Την ώρα που ολόκληρος ο ποδοσφαιρικός κόσμος συζητούσε αν η FIFA υποχώρησε μπροστά στην πολιτική πίεση, ο Τζιάνι Ινφαντίνο παρακολουθούσε ατάραχος τον αγώνα Μεξικό – Αγγλία από τη σουίτα του Σταδίου Αζτέκα. Η απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής να αναστείλει την τιμωρία του Φολαρίν Μπάλογκουν είχε ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Λίγες ώρες αργότερα μια δημόσια ανάρτηση του Ντόναλντ Τραμπ, με την οποία ευχαριστούσε τη FIFA για την απόφαση, μετέτρεψε μια ποδοσφαιρική υπόθεση σε πολιτικό γεγονός. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Ινφαντίνο βρέθηκε στο επίκεντρο μιας τέτοιας καταιγίδας. Το αντίθετο. Τα τελευταία χρόνια σχεδόν κάθε μεγάλη απόφαση της FIFA καταλήγει να περνά μέσα από το πρόσωπό του. Όχι επειδή συγκεντρώνει περισσότερες εξουσίες από τους προκατόχους του, αλλά επειδή έχει επιλέξει συνειδητά να ταυτιστεί με μια διαφορετική αντίληψη για το ποδόσφαιρο. Μια αντίληψη που βλέπει το άθλημα όχι μόνο ως πολιτισμικό φαινόμενο, αλλά και ως το μεγαλύτερο προϊόν ψυχαγωγίας στον κόσμο.

Η ειρωνεία είναι ότι τίποτα στην αρχή της διαδρομής του δεν προμήνυε αυτή τη μεταμόρφωση. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ένας νεαρός Ελβετός με ιταλικές ρίζες περνούσε τρεις μήνες στη Μαδρίτη ως ασκούμενος στη La Liga. Δεν μελετούσε τακτικές ούτε μεταγραφές. Παρατηρούσε πώς λειτουργούσαν τα γήπεδα, τα συστήματα εισιτηρίων, η οργάνωση μιας επαγγελματικής λίγκας. Οι άνθρωποι που τον γνώρισαν τότε θυμούνται έναν άνθρωπο με απίστευτη μνήμη για τις ενδεκάδες του παρελθόντος και μια σχεδόν παιδική αγάπη για το ποδόσφαιρο. Αργότερα, στην UEFA, εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους τεχνοκράτες του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Δίπλα στον Μισέλ Πλατινί δεν ήταν ο άνθρωπος των μεγάλων δηλώσεων. Ήταν ο άνθρωπος των λεπτομερειών. Συμμετείχε στον σχεδιασμό της νέας μορφής του Champions League, συνέβαλε στη δημιουργία του Nations League και απέκτησε βαθιά γνώση του τρόπου με τον οποίο κινούνται οι τηλεοπτικοί οργανισμοί, οι χορηγοί και οι επενδυτές που χρηματοδοτούν το σύγχρονο ποδόσφαιρο.

Όταν εξελέγη πρόεδρος της FIFA το 2016, πολλοί πίστεψαν ότι θα ήταν κυρίως ο άνθρωπος που θα αποκαθιστούσε την αξιοπιστία της ομοσπονδίας μετά τα σκάνδαλα διαφθοράς της εποχής του Σεπ Μπλάτερ. Εκείνη ήταν η κυρίαρχη προσδοκία. Η πραγματικότητα εξελίχθηκε διαφορετικά. Ο Ινφαντίνο δεν προσπάθησε να επιστρέψει τη FIFA στο παρελθόν. Προσπάθησε να τη μεγαλώσει.Η αύξηση των ομάδων στο Παγκόσμιο Κύπελλο από 32 σε 48 δεν ήταν μια απλή αγωνιστική μεταρρύθμιση. Ήταν μια επιχειρηματική απόφαση με παγκόσμιες προεκτάσεις. Περισσότερες εθνικές ομάδες σημαίνουν περισσότερες αγορές που αποκτούν άμεσο ενδιαφέρον για τη διοργάνωση. Περισσότερες τηλεοπτικές συμφωνίες. Περισσότερους χορηγούς. Περισσότερους θεατές.
Το ίδιο ισχύει και για το νέο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων. Για χρόνια αντιμετωπιζόταν ως μια διοργάνωση περιορισμένου ενδιαφέροντος. Σήμερα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες επενδύσεις της FIFA και φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε ένα παγκόσμιο προϊόν αντίστοιχο του Champions League. Ακόμη και η επιλογή των διοργανωτών των τελευταίων Παγκοσμίων Κυπέλλων ακολουθεί αυτή τη λογική. Η Ρωσία, το Κατάρ και πλέον η Σαουδική Αραβία δεν είναι απλώς διαφορετικοί γεωγραφικοί προορισμοί. Είναι αγορές με τεράστια οικονομική δυναμική, πρόθυμες να επενδύσουν δισεκατομμύρια στο ποδόσφαιρο και να το χρησιμοποιήσουν ως εργαλείο διεθνούς επιρροής. Αυτή ακριβώς η στρατηγική έχει προκαλέσει και τις μεγαλύτερες αντιδράσεις. Η ομιλία του στην Ντόχα, λίγο πριν από την έναρξη του Μουντιάλ του 2022, θεωρήθηκε από πολλούς σημείο καμπής. Αντί να αναγνωρίσει τις διεθνείς επικρίσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Κατάρ, προτίμησε να απαντήσει ότι η Δύση δεν έχει το ηθικό δικαίωμα να κάνει μαθήματα στον υπόλοιπο κόσμο. Η τοποθέτηση αυτή δίχασε βαθιά την κοινή γνώμη και άλλαξε οριστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται δημόσια.

Η υπόθεση Μπάλογκουν έρχεται να προστεθεί σε αυτή τη μακρά αλυσίδα γεγονότων. Από μόνη της δεν θα καθορίσει την ιστορία του. Εκείνο που ενισχύει είναι η αίσθηση ότι τα όρια ανάμεσα στο ποδόσφαιρο, την πολιτική και την επιχειρηματική ισχύ γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα. Όταν ένας πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών εμφανίζεται να πανηγυρίζει δημόσια μια πειθαρχική απόφαση της FIFA, το ζήτημα παύει να αφορά αποκλειστικά τους κανονισμούς του παιχνιδιού. Αγγίζει την αξιοπιστία του ίδιου του θεσμού. Ο Ινφαντίνο δεν δείχνει να ενοχλείται από αυτή την κριτική. Αντίθετα, μοιάζει να πιστεύει ότι η επιρροή της FIFA πρέπει να ξεπερνά τα στενά όρια του ποδοσφαίρου. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει καλλιεργήσει στενές σχέσεις με αρχηγούς κρατών, βασιλικές οικογένειες, μεγάλους επενδυτές και επιχειρηματίες. Παράλληλα, έχει φροντίσει να πλαισιώνει τις διοργανώσεις της FIFA με μορφές όπως ο Ρονάλντο, ο Κακά, ο Ρομπέρτο Μπάτζιο, ο Χρίστο Στόιτσκοφ και ο Αλεσάντρο Ντελ Πιέρο, προσδίδοντας στις επιλογές της ομοσπονδίας το κύρος των ανθρώπων που έγραψαν την ιστορία του αθλήματος.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ινφαντίνο δύσκολα συγκρίνεται με τους προηγούμενους προέδρους της FIFA. Ο Ζοάο Χαβελάνζε άνοιξε την πόρτα της εμπορικής εκμετάλλευσης. Ο Σεπ Μπλάτερ μετέτρεψε τη FIFA σε μια πανίσχυρη πολιτική μηχανή. Ο Ινφαντίνο επιχειρεί κάτι διαφορετικό. Θέλει να δημιουργήσει έναν οργανισμό που θα λειτουργεί ταυτόχρονα ως αθλητική αρχή, πολυεθνική εταιρεία ψυχαγωγίας και παγκόσμιος παίκτης γεωπολιτικής επιρροής. Η μεγαλύτερη επιτυχία του είναι επίσης η μεγαλύτερη αμφισβήτησή του. Κανένας πρόεδρος της FIFA δεν κατάφερε να αυξήσει τόσο πολύ το οικονομικό αποτύπωμα της ομοσπονδίας μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Ταυτόχρονα, κανένας δεν βρέθηκε τόσο συχνά αντιμέτωπος με το ερώτημα αν το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να κυβερνάται με γνώμονα το ίδιο το παιχνίδι ή τις ισορροπίες της παγκόσμιας ισχύος.
Ο Τζιάνι Ινφαντίνο δεν άλλαξε απλώς τη FIFA. Άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τι είναι σήμερα η FIFA. Και όσο το ποδόσφαιρο μετατρέπεται σε μία από τις ισχυρότερες βιομηχανίες του πλανήτη, τόσο πιο δύσκολο θα γίνεται να ξεχωρίσει κανείς πού τελειώνει το παιχνίδι και πού αρχίζει η εξουσία.







