Τον Μάρτιο του 2019, λίγο πριν από έναν αγώνα της τέταρτης κατηγορίας του γερμανικού ποδοσφαίρου, το γήπεδο της Chemnitzer FC έπαψε για λίγα λεπτά να μοιάζει με ποδοσφαιρικό στάδιο. Στην εξέδρα άναψαν πυρσοί. Ένας μεγάλος λευκός σταυρός εμφανίστηκε πίσω από το τέρμα. Ένα πανό έγραφε «Rest in peace, Tommy». Ακούστηκε μουσική, τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή και ο εκφωνητής του γηπέδου αποχαιρέτησε τον νεκρό. Ο Thomas Haller δεν ήταν απλώς ένας πιστός φίλαθλος της ομάδας. Ήταν γνωστός νεοναζί χούλιγκαν και συνιδρυτής της HooNaRa, μιας οργάνωσης της οποίας το όνομα προερχόταν από τρεις λέξεις που δεν άφηναν πολλά περιθώρια παρερμηνείας: Hooligans, Nazis, Racists.
Επτά χρόνια αργότερα η εικόνα εκείνης της ημέρας έχει αποκτήσει διαφορετικό βάρος. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2026, το AfD κέρδισε σχεδόν το 44% στις κρατιδιακές εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ και 39 από τις 83 έδρες. Για πρώτη φορά στη μεταπολεμική Γερμανία ένα κόμμα της άκρας δεξιάς βρέθηκε πρώτο σε κρατιδιακές εκλογές. Το αποτέλεσμα δεν της έδωσε αυτοδυναμία. Έδωσε όμως στη χώρα κάτι που επί δεκαετίες θεωρούσε ότι είχε αφήσει οριστικά πίσω της: μια ακροδεξιά παράταξη αρκετά ισχυρή ώστε να διεκδικεί πλέον όχι την προσοχή, αλλά την εξουσία.

Το Chemnitz βρίσκεται στη γειτονική Σαξονία και θα ήταν ανόητο να τραβήξει κανείς μια ευθεία γραμμή από έναν νεοναζί χούλιγκαν προς τον μέσο ψηφοφόρο του AfD. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η πιο ενδιαφέρουσα σύνδεση βρίσκεται αλλού. Σε ορισμένες εξέδρες της Ανατολικής Γερμανίας μπορούσε κάποιος να παρακολουθήσει πολύ νωρίτερα μια διαδικασία που σήμερα διακρίνεται καθαρότερα στην πολιτική: την αργή μετατόπιση της απόστασης ανάμεσα σε αυτό που θεωρείται ακραίο και σε αυτό που αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως κανονικό.
Οι εξέδρες συχνά αποκαλύπτουν νωρίτερα από την υπόλοιπη κοινωνία προς τα πού μετακινούνται τα όριά της. Εκεί υπάρχει τόπος, φυλή, ιστορία, σύμβολα, τελετουργία, εχθροί, αίσθημα ιδιοκτησίας. Υπάρχει το «εμείς» και απέναντί του πάντα κάποιο «αυτοί». Οι άνθρωποι συναντιούνται με τους ίδιους ανθρώπους κάθε εβδομάδα, τραγουδούν τα ίδια τραγούδια, επαναλαμβάνουν τις ίδιες ιστορίες και μαθαίνουν τι επιτρέπεται να ειπωθεί μέσα στην ομάδα τους. Με άλλα λόγια, η εξέδρα περιέχει σε συμπυκνωμένη μορφή πολλά από τα υλικά με τα οποία κατασκευάζεται και η πολιτική ταυτότητα.
Γι’ αυτό στην ιστορία της Chemnitzer FC το πιο ανησυχητικό δεν είναι η ύπαρξη νεοναζί στο γήπεδο. Ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο χωρίς ακροδεξιές ομάδες οπαδών δεν υπήρξε ποτέ. Το σημαντικό είναι η ικανότητα μιας σχετικά μικρής αλλά οργανωμένης ομάδας να αποκτά επιρροή πολύ μεγαλύτερη από τον αριθμό της. Η τελετή στη μνήμη του Haller προκάλεσε τέτοια αναστάτωση ώστε ο διευθύνων σύμβουλος της Chemnitzer FC οδηγήθηκε σε παραίτηση, ενώ ένας από τους βασικούς χορηγούς του συλλόγου διέκοψε τη στήριξή του. Το πρόβλημα δεν βρισκόταν πλέον σε κάποια σκοτεινή γωνία της εξέδρας. Είχε φτάσει στα μεγάφωνα και στη γιγαντοοθόνη του ίδιου του συλλόγου.

Το φαινόμενο δεν περιορίστηκε στο Chemnitz. Ήδη από την προηγούμενη δεκαετία, γερμανικές αρχές και ερευνητές των οπαδικών κινημάτων είχαν καταγράψει δίκτυα στα οποία hooligans διαφορετικών και συχνά αντίπαλων συλλόγων άρχισαν να συνεργάζονται με ακροδεξιούς πυρήνες. Το σύνθημα «καμία πολιτική στο γήπεδο» εμφανιζόταν συχνά ως αίτημα ουδετερότητας, μόνο που αυτή η ουδετερότητα είχε πολύ συγκεκριμένα όρια: αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές ομάδες έπρεπε να σωπάσουν. Στην Alemannia Aachen, μια ομάδα ultras οδηγήθηκε τελικά έξω από τη δική της εξέδρα ύστερα από επανειλημμένες επιθέσεις ακροδεξιών χούλιγκαν. Ήταν μια καθαρή απόδειξη του πόσο εύκολα μια καλά οργανωμένη μειοψηφία μπορεί να επιβάλει τους δικούς της όρους σε έναν ολόκληρο χώρο. Δεν χρειάζεται να κερδίσει τη συζήτηση αν μπορεί να κάνει όσους διαφωνούν μαζί της να φύγουν.
Η κανονικοποίηση σπάνια συμβαίνει με θεαματικό τρόπο. Πολύ συχνότερα είναι μια σειρά μικρών υποχωρήσεων. Κάτι που χθες προκαλούσε αμηχανία σήμερα χαρακτηρίζεται «πρόκληση». Μια προσβολή βαφτίζεται «άποψη». Ένα σύνθημα που κάποτε ανάγκαζε τους ανθρώπους να πάρουν θέση περνά χωρίς αντίδραση. Δεν χρειάζεται όλοι να συμφωνήσουν με τους πιο ακραίους. Αρκεί να πάψουν να θεωρούν ότι αξίζει τον κόπο να τους αντιμετωπίσουν.
Η Ανατολική Γερμανία προσφέρει ασφαλώς εύφορο έδαφος για περισσότερες εξηγήσεις. Η επανένωση του 1990 άφησε πίσω της ολόκληρες περιοχές που είδαν βιομηχανίες να καταρρέουν, θέσεις εργασίας να εξαφανίζονται και νεότερους κατοίκους να μετακινούνται προς τη Δύση. Για πολλούς, η επανένωση δεν βιώθηκε ως συνάντηση δύο ισότιμων κοινωνιών αλλά ως μια διαδικασία στην οποία η μία πλευρά έμαθε στην άλλη πώς έπρεπε πλέον να λειτουργεί. Τριάντα έξι χρόνια μετά, η οικονομική απόσταση έχει περιοριστεί σημαντικά. Η ψυχολογική και πολιτική απόσταση αποδείχθηκε πιο επίμονη.

Αλλά ούτε αυτό αρκεί για να εξηγήσει την άνοδο του AfD. Η οικονομική απογοήτευση δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε εθνικισμό. Χρειάζεται κάποιος να της δώσει πολιτική αφήγηση. Να εξηγήσει ποιος φταίει. Να ορίσει ποιος ανήκει και ποιος βρίσκεται απέναντι. Η επιτυχία του AfD είναι ότι κατάφερε να ενώσει διαφορετικές μορφές δυσαρέσκειας κάτω από μια κοινή ιστορία για μια Γερμανία που υποτίθεται ότι χάνει τον έλεγχο της ταυτότητας, των συνόρων και του μέλλοντός της. Το μέγεθος της νίκης στη Σαξονία-Άνχαλτ έδειξε πλέον ότι αυτή η αφήγηση δεν κατοικεί στο περιθώριο. Και εδώ ακριβώς το γερμανικό ποδόσφαιρο χαλάει κάθε βολική γενίκευση. Λίγο έξω από το Βερολίνο, η SV Babelsberg 03 έχτισε γύρω από την ομάδα της μια εντελώς διαφορετική ιδέα κοινότητας. Αντιφασισμός, αντίθεση στις διακρίσεις, δράσεις υπέρ προσφύγων και LGBTQ+ κοινότητας, κοινωνικές πρωτοβουλίες. Η εξέδρα του Babelsberg δεν είναι από τη φύση της προοδευτική, όπως και εκείνη του Chemnitz δεν είναι από τη φύση της ακροδεξιά· αυτές οι ταυτότητες διαμορφώνονται από τους ανθρώπους, τις συγκρούσεις και τις επιλογές κάθε κοινότητας. Υπάρχουν κοινότητες που αποφάσισαν διαφορετικά ποια συμπεριφορά θα θεωρήσουν αποδεκτή και ποια ταυτότητα θέλουν να υπερασπιστούν.
Αυτό κάνει ιδιαίτερα ενδιαφέρον και το περίφημο γερμανικό 50+1. Η αρχή 50+1 διατηρεί την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στα μέλη των συλλόγων και κρατά τον γερμανικό οπαδό πολύ πιο κοντά στη διοίκηση της ομάδας του από ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες μεγάλες ευρωπαϊκές λίγκες. Το 2026 η ίδια η Bundesliga εξακολουθούσε να περιγράφει τον κανόνα ως βασικό στοιχείο της ταυτότητας του γερμανικού ποδοσφαίρου. Αλλά η συμμετοχή δεν εγγυάται από μόνη της κανένα πολιτικό αποτέλεσμα. Η δημοκρατική δομή σού δίνει φωνή. Δεν αποφασίζει τι θα πεις με αυτήν.
Στο Kreuzberg υπάρχει και μια τρίτη ιστορία. Η Turkiyemspor ιδρύθηκε το 1978 από ανθρώπους της τουρκικής κοινότητας του Βερολίνου. Μετά την πτώση του Τείχους και τα συχνότερα ταξίδια προς την Ανατολική Γερμανία για τις αγωνιστικές της υποχρεώσεις, οι παίκτες της ήρθαν αντιμέτωποι με έναν κόσμο όπου η εχθρότητα απέναντι στους μετανάστες μπορούσε εύκολα να ξεπεράσει τα όρια της λεκτικής βίας. Ο Murat Dogan έχει θυμηθεί πέτρες να εκτοξεύονται προς την ομάδα και ακόμη κι ένα κεφάλι γουρουνιού να πετιέται προς το μέρος του. Η Turkiyemspor σήμερα προτιμά να περιγράφεται ως σύλλογος του Βερολίνου και όχι απλώς της τουρκικής κοινότητας. Η διαφορά μοιάζει μικρή, αλλά περιέχει ολόκληρο το γερμανικό ερώτημα: ποιος αποφασίζει τελικά ποιος είναι αρκετά Γερμανός;
Chemnitz, Babelsberg, Kreuzberg. Δεν είναι τρεις προβλέψεις εκλογικών αποτελεσμάτων. Είναι τρεις διαφορετικές εκδοχές του τι μπορεί να σημαίνει κοινότητα μέσα στην ίδια χώρα. Το ποδόσφαιρο δεν δημιούργησε την άνοδο του AfD και οι εξέδρες δεν είναι μυστικές κάλπες. Προσφέρουν όμως κάτι που οι δημοσκοπήσεις δυσκολεύονται να καταγράψουν: το σημείο στο οποίο μια κοινωνία αρχίζει να αλλάζει τους κανόνες της καθημερινής της ανοχής. Ποια λέξη θα περάσει χωρίς αντίδραση. Ποιο πανό θα μείνει κρεμασμένο. Ποια συμπεριφορά θα θεωρηθεί υπερβολικά ακραία και ποια απλώς μέρος του τοπίου.
Η κάλπη έρχεται στο τέλος αυτής της διαδικασίας, όχι στην αρχή. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό μάθημα από τις γερμανικές εξέδρες. Οι δημοκρατίες δεν αρχίζουν να έχουν πρόβλημα μόνο όταν οι ακραίες ιδέες αποκτούν αρκετές ψήφους για να κυβερνήσουν. Το πρόβλημα αρχίζει νωρίτερα. Όταν σταματούν να ακούγονται ακραίες.
Πηγές: New York Times, Spiegel
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







