Skip to main content

Για κάποιο λόγο οι Pet Shop Boys ταίριαξαν απίστευτα στην όλη μέχρι τώρα ζωή μου (όταν βγήκε το Domino Dancing ήμουν 9 χρονών και είχα φάει απίστευτο κόλλημα με το βιντεοκλιπ και το τραγούδι). Οι Pet Shop Boys συνθέτουν ένα μοναδικό κράμα μελαγχολίας και χαράς, κλάματος και χορού προσφέροντας μια πλήρη αισθητηριακή και νοητική εμπειρία  που εκτείνεται και σε άλλες τέχνες και βιώματα πέραν της μουσικής. Toυς έχω δει μέχρι τώρα δύο φορές και ήταν υπέροχοι. Και είναι πάντα υπέροχοι γιατί μου έχουν κάνει το μεγαλύτερο δώρο: αυτό της συγκίνησης χωρίς επεξηγήσεις, θεωρίες και περιττές πολυλογίες. Συνεννοούμαστε.

Δεν είναι λοιπόν περίεργο που τόσο ανυπομονώ να τους δω ξανά αυτό το Σάββατο 27 Ιουνίου στην πλατεία Νερού, στο πλαίσιο του Release Festival. Ο Βαγγέλης Προβιάς και η Ελένη Φουντή μας εξηγούν γιατί και στην δική τους καρδιά το βρετανικό μουσικό δίδυμο κατέχει μια μοναδική, ξεχωριστή θέση.

Ελένη Φουντή: Love comes quickly whatever you do

Παρότι δεν θυμάμαι ποτέ να χλευάζω τους Pet Shop Boys, τουλάχιστον ως παιδί και ως έφηβη θεωρούσα ότι η synth pop τους στόχευε αποκλειστικά στη διασκέδαση και ότι ακόμη και κομμάτια – αιχμές, όπως το “Rent” ή το “West End Girls”, εντάσσονταν τελικά σε αυτό το πλαίσιο. Χωρίς να εντοπίζω και σήμερα τίποτα μεμπτό στη διασκέδαση ως αυτοσκοπό, εντούτοις έπεφτα έξω και δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ακριβώς το κατάλαβα. Πάντως όταν κυκλοφόρησε το remix του “Hallo Spaceboy”, δεν είχα εκπλαγεί καθόλου με το γεγονός της συνεργασίας με τον David Bowie, άρα μάλλον ήδη από τα μέσα 1990s το υποψιαζόμουν, άλλωστε το άρτι τότε προηγηθέν ντουέτο του Nick Cave με την Kylie Minogue είχε λειτουργήσει ως καταλύτης για την υπέρβαση της οπαδικής περιχαράκωσης των μουσικών φυλών, τουλάχιστον εντός του indie rock χώρου όπου ανήκα.

Τα λέω όλα αυτά για να τονίσω τον μάλλον ύπουλο και μεθοδικό τρόπο με τον οποίο οι Pet Shop Boys κέρδισαν πολλούς από εμάς μιλώντας για τα σημαντικά καθημερινά με ικανή αποστασιοποίηση ώστε να μην γίνονται ποτέ ούτε μελό ούτε στον αντίποδα υπέρμετρα ψυχροί και με ακλόνητη δέσμευση στην pop. Σπάνια έχουν υμνηθεί με τόσο γλυκόπικρο, μετρημένο και κομψό τρόπο, αλλά και με τέτοια αισθητική συνέπεια και φροντίδα για το άμεσο pop hit, οι νυχτερινές πόλεις, οι μοναχικοί άνθρωποι, οι έρωτες χωρίς ανταπόκριση και χωρίς ελπίδα, οι μικρές και μεγαλύτερες κοινωνικές φιλοδοξίες και οι αντίστοιχες αυταπάτες. Ούτε ο πολιτικός σχολιασμός λείπει από τη μουσική τους, κι αυτός όμως διαθλάται μέσω των μικρών καθημερινών πραγμάτων χωρίς το άγχος του διδακτισμού, είτε το τραγούδι αναφέρεται στις ιδιωτικοποιήσεις του θατσερισμού (“Shopping”), είτε στην κοινωνική αποσύνθεση και την έκπτωση της εργατικής τάξης (“King’s Cross”). Και τα έχουν καταφέρει όλα αβίαστα, ως ντουέτο που εδώ και δεκαετίες έχει βρει την ιδανική εγγύτητα και απόσταση μεταξύ των δύο, υπερβαίνοντας τα κλασικά δίπολα χαρισματικού frontman – αφανούς συνεργάτη ή ισότιμων προσωπικοτήτων, με μία βρετανική αυτοπεποίθηση και αυτοσυγκράτηση θα έλεγα, και τελικά ως επιτομή του coolness. Πώς να μην τους αγαπήσουμε; Love comes quickly whatever you do.

Η Ελένη Φουντή είναι Πολιτικός Μηχανικός. Στον ελεύθερο (και μη) χρόνο της ακούει μουσική, όποτε μπορεί γράφει κιόλας γι’ αυτή.

Βαγγέλης Προβιάς: Στο pop-ρωμένο σου να δίνεις σημασία!

Γιατί αγαπάμε τους Pet Shop Boys:  Διότι είναι στην ζωή της γενιάς μας από τα 13, τα 10, τα 15 μας, κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν ακόμα το cd ήταν υπερμυστήρια, σούπερ προχωρημένη τεχνολογία, μέχρι σήμερα, 40 χρόνια μετά, που ακούμε μουσική από το tik tok.

Διότι αγαπούν την Ελλάδα – από τις δύο συναυλίες στον γεμάτο Λυκαβηττό τον Ιούνιο του 2001 μέχρι τα εστέτ show τους στην αττική ακτή τα μετά την πανδημία καλοκαίρια, όποτε έρχονται, τους ανταποδίδουμε την αγάπη. Έτσι, στις συναυλίες τους, συναντάμε φίλους που ζουν σε άλλες πόλεις (ή χώρες), εραστές που έχουμε κόψει την καλημέρα, συναδέλφους που συμπαθούσαμε από δουλειές που σιχαινόμασταν, και, το πιο σημαντικό, ένα παλιό, τόσο διαφορετικό κομμάτι του εαυτού μας που μένει ακόμα ζωντανό, στην σκηνή, σαν pop συγκρότημα.

Διότι ακόμα και στα πιο αδύναμα album τους, ή αυτά που οι πληγές της ζωής μάς αποτρέπουν να εκτιμήσουμε (μου έχει συμβεί) βρίσκω πάντα ένα θείο, εμπνευσμένο, σπουδαίο τραγούδι που μπαίνει στην προσωπική μου μυθολογία, στην λίστα των πραγμάτων που με κρατούν μέσα στον εαυτό μου.

Διότι έχουν κλείσει την τραγωδία του HIV, την φαιδρότητα των influnencers και των βαθύπλουτων, την κατάθλιψη, την ανημπόρια της εργατικής τάξης, και άλλα φαινόμενα της σύγχρονης ζωής σε pop, uptempo μελωδικά σαγηνευτικά τρίλεπτα.

Διότι ο Neil Tennant είναι ο φανατικότερος διάσημος βιβλιοφάγος, που τα διαβάσματά του τροφοδοτούν και απογειώνουν τους στίχους του – επιβεβαιώνοντας έτσι πόσο δημιουργική είναι η ζωή με το διάβασμα.

Διότι μου έδειξαν πόσο σπουδαίο είναι να έχεις την τύχη να υπάρχει ένας καλλιτέχνης που σε γοητεύει από την πρώτη στιγμή, συντονίζεται με τις σκέψεις σου, διαμορφώνει τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο, σε λυτρώνει και σε γεμίζει χαρά, μεγαλώνει καθώς μεγαλώνεις, και τροφοδοτεί την καρδιά και το μυαλό σου.

Διότι το 2009 τους συνάντησα στο Φίλιον στο Κολωνάκι, να απολαμβάνουν τον Αθηναϊκό ήλιο με τσάι, και ναι, ήταν ξυνοί και σνομπ με τον τριανταπεντάρη μουσάτο που έπαθε fangirling και ζήτησε αυτόγραφο… αλλά το πήρα το πήρα το πήρα το αυτόγραφο και το έχω ακόμα και θα το έχω για πάντα, πολύτιμο θησαυρό.

Και φυσικά για το Left to My Own Devices, το Being Boring, το Domino Dancing, το Rent, και καμία εκατοστή ακόμα ηλεκτροπόπ αριστουργήματα που δεν είναι παρά καλογραμμένα ηχητικά διηγήματα, που στα καλύτερά τους θυμίζουν Άντον Τσέχοφ και Λουσία Μπερλίν.

Διότι είναι πεπρωμένο μου. Φέτος, πρώτη φορά, δεν θα τους δω, αφού την ίδια ώρα θα παίρνω το πτυχίο μου, και βέβαια αν αυτό δεν είναι σημάδι πως οι ζωές μας συνδέονται, ε τότε δεν ξέρω τι μπορεί να είναι! Δεν το πιστεύεις; Δεν πειράζει, το πιστεύω εγώ!

Ο Βαγγέλης Προβιάς είναι μεταφραστής και συγγραφέας. 

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)