Skip to main content

Υπάρχει ένας εύκολος τρόπος να καταλάβεις ποια ομάδα εμπιστεύεται περισσότερο τον εαυτό της σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Δεν χρειάζεται να κοιτάξεις πόσα γκολ έχει πετύχει ούτε πόσο εντυπωσιακό είναι το ρόστερ της. Αρκεί να παρατηρήσεις τι συμβαίνει όταν το παιχνίδι δεν εξελίσσεται με τον τρόπο που θα ήθελε. Οι περισσότερες μεγάλες ομάδες αρχίζουν τότε να βιάζονται. Επιταχύνουν κάθε επίθεση, ψάχνουν τη δύσκολη πάσα, χάνουν λίγη από την καθαρότητα των αποφάσεών τους. Είναι μια φυσιολογική αντίδραση. Τα νοκ άουτ έχουν έναν τρόπο να μετατρέπουν ακόμη και τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές σε ανθρώπους που παίζουν με το ρολόι αντί για την μπάλα. Η Γαλλία μέχρι τώρα δεν έχει πέσει σε αυτή την παγίδα. Η πρόκριση απέναντι στη Σουηδία δεν ήταν η πιο δραματική ιστορία της φάσης των «32». Δεν είχε πέναλτι, ανατροπή ή γκολ στις καθυστερήσεις. Τη στιγμή που αρκετές ομάδες αναζητούσαν μια στιγμή τύχης για να συνεχίσουν, οι Γάλλοι έδιναν την εντύπωση ότι ήξεραν από το πρώτο λεπτό πώς θα τελείωνε το βράδυ. Αυτή η αίσθηση ελέγχου είναι ίσως το μεγαλύτερο όπλο τους.

Ο Κιλιάν Μπαπέ εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε αγώνα της Γαλλίας. Τα δύο γκολ απέναντι στη Σουηδία ήταν ακόμη μία υπενθύμιση ότι οι σπουδαίοι ποδοσφαιριστές έχουν την ικανότητα να κάνουν το εξαιρετικό να μοιάζει συνηθισμένο. Κανείς όμως δεν μπορεί να εξηγήσει τη συνολική εικόνα της Γαλλίας κοιτώντας μόνο τον αρχηγό της. Το πραγματικό πλεονέκτημα αυτής της ομάδας είναι ότι δεν εξαρτάται από έναν πρωταγωνιστή. Ο Μάικλ Ολίζ αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική απόδειξη. Δεν είναι ο παίκτης που θα κυριαρχήσει στα πρωτοσέλιδα όσο ο Μπαπέ, όμως είναι εκείνος που δίνει ρυθμό σχεδόν σε κάθε επίθεση. Υπάρχουν στιγμές που τον βλέπεις να παίρνει την πρώτη πάσα από τους αμυντικούς και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα να εμφανίζεται έξω από την αντίπαλη περιοχή. Δεν πρόκειται για έναν ποδοσφαιριστή που απλώς καλύπτει πολλούς χώρους. Είναι ένας παίκτης που κάνει τους υπόλοιπους να βρίσκουν περισσότερο χώρο.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το υπόλοιπο ρόστερ. Ο Μπράντλεϊ Μπαρκολά, ο Ντεζιρέ Ντουέ, αλλά και ποδοσφαιριστές που δεν έχουν ακόμη πρωταγωνιστήσει στη διοργάνωση, συνθέτουν μια ομάδα στην οποία οι λύσεις δεν τελειώνουν όταν τελειώνει η βασική ενδεκάδα. Σε ένα τουρνουά που διαρκεί εβδομάδες αυτή η λεπτομέρεια συχνά αποδεικνύεται σημαντικότερη από ένα μεγάλο όνομα. Πίσω από αυτή την εικόνα βρίσκεται ο Ντιντιέ Ντεσάν. Μετά τον χαμένο τελικό του 2022 δεν επέλεξε να παρατείνει τη ζωή μιας ομάδας που είχε ήδη γράψει ιστορία. Προτίμησε να τη μεταμορφώσει όσο ακόμη βρισκόταν στην κορυφή. Είναι μια απόφαση που σπάνια ανταμείβεται αμέσως. Οι περισσότεροι προπονητές κρίνονται όταν αφήνουν έξω έναν βετεράνο και όχι όταν δικαιώνονται δύο χρόνια αργότερα. Σήμερα αυτή η επιλογή μοιάζει να αποδίδει.

Η Γαλλία διαθέτει εμπειρία αλλά δεν δείχνει κουρασμένη. Έχει νεότητα αλλά δεν μοιάζει αφελής. Κυρίως όμως παίζει με μια ηρεμία που δύσκολα συναντάς σε διοργανώσεις αυτού του μεγέθους. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ήδη κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Η ιστορία της διοργάνωσης είναι γεμάτη από ομάδες που έμοιαζαν ανίκητες μέχρι να βρεθούν μπροστά σε μια κακή βραδιά, έναν τραυματισμό ή μια λεπτομέρεια που άλλαξε τα πάντα. Η Γαλλία δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί σε μια πραγματική κατάσταση επιβίωσης. Δεν γνωρίζουμε πώς θα αντιδράσει αν βρεθεί πίσω στο σκορ ή αν χρειαστεί να παίξει με την πλάτη στον τοίχο.

Σε ένα Μουντιάλ όπου η αβεβαιότητα έγινε ο πιο σταθερός πρωταγωνιστής, η Γαλλία είναι η μόνη ομάδα που καταφέρνει να κάνει το δύσκολο να φαίνεται φυσιολογικό. Πολλές φορές αυτό είναι το χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει το φαβορί από τον μελλοντικό παγκόσμιο πρωταθλητή.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)