Στη Γαλλία εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για το κόστος ζωής και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Οι ειρηνικές πορείες συνυπήρξαν με βίαια επεισόδια, λεηλασίες και εμπρησμούς, που δεν κάνουν κανένα κοινωνικό αίτημα δικαιότερο. Στην Ελλάδα παρακολουθούμε τις εικόνες από τον καναπέ, σχολιάζουμε ότι «οι Γάλλοι δεν σηκώνουν πολλά» και επιστρέφουμε σε μια αποστολή εθνικής σημασίας: να βγάλουμε τον μήνα.
Ή μήπως εμείς δεν έχουμε κανέναν λόγο να βγούμε στον δρόμο; Μήπως εδώ δεν έχουμε προβλήματα; Μήπως τα ενοίκια είναι λογικά, τα καύσιμα φθηνά, οι μισθοί αξιοπρεπείς και το σούπερ μάρκετ ένας τόπος όπου μπαίνεις χωρίς να χρειάζεται να διαπραγματευτείς με την αξιοπρέπειά σου; Μήπως τελικά ζούμε σε μια χώρα όπου όλοι περνάμε μια χαρά και δεν το έχουμε καταλάβει;
Η Eurostat καταγράφει για το 2025 ότι το 27,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Περισσότεροι από ένας στους τέσσερις. Το 26,4% ζούσε σε νοικοκυριά όπου η στέγαση απορροφούσε πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 7,7%. Υπέροχα νέα για όποιον πιστεύει ότι μια χώρα ευημερεί όταν ο μισθός φτάνει πρώτα στον ιδιοκτήτη του σπιτιού και μετά εφόσον περισσέψει κάτι, στον άνθρωπο που δουλεύει γι’ αυτόν.
Βεβαίως μια οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, να προσελκύει επενδύσεις και να βελτιώνει δείκτες που πριν από μερικά χρόνια φαίνονταν απρόσιτοι. Αυτό δεν είναι αμελητέο. Αλλά η ανάπτυξη δεν είναι από μόνη της απάντηση στον άνθρωπο που μετράει τα ψιλά του στο ταμείο. Δεν θα ισχυριστώ ότι είμαστε πάντοτε αμέτοχοι. Οι συγκεντρώσεις για τα Τέμπη έδειξαν ότι η κοινωνία μπορεί να γεμίσει τις πλατείες. Η χώρα δεν στερείται διαμαρτυριών. Αυτό που συχνά λείπει είναι η συνέχεια. Η δυνατότητα να μη σβήνει η αγανάκτηση μόλις αδειάσουν οι πλατείες, αλλά να μετατρέπεται σε μια συλλογική προσπάθεια με διάρκεια και συγκεκριμένες διεκδικήσεις. Αυτό είναι το πραγματικό παράδοξο. Δεν αρκεί να είσαι θυμωμένος για να βγεις στον δρόμο. Πρέπει να πιστεύεις ότι αξίζει τον κόπο. Ότι δίπλα σου θα βρεθεί και κάποιος άλλος. Ότι δεν θα χάσεις ένα μεροκάματο για να αποκτήσεις απλώς μια καλύτερη φωτογραφία της απογοήτευσής σου.
Μήπως έχουμε μάθει να ζούμε τόσο καιρό με όσα μας πιέζουν, ώστε να μπερδεύουμε την αντοχή με την ευημερία και τη σιωπή με τη συμφωνία;
Η έρευνα World Values Survey 2025, που δημοσίευσε η διαΝΕΟσις, προσφέρει μια άβολη εξήγηση. Το 77,4% θεωρεί την αντιμετώπιση της ακρίβειας το πιο επείγον ζήτημα. Το 59,3% αισθάνεται ότι έχει ελάχιστο ή καθόλου λόγο στις κυβερνητικές αποφάσεις. Και μόλις το 14,2% πιστεύει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άξιοι εμπιστοσύνης. Μια κοινωνία που αναγνωρίζει το πρόβλημα, αμφιβάλλει για τη δυνατότητά της να επηρεάσει τις αποφάσεις και δυσπιστεί απέναντι στον διπλανό της. Καθόλου ιδανικές συνθήκες για να οργανώσεις κάτι περισσότερο από μια κοινή γκρίνια.
Έπειτα είναι η κούραση. Η Ελλάδα είχε το 2025 τη μεγαλύτερη μέση πραγματική εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 39,6 ώρες έναντι 35,9. Ο άνθρωπος που γυρίζει σπίτι εξαντλημένος, υπολογίζει λογαριασμούς και ψάχνει δεύτερη δουλειά δεν έχει πάντα την πολυτέλεια να μετατρέψει την οργή του σε δημόσια παρουσία. Το ότι σιωπά δεν σημαίνει ότι συναινεί. Μπορεί απλώς να έχει κουραστεί να διεκδικεί πράγματα που, όσες φορές κι αν τα ζητήσει, δεν φαίνεται να αλλάζουν.
Και υπάρχει μια ακόμη λιγότερο βολική αλήθεια. Η ακρίβεια δεν πλήττει όλους με τον ίδιο τρόπο. Το σπίτι που για κάποιον είναι μια περιουσία που ακριβαίνει, για κάποιον άλλο είναι το ενοίκιο που τον διώχνει από τη γειτονιά του. Όσο ο ένας βλέπει ευκαιρία εκεί όπου ο άλλος βλέπει αδιέξοδο, το «όλοι μαζί» δυσκολεύεται να αποκτήσει περιεχόμενο.
Η προηγούμενη οικονομική κρίση άφησε πίσω της και κάτι πέρα από χαμένα εισοδήματα: την ανάμνηση της μαζικής κινητοποίησης χωρίς τις αλλαγές που πολλοί περίμεναν. Αυτή η διάψευση δεν εξαφανίζει την οργή. Την κάνει μοναχική. Τη μεταφέρει από την πλατεία στο τραπέζι της κουζίνας, από το πανό στην αναζήτηση μιας δεύτερης δουλειάς, από το «να αλλάξουν τα πράγματα» στο «να σωθώ εγώ».
Αυτό είναι που με ανησυχεί περισσότερο. Συνηθίζουμε να αντιμετωπίζουμε ως προσωπική αποτυχία όσα έχουν συλλογικές αιτίες. Αν δεν μπορείς να νοικιάσεις σπίτι, φταις που δεν βγάζεις αρκετά. Αν δεν σου φτάνει ο μισθός, φταις που δεν προσπαθείς περισσότερο. Αν δυσκολεύεσαι, κάνε υπομονή. Πάντα η ίδια συνταγή, με διαφορετικό λογαριασμό.
Και τότε επιστρέφει η ερώτηση: μήπως τελικά στην Ελλάδα περνάμε όλοι μια χαρά; Ή έχουμε μάθει να ζούμε τόσο καιρό με όσα μας πιέζουν, ώστε να μπερδεύουμε την αντοχή με την ευημερία και τη σιωπή με τη συμφωνία;
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







