Το Dopamine Chamber κατακτά την κορυφή των charts και οι Fontaines D.C. ετοιμάζονται να γεμίσουν στάδια. Πώς μια μπάντα που τραγουδά για την αποξένωση, τον φόβο και ένα αβέβαιο μέλλον έγινε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του σύγχρονου ροκ;
Τον Ιούνιο του 2027 στο Slane Castle της Ιρλανδίας, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι θα τραγουδούν μαζί τραγούδια για την αποξένωση, την απώλεια και ένα μέλλον που δεν εμπνέει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Η μοναξιά απ’ ό,τι φαίνεται απέκτησε το δικό της μαζικό κοινό. Πριν από επτά χρόνια έμοιαζαν με πέντε θυμωμένους νεαρούς που ήθελαν να ακουστούν έξω από μια παμπ του Δουβλίνου. Τώρα ετοιμάζονται να γεμίσουν στάδια. Το περίεργο δεν είναι ότι μεγάλωσαν. Είναι ότι μαζί τους μεγάλωσε και το σκοτάδι.
Το πέμπτο τους άλμπουμ Dopamine Chamber, κυκλοφόρησε στις 16 Οκτωβρίου και μπήκε κατευθείαν στην κορυφή του βρετανικού chart με 70.105 μονάδες πωλήσεων και streaming την πρώτη εβδομάδα. Από αυτές 37.501 ήταν βινύλια. Ένα κοινό που υποτίθεται πως δεν έχει πια υπομονή για τίποτα αγοράζει έναν ολόκληρο δίσκο έντεκα τραγουδιών, συχνά σε φυσική μορφή, για να ακούσει μια μπάντα που δεν έχει ιδιαίτερα χαρμόσυνα νέα. Η δυστοπία αποδείχθηκε εξαιρετική επιχείρηση. Αλλά θα ήταν άδικο και μάλλον τεμπέλικο, να εξηγήσουμε αυτή την επιτυχία μόνο με το μάρκετινγκ.

Το Dogrel του 2019 είχε το θράσος της νεότητας, κιθάρες σαν καβγά και τον Grian Chatten να μετατρέπει την προφορά του σε μουσικό όπλο. Το A Hero’s Death χαμήλωσε τα φώτα. Το Skinty Fia έφερε πιο προσωπικές σκιές. Το Romance το 2024, ήταν το αποφασιστικό άνοιγμα: στο «Starburster» η κρίση πανικού απέκτησε έναν ρυθμό που μπορούσε να ταξιδέψει παντού, ενώ το «Favourite» απέδειξε ότι κάτω από τα βλοσυρά βλέμματα υπήρχαν μελωδίες ικανές να συγκινήσουν ανθρώπους που δεν έχουν διαβάσει ποτέ τη λέξη post-punk.
Εκεί βρίσκεται η πρώτη απάντηση. Οι Fontaines D.C. δεν ζητούν από ένα μαζικό κοινό να αγαπήσει τη δυσκολία τους. Κάνουν τη δυσκολία τους μουσικά προσβάσιμη. Οι μελωδίες μεγάλωσαν χωρίς οι στίχοι να γίνουν αισιόδοξοι. Η εικόνα τους κάτι ανάμεσα σε μεταποκαλυπτικό καρναβάλι και επίδειξη μόδας που χάλασε ο ηλεκτρισμός, απέκτησε εξίσου ισχυρή ταυτότητα. Δεν θυμίζουν κάποια παλιά μπάντα που κάνει περιοδεία στη νεότητά μας. Δείχνουν σαν να έχουν εμφανιστεί από μια αυριανή ημέρα που κανείς δεν παρήγγειλε.
Η δεύτερη απάντηση βρίσκεται έξω από τη μουσική. Οι αλγόριθμοι υπόσχονται σύνδεση αλλά αφήνουν συχνά πίσω τους εξάντληση. Η κλιματική αγωνία, η ανασφάλεια και η αίσθηση διαρκούς κρίσης δεν είναι καθολικές εμπειρίες, ούτε μοιράζονται όλοι οι νέοι την ίδια κοσμοθεωρία. Είναι όμως αναγνωρίσιμα συναισθήματα σε πολλές ηλικίες. Οι Fontaines δεν θεραπεύουν αυτή τη δυσφορία ούτε προσποιούνται ότι διαθέτουν λύση. Της δίνουν φωνή και, κυρίως, ρεφρέν. Ένα σκοτεινό τραγούδι γίνεται πιο εύκολο να το αντέξεις όταν το τραγουδούν μαζί σου δέκα χιλιάδες άγνωστοι.
Στο Dopamine Chamber ο παραγωγός James Ford φτιάχνει έναν κόσμο όπου οι κιθάρες δεν έχουν πια το μονοπώλιο. Το εναρκτήριο Six Shot Morning κινείται πάνω σε βιομηχανικούς παλμούς και ψυχρά συνθεσάιζερ, με έναν ίσκιο από Portishead. Στο Mimesis το μπάσο θυμίζει New Order, ενώ το Tongue ξαναβρίσκει κάτι από το παλιό νεύρο της μπάντας. Η απειλή έχει αποκτήσει υψηλή πιστότητα ήχου. Το ερώτημα είναι αν αυτή η παραγωγική μεγαλοπρέπεια αφήνει αρκετό οξυγόνο στα ίδια τα τραγούδια.
Στο Happy For You, μια μελωδία καταφέρνει να διασχίσει την πυκνή ατμόσφαιρα χωρίς να χρειάζεται να κάνει θόρυβο για να την προσέξεις. Στο Marianne το μεγαλείο γίνεται περιστασιακά αυτοσκοπός. Και στο Demolition το συγκρότημα πατά σε γνώριμο έδαφος αντί να το ανακαλύπτει. Το άλμπουμ είναι φιλόδοξο και ενδιαφέρον αλλά όχι αψεγάδιαστο. Το Skinty Fia είχε περισσότερο νεύρο, μεγαλύτερη αμεσότητα και λιγότερη αγωνία να ακουστεί μεγαλειώδες.
Η Rosalía εμφανίζεται στο Where Is Gone? και θα μπορούσε να αποτελεί την πιο κυνική κίνηση προώθησης της χρονιάς. Δεν είναι. Το ντουέτο με τον Chatten αποφεύγει τον εύκολο ποπ εκβιασμό. Οι δύο φωνές ταιριάζουν χωρίς να προσπαθούν να εντυπωσιάσουν, σε μια σκοτεινή μπαλάντα που θυμίζει τα παλιά ντουέτα του Lee Hazlewood με τη Nancy Sinatra. Είναι μια από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου ακριβώς επειδή το τραγούδι δεν χρειάζεται υπερβολές για να ξεχωρίσει.
Ας μη γελιόμαστε, το συγκρότημα δεν μεγάλωσε μέσα σε κάποιο αποστειρωμένο καλλιτεχνικό εργαστήριο. Από περίπου ένα εκατομμύριο μηνιαίους ακροατές στο Spotify το 2023 έφτασε τα 12,3 εκατομμύρια. Η XL Recordings οργάνωσε 374 εκδηλώσεις προακρόασης σε δισκοπωλεία 38 χωρών, ανάμεσά τους και η Ελλάδα. Η μουσική βιομηχανία ξέρει καλά πώς να μετατρέπει ακόμη και την απαισιοδοξία σε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Το ζήτημα δεν είναι να υποκριθούμε ότι το μάρκετινγκ ακυρώνει την τέχνη. Η καλή μουσική και η εμπορική επιτυχία μπορούν να συνυπάρχουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπηρετούν πάντα τους ίδιους στόχους.
Ένα μέρος του κόσμου αγαπά τους Fontaines D.C. επειδή του επιτρέπουν να αναγνωρίσει τον φόβο του χωρίς να ντραπεί γι’ αυτόν. Ένα άλλο επειδή γράφουν εξαιρετικά τραγούδια. Και κάποιο επειδή είναι πια το συγκρότημα που πρέπει να δεις, να φωτογραφίσεις και να αποδείξεις πως είδες. Δεν χρειάζεται να διαλέξουμε μόνο μία εξήγηση. Το στοίχημά τους είναι να μη μπερδέψουν τη δημοτικότητα με την αλήθεια των τραγουδιών τους.
Η βιομηχανία έμαθε να πουλά την αγωνία σχεδόν τόσο καλά όσο πουλά την ευτυχία. Οι Fontaines D.C. έχουν προς το παρόν το προνόμιο να την κάνουν και μουσική. Δεν χρειάζεται να πιστεύεις ότι έρχεται το τέλος του κόσμου για να τους ακούσεις. Αρκεί να υποψιάζεσαι ότι το μέλλον δεν θα μοιάζει με εκείνο που σου υποσχέθηκαν. Οι Fontaines D.C. δεν υπόσχονται ότι όλα θα πάνε καλά. Αλλά ξέρουν να γράφουν καλά τραγούδια για τις φορές που δεν πηγαίνουν.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;






