Στη Νίκαια δεν αποχαιρετούσαν απλώς, έναν διάσημο τραγουδιστή. Άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί από το προηγούμενο βράδυ στην Αγία Τριάδα, τραγουδούσαν τα τραγούδια του, κρατούσαν λουλούδια, περίμεναν για ώρες. Δεν χρειαζόταν να αγαπάς τον Μαζωνάκη για να καταλάβεις ότι στη Νίκαια δεν αποχαιρετούσαν μόνο έναν τραγουδιστή. Μερικές φορές ένα πλήθος ξέρει πριν από εμάς ότι ένας άνθρωπος είχε αποκτήσει μεγαλύτερη θέση μέσα στη ζωή του απ’ όση του είχαμε αναγνωρίσει όσο ζούσε. Και ο Γιώργος Μαζωνάκης, που πέθανε στα 54 του χρόνια, είχε προ πολλού ξεπεράσει τα όρια ενός επιτυχημένου τραγουδιστή.
Τα charts εδώ είναι σχεδόν άχρηστα. Το ίδιο και οι πωλήσεις, τα streams, τα βραβεία, οι τηλεοπτικές εμφανίσεις. Η βιομηχανία μπορεί να κατασκευάσει έναν σταρ, μπορεί να αγοράσει προβολή, να οργανώσει hype και να παράγει έναν ολόκληρο μικρό στρατό από ανθρώπους που θα σου εξηγούν γιατί κάποιος είναι σημαντικός. Αυτό που δεν μπορεί να αγοράσει είναι το αίσθημα ότι ένας άνθρωπος σου ανήκει. Αυτό συμβαίνει μόνο όταν, χωρίς να το καταλάβεις, έχει εγκατασταθεί μέσα στην προσωπική σου ιστορία.
Εκεί αρχίζει η ιστορία του λαϊκού ήρωα. Όχι του καλύτερου τραγουδιστή ούτε του μεγαλύτερου καλλιτέχνη. Του ανθρώπου που κάποια στιγμή παύει να αντιπροσωπεύει μόνο τον εαυτό του και αρχίζει να κουβαλά κάτι από την κοινωνία που τον κοιτάζει. Ο Καζαντζίδης κουβαλούσε την ξενιτιά, τον εργάτη, την ήττα, τον άνδρα που δεν μπορούσε να μιλήσει για τον πόνο του και γι’ αυτό τον τραγουδούσε. Ο Μαζωνάκης κουβάλησε μια διαφορετική Ελλάδα. Την Ελλάδα που μέθυσε στα 90ς, ξόδεψε στα 2000s, ξύπνησε με πονοκέφαλο στα χρόνια της κρίσης και κάποια στιγμή κοίταξε στον καθρέφτη και ανακάλυψε ότι είχε μεγαλώσει.
Ήταν η Ελλάδα της πίστας, των λουλουδιών, της καψούρας, της υπερβολής, των τέσσερις το πρωί που ξαφνικά γίνονταν έξι. Μια χώρα που μπορούσε να ξοδέψει σε ένα βράδυ όσα θα μετάνιωνε τη Δευτέρα και να θεωρεί αυτή την ανοησία όχι οικονομικό πρόβλημα αλλά τρόπο ζωής. Ο Μαζωνάκης δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να απολογηθεί για τη λαϊκότητά του ούτε να τη μεταμφιέσει σε κάτι πιο εύπεπτο για τις πολιτιστικές ελίτ. Η πατρίδα μας έχει άλλωστε μια παράξενη εμμονή με την κοινωνική απόδραση. Όταν κάποιος ανεβαίνει κοινωνικά, περιμένουμε συχνά να αφήσει πίσω του τον τόπο και τους κώδικες από όπου ξεκίνησε. Να αλλάξει λέξεις, ρούχα, φίλους, γούστο. Να μας αποδείξει ότι «ξέφυγε». Ο Μαζωνάκης δεν ξέφυγε από τη Νίκαια. Την πήρε μαζί του. Κι αυτό ίσως εξηγεί γιατί η επιστροφή του εκεί στο τέλος, απέκτησε τέτοια δύναμη.
Μπορεί ο Γιώργος Μαζωνάκης να μην ήταν κυριολεκτικά ο τελευταίος λαϊκός ήρωας. Ήταν όμως ένας από τους τελευταίους ανθρώπους που γνωρίσαμε όλοι μαζί.
Το πιο ενδιαφέρον όμως ήταν ότι παρέμεινε λαϊκός χωρίς να γίνει ποτέ προβλέψιμος. Αρνήθηκε τους ασφαλείς κανόνες της ανδρικής λαϊκής περσόνας. Τα ρούχα, οι μεταμορφώσεις, η θεατρικότητα, η σχέση του με τη μόδα, η μόνιμη διάθεση να πειράζει τον κώδικα του «μάγκα». Μπορούσε να προκαλέσει αμηχανία στον πιο συντηρητικό άνθρωπο του μαγαζιού και δέκα λεπτά αργότερα να τον έχει όρθιο να τραγουδά μαζί του. Δεν προσπάθησε να εξηγήσει ποιος ήταν ούτε να ζητήσει έγκριση για τον τρόπο που επέλεγε να εμφανίζεται. Ανέβαινε στη σκηνή όπως ήθελε και άφηνε το κοινό να προσαρμοστεί σε εκείνον. Αυτή είναι ίσως η πιο υποτιμημένη πλευρά της ποπ κουλτούρας. Αλλάζει τα όρια του αποδεκτού πολύ πριν καταλάβουμε ότι άλλαξαν.
Το βάρος της λέξης «τελευταίος» δεν πέφτει τόσο πάνω στον Μαζωνάκη όσο πάνω στην εποχή που τον έκανε δυνατό. Γιατί ο κόσμος που μπορούσε να κατασκευάσει τέτοιους πανελλαδικούς λαϊκούς ήρωες έχει σχεδόν τελειώσει. Ο Μαζωνάκης έγινε γνωστός όταν υπήρχε ακόμη μια κοινή πολιτιστική πλατεία. Λίγα τηλεοπτικά κανάλια, μεγάλα ραδιόφωνα, δισκοπωλεία, περιοδικά, πίστες. Ένα τραγούδι όταν γινόταν επιτυχία δεν κατακτούσε ένα target group. Κατακτούσε τη χώρα. Δεν χρειαζόταν να σου αρέσει ο Μαζωνάκης. Έπρεπε όμως να ξέρεις ποιος είναι.
Διάβασε στο Black Book:
Σήμερα ένας καλλιτέχνης μπορεί να έχει εκατοντάδες εκατομμύρια streams και να παραμένει άγνωστος στον άνθρωπο που κάθεται στο διπλανό τραπέζι. Το TikTok έχει τη δική του Ελλάδα, το Spotify μια δεύτερη, το YouTube μια τρίτη. Οι αλγόριθμοι έγιναν καταπληκτικοί στο να μας δίνουν ακριβώς αυτό που θέλουμε και ταυτόχρονα να μας προστατεύουν από την ενοχλητική γνώση ότι οι άλλοι μπορεί να θέλουν κάτι εντελώς διαφορετικό. Κερδίσαμε αμέτρητες επιλογές, αλλά χάσαμε τον κοινό χώρο όπου κάποτε συναντιόμασταν όλοι.
Ο Μαζωνάκης ανήκε ακόμη στον κόσμο πριν κλείσει η πλατεία. Μπορούσε να υπάρχει ταυτόχρονα στο ταξί, στο κομμωτήριο, στο μπαρ, στο οικογενειακό τραπέζι, στην πίστα της παραλιακής και στο ραδιόφωνο κάποιου που θα ορκιζόταν ότι «δεν ακούει λαϊκά». Δεν ήταν niche, δεν ήταν κοινότητα, δεν ήταν demographic. Ήταν από εκείνα τα πρόσωπα που βρίσκονταν παντού, ακόμη κι όταν δεν τα αναζητούσες. Ο Παντελής Παντελίδης απέδειξε ότι ο λαϊκός μύθος μπορούσε ακόμη να γεννηθεί. Στον Μαζωνάκη όμως υπήρχε κάτι που κανένα viral φαινόμενο δεν μπορεί να αποκτήσει γρήγορα: χρόνος. Περισσότερες από τρεις δεκαετίες μπροστά στα μάτια μας. Άλλαξαν κυβερνήσεις, λεφτά, μαγαζιά, μουσικές βιομηχανίες, τεχνολογίες, τρόποι ζωής. Εκείνος παρέμενε κάπου μέσα στο κάδρο.
Γι’ αυτό ο θάνατός του χτύπησε τόσο δυνατά μια συγκεκριμένη γενιά. Οι άνθρωποι που ήταν είκοσι πέντε όταν άκουγαν Μαζωνάκη δυνατά στο αυτοκίνητο είναι σήμερα πενήντα και κάτι. Οι παρέες άλλαξαν, γάμοι τελείωσαν, φίλοι χάθηκαν, παιδιά μεγάλωσαν, τα μαγαζιά όπου ξενυχτούσαν έγιναν άλλα μαγαζιά ή δεν υπάρχουν πια. Και ξαφνικά ένας άνθρωπος που βρισκόταν μόνιμα μέσα στο soundtrack αυτής της διαδρομής έφυγε. Οι θάνατοι των ανθρώπων που συνδέθηκαν με τη νεότητά μας έχουν αυτή την αγριότητα. Δεν σου λένε μόνο ότι πέθανε κάποιος άλλος. Σου παρουσιάζουν τον λογαριασμό του χρόνου.
Γι’ αυτό στη Νίκαια δεν αποχαιρετήσαμε μόνο τον Μαζωνάκη. Αποχαιρετώντας τον Μαζωνάκη, αποχαιρετούσαμε και ένα κομμάτι του εαυτού μας όπως ήταν κάποτε: αχαλίνωτο, πιο υπερβολικό, συχνά πιο αφελές, αλλά με περισσότερα πράγματα που μοιραζόταν με τους άλλους. Μπορεί ο Γιώργος Μαζωνάκης να μην ήταν κυριολεκτικά ο τελευταίος λαϊκός ήρωας. Ήταν όμως ένας από τους τελευταίους ανθρώπους που γνωρίσαμε όλοι μαζί. Και σε μια εποχή όπου ο καθένας ζει όλο και περισσότερο μέσα στον δικό του αλγόριθμο, μπορεί να αποδειχθεί ότι αυτό που πέθανε μαζί του δεν ήταν απλώς ένας τραγουδιστής. Ήταν η δυνατότητά μας να έχουμε ξανά έναν άνθρωπο που να ανήκει, έστω για λίγο, σε όλους.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







