Skip to main content

Με αφορμή το ντοκιμαντέρ «Η ανοσία της Εύας» του Γιάννη Μισουρίδη βρέθηκα με τη ζωγράφο και περφόρμερ Εύα Κολιοπάντου στο εργαστήριο της. Το ντοκιμαντέρ το είχα δει στην τεχνική προβολή πριν κάποιους μήνες κι ακόμη το σκέφτομαι πολύ, το σκέφτομαι βαθιά. Η Εύα, μέλος του ντουέτου ANOSIA μαζί με τον Στέφανο Χανδέλη, ζει και αναπνέει κοινοβιακά χωρίς να χάνει καθόλου τη μοναδικότητα της.

Έχει χαράξει μια πορεία πολυκύμαντη και χωρίς να είναι ποτέ στο επίκεντρο είναι πάντα παρούσα σε μεγάλες στιγμές. Από την Καισαριανή των 70ς, στα πανκ Εξάρχεια των 80ς, από τη Καλών Τεχνών στην έρημο της Τυνησίας, από την ζωγραφική στην περφόρμανς, μιλάει ανοιχτά για την τρέλα, τη δημιουργικότητα, τον καρκίνο, τη βαθιά ανάγκη να προκαλείς ρωγμή στην καθημερινότητα.

Είναι ένα ζώο περήφανο, πολύπλοκο, γενναιόδωρο, ανοιχτό, πάσχον, ελεύθερο, ζωντανό. Κι αυτό ο φακός του Γιάννη Μισουρίδη το αποτύπωσε με πραγματική μαεστρία στη μεγάλη οθόνη. Αυτή είναι η Εύα Κολιοπάντου με δικά της λόγια:

Γεννήθηκα στο νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», εκεί που πέθανε η μάνα μου. Μεγάλωσα στη Καισαριανή. Η πρώτη ανάμνηση της ζωής μου είναι ένα μωσαϊκό που σφουγγάριζα εγώ γιατί η μάνα μου ήταν τότε έγκυος στον αδερφό μου.

Στο σχολείο περνούσα πολύ ωραία. Μου άρεσε πολύ να μαθαίνω και ότι άνηκα σε μια κοινότητα. Αυτή την ανάγκη για κοινότητα, την είχα πάντα, μάλλον με αυτή γεννήθηκα.

Μικρή έκανα μαθήματα παραδοσιακών χορών. Πηγαίναμε σε φεστιβάλ, φορούσαμε και αυθεντικές στολές. Έχουν μεγάλη σοφία αυτοί οι χοροί γιατί έχει εξίσου σημασία το πώς θα χορέψει το κάθε άτομο αλλά και το σύνολο των χορευτών. Μετά, στο γυμνάσιο, έκανα ιππασία και σκοποβολή και δεν άκουγα καθόλου ελληνικά.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος | taph

Μάθαινα πιάνο στο ωδείο αλλά επειδή δεν είχαν οι γονείς μου λεφτά να πάρουμε πιάνο στο σπίτι είχα ζωγραφίσει τα πλήκτρα στο θρανίο μου και μελετούσα εκεί, παίζοντας με αυτό τον τρόπο. Φαντάσου πόσο το αγαπούσα! Με τα πολλά κατάλαβαν οι γονείς μου ότι ήταν κάτι που το ήθελα πολύ και νοικιάσαμε ένα πιάνο. Τους πίεζα πολύ για κάτι τέτοια. Η μαμά μου με έλεγε «Μαντάμ Σουσού». Τελικά το πιάνο το παράτησα όταν πήγα στην Καλών Τεχνών.

Από μικρή ζω μέσα στη φαντασία μου. Ήταν θέμα επιβίωσης γιατί ήταν τρομερά δύσκολα χρόνια. Έχω μεγαλώσει πολύ φτωχικά με κάποιες σύντομες εναλλαγές καλοπέρασης. Ο πατέρας μου ήταν ζωγράφος σκηνικών στον κινηματογράφο, είχε δουλέψει με πολλούς, με τον Αγγελόπουλο και άλλους. Κάποιες φορές με έπαιρνε μαζί του στα γυρίσματα, μάλιστα οχτώ μηνών με βάλανε να «παίξω» στην ταινία «Αγάπη και Αίμα» με την Καρέζη και τον Καζάκο. Αυτή ήταν η πρώτη μου περφόρμανς.

Η ψυχική ασθένεια της μαμάς μου εξελίχθηκε σιγά σιγά, μέχρι τη μεγάλη κρίση την οποία έπαθε όταν ήταν πια 60 χρονών κι εγώ ήμουν 40. Πήγαινα και τη βοηθούσα, όπως και τον αδερφό μου. Ο αδερφός μου είναι πιο σοβαρή περίπτωση, έχει σχιζοφρένεια. Από μικρός είχε θέμα. Αλλά η μεγαλύτερη δυσκολία όταν μεγάλωνα ήταν η φτώχεια. Ευτυχώς όμως ζούσαμε στην Καισαριανή· ήταν γειτονιά πραγματική, είχα φίλες, είχα την αίσθηση της κοινότητας. Την αγαπώ την Καισαριανή.

Στις τελευταίες τάξεις του σχολείου έψαξα και βρήκα ένα γραφείο επαγγελματικού προσανατολισμού γιατί πραγματικά ήμουν πολύ μπερδεμένη για το τι έπρεπε να κάνω. Θυμάμαι ότι πήγα εκεί και δεν έβγαλα άκρη γιατί μου είπαν ότι δεν μπορούν να με κατατάξουν κάπου. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που με χαρακτηρίζει όλη μου τη ζωή, δεν μπορούν να με κατατάξουν κάπου.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος | taph

To 1984 τελείωσα το λύκειο και επειδή εμένα μου άρεσαν πολλά πράγματα, δεν ήξερα τι να επιλέξω ως επόμενο βήμα. Την ιδέα για τη σχολή Σταυράκου μου την έδωσε πατέρας μου, με τον οποίο γενικά δεν ήμασταν πολύ κοντά αλλά όταν τον χρειαζόμουν ήταν εκεί, λέγοντας «Πήγαινε αλλά να ξέρεις ότι δεν θα μάθεις και τίποτα». Γράφτηκα στη σκηνογραφία αλλά δεν μου άρεσε και έτσι παρακολουθούσα τα μαθήματα της σκηνοθεσίας. Πιο πολύ απ’ όλα μου άρεσε το μάθημα μοντάζ.

Στα μαθήματα σκηνοθεσίας οι περισσότεροι ήταν κατά πολύ μεγαλύτεροι μου και πολύ περισσότερο διαβασμένοι στα πολιτικοϊστορικά. Ένιωθα ότι δεν καταλαβαίνω καν τι συζητάνε, δεν είχα ασχοληθεί με όλα αυτά. Ευτυχώς τότε με στήριξε ο τωρινός μου συγκάτοικος ο Χρήστος, με τον οποίο ήμασταν μαζί από το σχολείο, και η παρέα του Δημήτρη Παπαϊάννου, του Αλέξη Μπίστικα και των υπολοίπων. Τις μακέτες μου του πρώτου έτους, τις έφτιαξα στο σπίτι του Παπαϊωάννου, στην Ερεσού.

Εκείνη την περίοδο είχα κολλήσει με κάποιες καλλιτεχνικές παρέες στα Εξάρχεια, θυμάμαι για παράδειγμα τον Παύλο Τάσσιο. Είχα βρει και μια δουλειά σε μια διαφημιστική, να τους φτιάχνω τα σκηνικά, αλλά δεν άρεσε γιατί δεν ήταν καθόλου δημιουργική, κι έφυγα. Είχα φτιάξει μια ζωή, ας το πούμε έτσι, και τότε έτυχε να περάσω έξω από ένα φροντιστήριο για την Καλών Τεχνών και εντελώς παρορμητικά μπήκα μέσα. Ρώτησα τι και πώς και ανακάλυψα ότι ο άνθρωπος με τον οποίο μιλούσα ήταν συγγενής του πατέρα μου. Κι έτσι έκανα φροντιστήριο χωρίς να πληρώνω. Δεν θα μπορούσα να παρακολουθήσω αλλιώς αφού δεν είχα λεφτά.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος | taph

Τον τωρινό μου συγκάτοικο, τον Χρήστο, τον ξέρω από το σχολείο. Όταν είχαμε γνωριστεί είχαμε μια έντονη σχέση, είχε και το ερωτικό στοιχείο και όλα. Δεν ξέρω, μπορεί να ήταν η γενιά μου, μπορεί να ήταν ότι εγώ με τέτοιες παρέες έμπλεκα, όπως και να ‘χει εμείς τότε αμφισβητούσαμε τα πάντα. Δεν υπήρχαν οι ταμπέλες «τα έχουμε», «δεν τα έχουμε». Ήταν όλα ανοιχτά, χωρίς ζήλιες, και αυτό ίσχυε για όλους μας. Ήταν και το πανκ που μας το έβγαζε αυτό.

Ήμουν στην πανκ κοινότητα, χωρίς να είμαι στον πυρήνα της. Ήρθαν οι Panx Romana και μου λένε «θέλουμε να κάνουμε ένα τραγούδι, να το στείλουμε στην επιτροπή για τη Γιουροβίζιον». Ήθελαν όντως να το κάνουν, για να τρολάρουν βέβαια. Πήγαμε λοιπόν σε στούντιο και ηχογραφήσαμε το τραγούδι «Εδώ Πολυτεχνείο, Εδώ νεκροταφείο». Δεν ξέρω αν κάπου μπορούμε να βρούμε το κομμάτι. Θα ρωτήσω τον Φρανκ (σ.σ. Panx). Εγώ κανονικά ήμουν μέλος στο συγκρότημα Viridian Green.

Προτεραιότητά μου τότε ήταν να μάθω, ήταν το μόνο που με ένοιαζε. Ένιωθα ανίκανη, ότι δεν ξέρω τίποτα. Μου είχε κολλήσει αυτό, λανθασμένα από όσο καταλαβαίνω πια. Φαντάσου μου είχε πει ο Δημήτρης (σ.σ. Παπαϊωάννου) να μπω στην Ομάδα Εδάφους, που τότε γεννιόταν, κι εγώ αρνήθηκα γιατί ένιωθα ότι δεν ήμουν αρκετά καλή σε κάτι και έπρεπε πρώτα να σπουδάσω. Δεν είχα το μυαλό που έχω τώρα.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος | taph

Στο φροντιστήριο για την Καλών Τεχνών γνώρισα τον Στέφανο (σ.σ. Χανδέλη). Μπήκαμε μαζί στην Καλών Τεχνών και είχαμε τη λογική «Τι είναι εδώ; Δεν μας αρέσει. Οκ, δεν πειράζει, θα μάθουμε μόνοι μας». Κάναμε 4-5 άτομα λοιπόν μια κολεκτίβα και το πιάσαμε όλο από την αρχή. Αυτοδίδακτοι ήμασταν ουσιαστικά. Φτιάχναμε μόνοι μας τα χρώματα, παρακολουθούσαμε όσο γινόταν τη σχολή γιατί είχαμε όλο καταλήψεις· ευτυχώς ο Μυταράς στήριξε τη δουλειά μας και έτσι περνούσαμε τα έτη, παίρναμε κι υποτροφίες. Εγώ ήμουν ευτυχισμένη αφού είχα τζάμπα φαγητό στη λέσχη και επειδή περνούσα όλη τη μέρα μακριά από το σπίτι μου, με φίλους και μαθαίνοντας. Απίστευτα χρόνια με πολύ ωραία έργα, από τα καλύτερα που έχουμε κάνει. Αυτό που το πας;

Στη σχολή ακούγαμε διθυράμβους για τη δουλειά μας. Μας έλεγαν ότι εμείς ως ντουέτο -δηλαδή ο Στέφανος κι εγώ- πρέπει να φύγουμε έξω, ότι η δουλειά μας είναι για τη Νέα Υόρκη. Πώς να πηγαίναμε στη Νέα Υόρκη; Εμάς δεν μας έφταναν τα λεφτά να πάμε στο Λαύριο. Το 1993 τελειώσαμε τη ζωγραφική και το 1994 μπήκαμε κατ’ εξαίρεση στο εργαστήρι γλυπτικής του Παπαγιάννη. Όταν τελείωσε η σχολή και έπρεπε να πουλήσουμε καταλάβαμε ότι μπαίνουν κι άλλα πράγματα στη μέση. Ήρθε μια μεγάλη παραγγελία, βγάλαμε κάποια λεφτά και μετά κενό.

Το 1996 έφτιαξα ένα portofolio με τα έργα μου και έψαχνα μήπως κάνω κάτι σε γκαλερί. Για εμάς τα φτωχαδάκια που δεν είχαμε επαφές το να μας πάρει η γκαλερί φάνταζε τρομερή επιτυχία. Πήρα πολλά «όχι» αλλά τελικά πήρα κι ένα «ναι», από την γκαλερί Έκφραση της Γιάννας Γραμματοπούλου. Έλα όμως που δεν ήθελε τα γυμνά μου στην έκθεση, παρότι είχε ενθουσιαστεί όταν τα είχε πρωτοδεί στο portofolio. Τα βάλαμε στον υπόγειο χώρο και έκατσα κι έφτιαξα τοπία για την έκθεση. Εγώ εν τω μεταξύ είχα κάνει πέντε χρόνια μελέτης στην ανθρώπινη μορφή αλληλοποζάροντας και ζωγραφίζοντας μαζί με τους υπόλοιπους και βρέθηκα να ζωγραφίζω τοπία, πράγμα που δεν μου άρεσε. Αυτή ήταν η πρώτη μου ατομική έκθεση, η πρώτη και μοναδική.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος | taph

Το 1996 επίσης, έδωσα εξετάσεις για την υποτροφία εσωτερικού του ΙΚΥ και ευτυχώς την πήρα. Πιάσαμε ένα νεοκλασικό κοντά στα δικαστήρια της Ευελπίδων μαζί με τον Στέφανο και την Έφη και φτιάξαμε εκεί το εργαστήριο μας. Ζωγραφίζαμε καθημερινά και είχαμε μια αισιοδοξία ότι κάτι θα καταφέρουμε. Όμως δεν πήγαν καλά τα πράγματα, με το ζόρι συντηρούσαμε το εργαστήρι και παίρναμε τα υλικά μας.  Όλοι περνούσαν καλά γύρω μου, ξέρεις με το ΠΑΣΟΚ κι όλα αυτά, αλλά εγώ όχι, γιατί δεν είχα και πολλές παρέες τότε. Ζωγράφιζα όμως καθημερινά και πολύ.

Το 2006 είχα κάνει μια αγελάδα για το Cowparade. Ούτε θυμάμαι πώς βρέθηκα εκεί. Πάντως η αγελάδα μου, που την είχαν τοποθετήσει στην Καπνικαρέα, είχε μεγάλη επιτυχία και πωλήθηκε ακριβά στη δημοπρασία. Εγώ πάλι στον κόσμο μου, ιδέα δεν είχα απ’ αυτά. Μου ήρθε ξαφνικά μια μέρα η αγελάδα στο εργαστήριο, την έφτιαξα κι αυτό ήταν. Κάποια στιγμή αργότερα, με πήραν από τη διοργάνωση τηλέφωνο, να πάω σε ένα πάρκο που είχαν μια εκδήλωση. Εκεί με βρήκε η Vassiliki, μου είπε πόσο της άρεσε η αγελάδα μου και ζήτησε το τηλέφωνό μου. Όντως, με πήρε μετά από τρεις μήνες.

Μου πρότεινε η Vassiliki να πάω μαζί της στην Πάρο για μια δουλειά. Άκουσα εγώ δουλειά κι είπα αμέσως ναι. Δουλεύαμε ένα δικό της project εκεί και μου πρότεινε να ζήσω μαζί της στην Εκάλη για να εργάζομαι πάνω σε διάφορα project. Ζήτησα από τον Στέφανο, που τότε ήταν στη Σίφνο, να έρθει στην Πάρο για να με συμβουλεύσει. Τελικά, αποφάσισα να πάω στην Εκάλη. Εκεί ήταν μια άλλη ζωή, λίγο περίεργη για μένα. Εγώ βέβαια ήμουν όλη την ώρα στο ατελιέ, εκτός από κάποια ταξίδια που κάναμε στο Μιλάνο.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος | taph

Τότε έκανα ένα ταξίδι με τον Χρήστο στην Τυνησία. Βασικά, θέλαμε να αποφύγουμε τα Χριστούγεννα, που δεν μας άρεσαν καθόλου, κι έτσι κανόνισα ένα ταξίδι στην έρημο. Μόλις φτάσαμε στο ξενοδοχείο στη μέση του πουθενά είδαμε ότι το είχαν διακοσμήσει με Άη Βασίληδες, έλκηθρα και χριστουγεννιάτικα στολίδια.

Έπαθα τρέλα με την έρημο. Μας είχε πει ο ξεναγός ότι εκεί που θα μας πήγαιναν για να κάνουμε βόλτες με τις καμήλες θα μας προσεγγίσουν κάποια άτομα με άλογα και να μη δώσουμε σημασία γιατί θέλουν λεφτά. Εγώ όμως έπαθα έρωτα με την έρημο, όπως έχω έρωτα με τη θάλασσα. Και με το που βλέπω τα άλογα που τα λατρεύω, ξετρελάθηκα. Είδα τον καβαλάρη, ανέβηκα σε ένα άλογο, έφυγα από το γκρουπ, μας έψαχναν 2-3 ώρες. Είχα πάθει έναν άκρατο ενθουσιασμό, μανία σχεδόν. Την επόμενη χρονιά αποφάσισα να πάω μόνη μου στην Τυνησία για να μείνω και είπα στη Vassiliki ότι φεύγω. Πήγα με δύο Τυνήσιους φίλους, γιατί τα ταξιδιωτικά γραφεία δεν μου έβγαζαν εισιτήριο τότε, μιλάμε 20 χρόνια πριν, με την αιτιολογία ότι ως μόνη γυναίκα θα ήταν επικίνδυνο για μένα αυτό το ταξίδι. Δεν πήγε πολύ καλά όλο αυτό γιατί εγώ πήγα για να το ζήσω όπως οι ντόπιοι και οι Τυνήσιοι μου έπαιρναν ελληνικά γιαουρτάκια για να με ευχαριστήσουν. Έτσι, τελικά, επέστρεψα στην  Ελλάδα.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος | taph

Οι ζυμώσεις που προέκυψαν από τον Δεκέμβριο του 2008 ξύπνησαν μέσα μας το κοινοβιακό πνεύμα που ήταν ανενεργό τα προηγούμενα χρόνια. Έτσι ήρθε φυσιολογικά το πέρασμα στην περφόρμανς. Ήμασταν στο σπίτι του Στέφανου μαζί με τη ζωγράφο Δήμητρα Κατσαούνη, κοιτούσα ένα βιβλίο με έργα του Γκυστάβ Κουρμπέ και με έβγαλαν μια φωτογραφία. Έτσι συνεχίσαμε να συναντιόμαστε και να φωτογραφίζουμε ο ένας τους άλλους δύο, εναλλάξ. Μετά περάσαμε σε βίντεο. Κάπως υπήρχε μια ροή σε όλο αυτό. Ξεκίνησε από τη ζωγραφική, μετά πήγε στατικά στον χώρο μέσω της φωτογραφίας και μετά μπήκε μέσα και η κίνηση με τα βίντεο. Η κίνηση φέρνει δράση κι έτσι δημιουργούνται κάποιες έννοιες. Το 2014 η αρχιτεκτόνισσα Ελένη Τζιρτζιλάκη μας κάλεσε σε ένα φεστιβάλ στο ΕΜΠΡΟΣ να κάνουμε την πρώτη μας περφόμανς ως ANOSIA. Πήγε φοβερά.

Από την πρώτη μας περφόρμανς μέχρι την πιο πρόσφατη νιώθω ακριβώς το ίδιο. Το «εδώ και τώρα» είναι απόλυτο στην περφόρμανς και γεννάει την ενσυνειδητότητα στο παρόν και ταυτοχρόνως τη σύνδεση με όσους είναι παρόντες.

Στον έρωτα και στην περφόρμανς μπαίνω σε μια κατάσταση που είναι πέρα από το αισθήσεις και ταυτοχρόνως εντελώς μέσα σε αυτές. Είναι σαν να μπαίνεις στον πυρήνα του χρόνου, του τώρα, κι αυτό να σε βγάζει έξω από το σώμα σου και να παρατηρείς. Μια κεντρική ιδέα της ANOSIA είναι ότι ενδυναμώνεις όσο γίνεται τα ατομικά στοιχεία για να μπεις σε μια ύπαρξη πέρα από το εγώ κι εκεί να ενωθείς με όλους τους υπόλοιπους. Γι’ αυτό μαζί με τον Στέφανο πάντα δουλεύουμε τονίζοντας τις διαφορές μας και όχι τις ομοιότητες. Οι πιο δυνατές στιγμές μου στην περφόρμανς είναι όταν το ένα γίνεται όλοι και το όλοι γίνεται ένα. Το κοινό δεν το βλέπω, το νιώθω όμως χωρίς να σκέφτομαι τίποτα. Και στον έρωτα έτσι δεν είναι;

© Παναγιώτης Γιαννούτσος | taph

Πάντα ερωτευόμουν την ιδιότητα της τρέλας στους άλλους, είτε γυναίκες, είτε άντρες. Με την τρέλα νιώθω οικεία λόγω της μάνας μου. Για χρόνια, δεν το έψαχνα επειδή πίστευα ότι έτσι προστατεύω τον εαυτό μου. Τώρα τα συζητάω με την ψυχίατρό μου. Πάντως δίνω χώρο και στην τρέλα, δεν τη θεωρώ αρρώστια. Έχω μάθει πάντα να ψάχνω το καλό μέσα στους άλλους, μέσα σε μια κατάσταση. Έτσι κι όταν ήρθε η μάνα μου για να συμμετάσχει στο ντοκιμαντέρ εστίασα στο performative στοιχείο της τρέλας.

Τον καρκίνο στο στήθος μου τον έπιασα τυχαία ενώ ήμουν στο Ρομαντικό Πανεπιστήμιο του Σαμσών Ρακά για να δω μια έκθεση. Ήταν 7 Απριλίου του 2024. Κοιτούσα μια πρώτη έκδοση του Καρούζου και απλώς ακούμπησα το στήθος μου και το κατάλαβα. Ξάπλωσα κάτω και έλεγα στα παιδιά «ελάτε να πιάσετε». Τι πιο περφόμανς από αυτό;

Δεν θα ξεχάσω ποτέ που ξάπλωνα για τις ακτινοβολίες και ερχόντουσαν να με μετατοπίσουν ελάχιστα για να πάρω σωστή θέση. Αυτή η ελάχιστη μετατόπιση εμένα προσωπικά με έσκιζε. Ένιωθα σαν κρέας. Είχε γίνει ήδη η διάγνωση, η ογκεκτομή, οι χημειοθεραπείες, και με τις ακτινοβολίες ήταν πια σαν να είχε μπει στο πετσί μου όλο αυτό, και πλέον ένιωθα το ίδιο μου το πετσί. Ήταν η πρώτη φορά που με έπιασε το υπαρξιακό, ο φόβος του θανάτου.

O Γιάννης Μισουρίδης αναπνέει μέσα από την κάμερα. Τραβούσε για χρόνια ό,τι μου συνέβαινε, ακόμη και τις αμήχανες στιγμές για παράδειγμα όταν έμαθα ότι η βιοψία μου έδειξε καρκίνο. Μπορεί να μοιάζει ότι αυτό είναι απάθεια αλλά δεν είναι, αντιθέτως είναι ενσυναίσθηση. Οι περισσότερες σκηνές απλώς προέκυψαν τυχαία, μέσα στη ζωή. Ο Γιάννης εστίασε στα μικρά πράγματα, σε βλέμματα, σε μια ανεπαίσθητη κίνηση, όχι σε έντονες σκηνές. Έχει φτιάξει ένα κέντημα.

Η δική μου ανοσία είναι το να ψάχνω το καλό σε ό,τι συμβαίνει, το αντιστάθμισμα στο κακό, το γιν-γιανγκ.

Σε όσες παρέες βρέθηκα η μεγαλύτερη μας ανάγκη ήταν να είμαστε δημιουργικοί. Τι σημαίνει αυτό; Να ζεις δημιουργικά, να μπορείς με ελάχιστη ύλη να προκαλείς ρωγμές στην καθημερινότητα.

Info: Το ντοκιμαντέρ «Η ανοσία της Εύας» του Γιάννη Μισουρίδη θα προβληθεί στο 28ο Ντοκιμαντέρ Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στις 10 Μαρτίου στις 18:00, στην Αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, στην Aποθήκη 1, στο Λιμάνι.

stegi radio