκαν στο χορτάρι του Παγκρητίου θα είναι δεκαπέντε έως δεκαοκτώ ετών. Κάποια θα έχουν εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο, άλλα θα το αγαπούν ακόμη και μερικά μπορεί να ονειρεύονται τη φανέλα της Εθνικής. Δεν θα έχει σημασία πόσο εντυπωσιακή ήταν η εμπειρία εκείνου του ημιχρόνου. Θα έχει σημασία αν το ελληνικό ποδόσφαιρο τους έδωσε αρκετούς λόγους να παραμείνουν στο παιχνίδι.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







