Skip to main content

Το καλοκαίρι που μας πέρασε ο Γιλμάζ Χουσμέν έκανε χιλιάδες θεατές της «Ειρήνης» -σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου και διασκευή Φοίβου Δεληβοριά- να δακρύσουν με τον μονόλογό του ως νεαρού στρατιώτη που του δίνεται ένα όπλο και στέλνεται στη μάχη. Η συγκινητική απλότητα με την οποία εκστόμισε -μεταξύ άλλων- τη φράση «να ξυπνήσω ένα πρωί και να μη ψάχνω εχθρό» συμπύκνωνε όλη την αφόρητη απώλεια της ξεγνοιασιάς και της νιότης μπροστά στη βία.

Η συνάντησή μας έγινε με αφορμή την επανάληψη της παράστασης «Η κουζίνα», σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή, που διένυσε πέρσι μια εξαιρετικά επιτυχημένη διαδρομή. Βρεθήκαμε λοιπόν στο «Βενιαμίν» στη πλατεία Μεσολογγίου και ενώ ξεκινήσαμε να μιλάμε για την Ειρήνη από τα ηχεία ακουγόταν σταθερά τραγούδια του Φοίβου Δεληβοριά γεγονός που μας έκανε να σκάσουμε στα γέλια και τον Γιλμάζ να αναρωτιέται χαριτολογώντας «Μα κι εδώ μας ακολουθεί; Ας είναι. Αξίζει να σε ακολουθεί παντού ο Φοίβος».

Στην πορεία της συζήτησης μας πάντως αντιλήφθηκα ότι το 28χρονο αγόρι από την Ξάνθη, που αποφοίτησε από την σχολή του Εθνικού και ξεκίνησε να δουλεύει στο θέατρο εν μέσω covid πανδημίας, δεν έχει μόνο χιούμορ αλλά και μια μεγάλη αγωνία να μην επαναπαυτεί στο ότι εργάζεται ανελλιπώς και γνωρίζει αποδοχή αλλά να φτάσει δημιουργικά στην ουσία και να υπηρετήσει το σκοπό της Τέχνης του, δηλαδή να φέρει τους ανθρώπους μαζί. Και πάνω σε αυτό τα έχει πάει εξαιρετικά, παρά το νεαρό της ηλικίας του.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Σε μια παλιότερη συνέντευξή σου είχες μοιραστεί ότι σε κάθε πρεμιέρα σκεφτόσουν «τι τρέλα είναι αυτή;» εννοώντας τη διαδικασία του θεάτρου. Ακόμη αναρωτιέσαι; Ακόμη αναζητάς γιατί κάνουμε θέατρο;

Γιατί κάνουμε, γιατί παρακολουθούμε, ακόμη τα αναρωτιέμαι αυτά τα πράγματα, ναι.Από την πλευρά του ηθοποιού ειλικρινά δεν έχω καταλάβει γιατί κάνουμε θέατρο. Μου φαίνεται σαν ένα φοβερό bungee jumping, στο οποίο ενώ ξέρεις ότι δεν θα πάθεις κάτι, εσύ οφείλεις να παίζεις σαν να πρόκειται να πάθεις κάτι. Εκεί είναι ίσως και η Τέχνη του πράγματος, να ξέρεις ότι πέφτεις από το αεροπλάνο με αλεξίπτωτο που λειτουργεί -και το έχεις δοκιμάσει ξαναπέφτοντας- αλλά οφείλεις να δώσεις εντολή στο νευρικό σου σύστημα να «ξεχάσει» αυτή τη γνώση.Όταν πάω ως θεατής να δω μια παράσταση συχνά σκέφτομαι τι είναι αυτό το, θα τολμήσω να πω, καρμικό, που έφερε εδώ σε αυτή την πλατεία όλους εμάς, που είμαστε τόσοι διαφορετικοί άνθρωποι, στην απόφαση να δούμε τη συγκεκριμένη παράσταση, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Με απασχολεί το τι συνέβαλλε στο να γίνει σε ένα συγκεκριμένο θέατρο, μια συγκεκριμένη ημέρα η συνάντηση των ανθρώπων που έρχονται να «συνομιλήσουν» με το θέμα ενός συγκεκριμένου έργου, μου φαίνεται τρομερά ενδιαφέρον από μόνο του.

Όταν ξεκινούσες στη δραματική σχολή είχες ξεκαθαρίσει μέσα σου αυτά που μου μόλις μου περιέγραψες;

Οι λόγοι για τους οποίους θέλεις να κάνεις αυτό το άλμα στο κενό διαφοροποιούνται  καθώς περνούν τα χρόνια. Στην αρχή είναι πολύ πιο πρωτογενή τα ένστικτα που σε σπρώχνουν προς τα εκεί γι’ αυτό μεγάλο τμήμα τους είναι η αποδοχή, δεν μπορώ να το αρνηθώ αυτό. Όμως με τον καιρό αρθρώνονται περισσότεροι λόγοι, πιο ουσιαστικοί.

Όπως;

Νομίζω πως η πραγματική έπαρση των ανθρώπων που ασκούμε αυτή την Τέχνη είναι ότι σου λέμε πως μπορούν να μας συμβούν μπροστά σου πράγματα που εσύ δεν έχεις το θάρρος να σου συμβούν στη ζωή σου. Σαν το τσίρκο. Αυτό είναι κάπως επηρμένο, πώς να το κάνουμε. Ε, το να βρίσκομαι με ανθρώπους σε μία σκηνή είτε για πρόβα είτε για παράσταση, που έχουμε αυτή την κοινή «λόξα» και την ίδια στιγμή, να συναντιόμαστε με άλλους ανθρώπους που έρχονται να παρακολουθήσουν αυτό το υπερβατικό γεγονός, τους θεατές δηλαδή, με κάνει να νιώθω ότι αντιστεκόμαστε όλοι μαζί στην ανάγκη κάποιων άλλων για τάξη, για υπακοή. Νιώθω λιγότερο πιόνι. Πιο ελεύθερος.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Προτιμάς τη διαδικασία των προβών ή την ώρα της παράστασης;

Έχουν και τα δύο την γλύκα τους. Ένας κοινός λόγος που μου αρέσουν και τα δύο, είναι ότι το κέντρο βάρος της προσοχής μου είναι ο συμπαίχτης μου και πώς υπάρχω μαζί του ή αυτό που πρέπει να συμβεί σκηνικά στις 22:15 για παράδειγμα, παρά ο εαυτός μου. Είναι πιο ξεκούραστο και πιο ενδιαφέρον.

Στη δουλειά σας μπορεί να προκύψει και επανάληψη μιας παράστασης όταν είναι πολύ επιτυχημένη, όπως γίνεται τώρα με την «Κουζίνα». Πώς διαχειρίζεσαι την επανάληψη;

Στο θέατρο, η δεύτερη σεζόν μπορεί να γίνει ο θάνατος της τέχνης. Είμαι τυχερός όμως που έχω όλους αυτούς τους εξαιρετικούς παρτενέρ- είμαστε 14 επί σκηνής- που είναι όλοι τους καλλιτέχνες και δεν έχουν σκοπό να πέσουν στη λογική του να επαναλάβουμε απλώς το ίδιο πράγμα. Στη συνθήκη της δεύτερης χρονιάς είναι οριακά αναγκαστικό να συμβεί αυτό και πρέπει εμείς να επαναφεύρουμε τους εαυτούς μας διαφορετικά είμαστε «νεκροί». Η δυσκολία είναι να μην πέσουμε στην ευκολία να κάνουμε απλώς αυτό που ξέρουμε πια πολύ καλά. Στην πρώτη φετινή μας πρόβα που είπα να το πάρω όλο από την αρχή, το σώμα μου θυμόταν τόσα πολλά πράγματα που ήταν σχεδόν εκνευριστικό.

Δεν είναι, έτσι κι αλλιώς, μια λεπτή ισορροπία το να κρατάς, από την κάθε δουλειά σου, όπλα για την υποκριτική σου φαρέτρα αλλά να μην επαναπαύεσαι σε μια επανάληψη των δυνατών σου στοιχείων;

Αυτό έχει να κάνει περισσότερο με τον τρόπο που ζεις παρά με το πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου στη σκηνή.

Πώς το εννοείς;

Αν έχεις φτιάξει ένα σκίτσο του εαυτού σου για το πώς υπάρχεις σκηνικά, αυτό το σκίτσο, δεν εξελίσσεται. Είναι νεκρό από την κατασκευή του. Αν φέρεις τον εαυτό σου, ή έστω ένα σύνολο συμπεριφορών εμπνευσμένο από τον εαυτό σου και τους ανθρώπους που παρατηρείς γύρω σου, είναι δύσκολο να μείνεις ανεπηρέαστος. Εγώ για παράδειγμα, που είμαι ένας άνθρωπος που δεν ταξιδεύει ιδιαίτερα, τώρα το καλοκαίρι ταξίδεψα πολύ χάρη στην περιοδεία της «Ειρήνης». Έχοντας κοιτάξει έναν ουρανό, δυο μάτια και δυο θάλασσες που δεν είχα ξαναδεί, σίγουρα μέσα μου κάτι άλλαξε.  Επομένως, από εδώ και μπρος δεν είμαι ο ίδιο ακριβώς άνθρωπος που ήμουν πριν. Όμως αν είχα παγιώσει τον τρόπο που πίστευα πως πρέπει να υπάρχω σκηνικά δεν θα μετέφερα την εξέλιξη μου και πάνω στη σκηνή. Επί της ουσίας, μιλάω για την αρνητική εκδοχή αυτού που λέμε μανιέρα.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Ποια είναι η καλή εκδοχή της μανιέρας;

Αυτό που ονομάζουμε ταυτότητα.

Στην «Κουζίνα» ποιος είναι ο ρόλος σου;

Υποδύομαι τον Ντεμίρ που έρχεται από βραβευμένα με michelin εστιατόρια υψηλής γαστρονομικής αξίας και πηγαίνει στα λεγόμενα «κοφτήρια» που σερβίρουν από σούσι μέχρι burger και μακαρόνια. Εκεί λοιπόν πρέπει να ανταποκριθεί σε ένα σύστημα εργασίας στο οποίο δεν είναι καθόλου συνηθισμένος, γιατί εκεί κανείς δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για το φαγητό, άσχετα με το αν οι συνάδελφοί του είναι καλοί μάγειρες ή όχι. Αυτό είναι κάτι που τον ματαιώνει πλήρως γιατί όταν εργαζόταν στα καλά εστιατόρια έχτιζε μεν και εξέλισσε την μαγειρική του, αλλά δεν πληρωνόταν καλά. Έτσι έκανε τα όνειρά του στην άκρη και πήγε κάπου που πληρωνόταν πολύ καλύτερα για να μπορεί να ζήσει. Τελικά δεν βρίσκει νόημα ούτε στη μαγειρική, ούτε στη ζωή χωρίς την μαγειρική. Όλο αυτό έχει πολλά κοινά με τη δική μας δουλειά στην οποία ξεκινάμε με κάποια όνειρα αλλά μετά η ζωή έρχεται καταπάνω σου και σου λέει «πλήρωσε το νοίκι σου, πλήρωσε την αυτονομία σου, πλήρωσε τον χρόνο σου» κι οι εκπτώσεις που κάνεις ή δεν κάνεις εξ αιτίας όλων αυτών, είναι κι αυτές που σε διαμορφώνουν. Μοιάζει η κουζίνα και ως τέχνη και ως επάγγελμα με αυτό του θεάτρου.

Στην καθημερινότητά σου τι γουστάρεις να κάνεις;

Μου αρέσει πάρα πολύ η μουσική και  τραγουδάω λίγο, παίζω και λίγο πιάνο, ενδιαφέρομαι για τις ενορχηστρώσεις, για τις πολυφωνίες και γενικά για όσα κοινά υπάρχουν στην τέχνη του θεάτρου και στην μουσική. Μου αρέσει το καλό φαγητό και να μαγειρεύω αλλά όχι και τόσο επαγγελματικά όσο ο ρόλος μου και μου αρέσει πολύ και το τίποτα.

Έχεις κάνει περισσότερο θέατρο από ότι σινεμά και τηλεόραση. Ποιο είναι το κοινό μεταξύ των τριών αυτών πεδίων και ποια η διαφορά;

Το κοινό έχει να κάνει με την έκθεση. Τι  επιλέγεις να φανερώσεις δηλαδή και τι να κρύψεις. Η λειτουργία είναι η ίδια. Η διαφορά τώρα είναι η εξής: επειδή το θέατρο ως τέχνη είναι απόλυτα δημοκρατική, ο θεατής μπορεί να επιλέξει πού θα εστιάσει από όλα όσα διαδραματίζονται πάνω στη σκηνή κι ας του στρέφει ο σκηνοθέτης την προσοχή εκεί που θέλει. Εκείνος, πάντα έχει το ελεύθερο να κοιτάξει όπου νομίζει. Επομένως, σου δημιουργείται και μια αγωνία αν τρώει κανείς αυτό που μαγείρεψες. Ενώ στον κινηματογράφο, κατά τη διάρκεια του γυρίσματος, ο ηθοποιός ξέρει ότι έχει σίγουρα τουλάχιστον ένα μάτι πάνω του, εκείνο της κάμερας. Aυτό εμένα μου προκαλεί μια -πώς να το πω;- μια λύσσα. Σίγουρα τρώει κάποιος αυτό που μαγείρεψες και θα δούμε μετά στο μοντάζ αν το φαγητό σου περνάει το πάσο. Καταλαβαίνω πως μπορεί να ακούγεται λίγο περίεργο αυτό που λέω. Είναι και η λέξη λύσσα που μπορεί να πάρει πολλές διαστάσεις αλλά τη θεωρώ και λίγο υποτιμημένη στις ημέρες μας. Νιώθω ότι πια δεν λυσσάμε για τα πράγματα γενικά γιατί είμαστε κουρασμένοι. Ειλικρινά δεν ξέρω πώς μπορεί κάποιος να κάνει τη δική μας δουλειά χωρίς αυτή τη λύσσα. Αν με ρωτάς, σαν νέος ηθοποιός, ναι λυσσάω για τη δουλειά μου, τρελαίνομαι για το θέατρο, αγαπώ τη σκηνή και την υποκριτική σαν τέχνη.

© Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Υπάρχει κάτι που σε τραβάει περισσότερο ως θέμα, ως ρόλοι, ως προσέγγιση και θα ήθελες να ανακαλύψεις υποκριτικά;

Κατά βάση, είμαι ένας πολύ βαρύς άνθρωπος. Επομένως η ελαφρότητα με ερεθίζει και ταυτοχρόνως με ξεκουράζει και γι’ αυτό την αποζητώ όπως η μύγα το φως.

Έχεις κατασταλάξει σε αυτή την εικόνα για τον εαυτό σου ή πιστεύεις ότι έχεις χρόνο και περιθώριο μπροστά σου που ίσως σε κάνει να αναθεωρήσεις ότι αυτή είναι μια πλευρά σου και όχι η βάση σου;

Ο πυρήνας μας είναι η βιογραφία μας. Τα περιβάλλοντα από τα οποία προέρχεται ένας άνθρωπος και οι εμπειρίες που έχει βιώσει φέρουν το δικό τους στίγμα μέσα του. Ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τη βιογραφία μας μέσα στα χρόνια είναι κι ένα δείγμα ενηλικίωσης, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Μακάρι να καταφέρω να θέσω κάποια στιγμή την ελαφρότητα για βάση και το βάρος ως μια πλευρά. Μου το εύχομαι.

Σκέφτομαι κάποιες φορές ότι αυτό που καλούμαστε να κάνουμε στη ζωή μας είναι να διαχειριστούμε όπως μπορούμε καλύτερα τις τυχαιότητες που κουβαλάμε από την πρώτη ημέρα της ζωής μας.

Μα ναι. Δεν είναι τυχαίο που κι ένας ορισμός του ρατσισμού είναι οτι «Μισείς κάτι που τυχαία δεν είσαι».

Είναι ωραίο που μπορούμε ακόμη να κάνουμε τέτοιες συζητήσεις, γιατί έχω την εντύπωση ότι αρκετός κόσμος μπορεί να τις αποφεύγει ή και να τις φοβάται ενώ μόνο όταν συζητάμε έτσι και μοιραζόμαστε σκέψεις και εμπειρίες μπορεί να βγάλουμε νόημα για πράγματα που ενώ νομίζουμε ότι τα βιώνει ο καθένας μόνος του στην πραγματικότητα είναι κοινά σε πολλούς.

Εμείς ως γενιά μεγαλώσαμε σε ένα περιβάλλον που μας έμαθε ότι δεν υπάρχει κάτι πιο σημαντικό από τον εαυτό μας και ψάχνουμε τους δρόμους και τους τρόπους στους οποίους θα εγκαθιδρυθεί η σημαντικότητά μας. Αυτό συνδέεται πάρα πολύ με το ότι είμαστε η πρώτη γενιά που έχει μεγαλώσει μέσα στα social media, δεν έχουμε ζήσει τον κόσμο όπως ήταν πριν. Έχουμε λοιπόν από ένα προφίλ σε κάθε κοινωνικό δίκτυο και μεγαλώσαμε βλέποντας πόσα likes παίρνουμε, ποιος συμμαθητής μας σχολίασε ένα post μας, πόσους followers κερδίζουμε ή χάνουμε μέρα με την μέρα. Κατά συνέπεια, είμαστε έρμαια του ετεροπροσδιορισμού. Καταλαβαίνω την έννοια της αυτοπεποίθησης ως αυτή της αντίθετης του ετεροπροσδιορισμού. Όταν έχεις, αυτό που λέμε, αυτοπεποίθηση, πιστεύεις ότι είσαι ένας άνθρωπος που αξίζει να μοιραστείς τον εαυτό σου με άλλους. Ερωτικά, καλλιτεχνικά, φιλικά κτλ. Όταν έχεις ανασφάλεια δεν μπορείς να προσδιορίσεις τον εαυτό σου ως σημαντικό και τότε αφήνεσαι να σε προσδιορίσουν οι άλλοι ως τέτοιο. Κι έτσι φοβάσαι να εκτεθείς γιατί φοβάσαι μήπως και δεν σε δουν ως σημαντικό. Τελικά πόση αξία έχει η σημαντικότητα; σιγά τα ωα. Σπουδαία πράγματα έχουν συμβεί και φοβερά έργα -ως κατά συνέπεια- έχουν γραφτεί για ανθρώπους «ασήμαντους». a.k.a, Τσέχωφ. Στη δική μου δουλειά αυτό είναι μια μεγάλη παγίδα γιατί εκ των πραγμάτων ένας ηθοποιός ετεροπροσδιορίζεται από τον συγγραφέα που έγραψε τον ρόλο, από τον σκηνοθέτη που του δίνει οδηγίες, από το κοινό που θα τον χειροκροτήσει ή όχι. Το στοίχημα και η πολυπλοκότητα της φάσης είναι να χτίσεις την ταυτότητά σου σύμφωνα με τις επιθυμίες και τα όρια σου χωρίς να επιτρέπεις στη δύναμη του ετεροπροσδιορισμού να σε αλλοιώσει.

Είναι μια λεπτή ισορροπία για όλους μας αυτό, το να χτίσουμε τη δική μας ταυτότητά χωρίς να ακυρώνουμε ότι ζούμε μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο που συνεχώς μας διαμορφώνει.

Ως ένας άνθρωπος που κάνω κι εγώ ψυχοθεραπεία τα τελευταία χρόνια έχω πάντα ως βασικό άξονα τη σκέψη ότι μπαίνω σε αυτή τη διαδικασία για να μπορέσω να συνυπάρξω – με έναν τρόπο που μου αρέσει περισσότερο-  με τους ανθρώπους. Η κινητήριος δύναμή μου είναι η συνύπαρξη, όχι το Εγώ. Κι αν μερικές φορές αναρωτιέμαι γιατί κάνω αυτή τη δουλειά που κάνω, για να επανέλθουμε στην αρχή της συζήτησης, καταλήγω ότι την επιλέγω γιατί είναι μια δουλειά που καλεί τους ανθρώπους να είναι μαζί και όχι μόνοι.

Info: Η Κουζίνα, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή. Θέατρο Κιβωτός, Πειραιώς 115

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;