Οι Gorillaz και ο Damon Albarn μετέτρεψαν το Release Athens σε μια γιορτή περιέργειας, συνεργασίας και μουσικής χωρίς σύνορα, αποδεικνύοντας γιατί παραμένουν μια από τις πιο δημιουργικές μπάντες του 21ου αιώνα.
Όταν ο Damon Albarn κατέβηκε από τη σκηνή στο 19-2000, η συναυλία είχε ήδη βρει τον ρυθμό της. Δεν ήταν η συνηθισμένη κίνηση ενός frontman που πλησιάζει τα κάγκελα για να ξεσηκώσει το κοινό πριν επιστρέψει γρήγορα στη σκηνή. Έμεινε εκεί. Έσφιγγε χέρια, τραγουδούσε κοιτώντας ανθρώπους στα μάτια, χαμογελούσε σαν να απολάμβανε τη στιγμή όσο κι εμείς. Για μια μπάντα που πριν από είκοσι πέντε χρόνια γεννήθηκε ως η πιο διάσημη εικονική μπάντα του κόσμου, ήταν μια σχεδόν συμβολική εικόνα. Πίσω από τα cartoons, πίσω από τα animations, πίσω από όλη αυτή τη μυθολογία, υπήρχε πάντα κάτι απολύτως ανθρώπινο. Η ανάγκη για επαφή.

Αυτό ήταν ίσως το πρώτο πράγμα που ένιωσα το βράδυ της Παρασκευής στην Πλατεία Νερού, στο πλαίσιο του Release Athens. Το δεύτερο ήταν ότι οι Gorillaz εξακολουθούν να κάνουν κάτι που ελάχιστοι καλλιτέχνες καταφέρνουν μετά από μια τόσο μεγάλη πορεία. Δεν έρχονται για να αναπαράγουν το παρελθόν τους. Έρχονται για να το συνεχίσουν.
Από τη στιγμή που οι γνώριμες φιγούρες των 2-D, Murdoc, Noodle και Russel εμφανίστηκαν στις γιγαντοοθόνες, έγινε σαφές ότι αυτό που θα βλέπαμε δεν ήταν κάτι που αφορούσε το παρελθόν. Τα σχέδια του Jamie Hewlett δεν λειτουργούσαν σαν ένα εντυπωσιακό σκηνικό. Ήταν οργανικό κομμάτι της αφήγησης, ένας κόσμος που εξακολουθεί να εξελίσσεται μαζί με τη μουσική του Damon Albarn. Ο ίδιος εμφανίστηκε χωρίς ίχνος σταριλίκι. Με το στρατιωτικό μπουφάν, το σκουφί του Κουστώ και εκείνο το μόνιμο χαμόγελο ανθρώπου που εξακολουθεί να διασκεδάζει με αυτό που κάνει, έμοιαζε περισσότερο με παρουσιαστή μιας μεγάλης μουσικής συνάντησης παρά με έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς της γενιάς του. Άφηνε τους μουσικούς του να πρωταγωνιστούν, χειροκροτούσε τους συνεργάτες του, απολάμβανε τις στιγμές όπου το κοινό τραγουδούσε δυνατότερα από τον ίδιο. Δεν προσπαθούσε να τραβήξει όλο το φως πάνω του. Το μοίραζε.

Όσο περισσότερο σκεφτόμουν τη συναυλία, τόσο περισσότερο επέστρεφα στο ίδιο σημείο. Όχι στο φινάλε, ούτε στο Feel Good Inc. ή στο Clint Eastwood. Στο δεύτερο μόλις τραγούδι του set. Στο The Happy Dictator.
«No more bad news», τραγουδούσε ο Albarn και χιλιάδες άνθρωποι επαναλαμβάναμε τον ίδιο στίχο σχεδόν χαμογελώντας. Εκείνη τη στιγμή δεν στάθηκα ιδιαίτερα στους στίχους. Το έκανα αργότερα φεύγοντας από την Πλατεία Νερού. Και τότε κατάλαβα γιατί αυτό το τραγούδι έμεινε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέσα μου. Δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε προσπαθεί να σου πει τι να πιστέψεις. Αφήνει απλώς μια μικρή αμφιβολία να αιωρείται. Έναν κόσμο χωρίς κακές ειδήσεις. Έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν πιο ήσυχα, πιο εύκολα, πιο ασφαλή. Το Happy Dictator λειτούργησε για μένα σαν υπενθύμιση ότι οι πιο επικίνδυνες υποσχέσεις δεν είναι πάντα εκείνες που έρχονται με φωνές και απειλές. Μερικές φορές έρχονται με χαμόγελα, με βεβαιότητες, με την υπόσχεση ότι κάποιος θα κάνει τη ζωή σου πιο εύκολη. Οι Gorillaz δεν κάνουν ποτέ κήρυγμα. Σου αφήνουν όμως πάντα κάτι να σκεφτείς όταν τελειώσει η μουσική. Και αυτό είναι ίσως το πιο σπουδαίο χαρακτηριστικό τους.
Η υπόλοιπη βραδιά κύλησε με έναν τρόπο που μόνο οι Gorillaz μπορούν να πετύχουν. Το Tomorrow Comes Today, το 19-2000, το Dirty Harry, το Stylo, το On Melancholy Hill, το Feel Good Inc. και το Clint Eastwood δεν ακούστηκαν σαν μια αλληλουχία μεγάλων επιτυχιών. Έμοιαζαν με κεφάλαια της ίδιας ιστορίας. Το ακόμη πιο εντυπωσιακό ήταν ότι τα τραγούδια του νέου άλμπουμ The Mountain στάθηκαν δίπλα τους χωρίς να δίνουν ποτέ την αίσθηση της υποχρεωτικής στάσης μέχρι να επιστρέψουν τα γνωστά hits. Ελάχιστες μπάντες μπορούν να το πετύχουν αυτό.










Ίσως γιατί οι Gorillaz δεν αντιμετώπισαν ποτέ τη μουσική σαν μια σειρά από είδη. Την αντιμετώπισαν σαν μια ατελείωτη συνομιλία. Hip hop, dub, electronica, britpop, αφρικανικοί ρυθμοί, ινδικές μελωδίες, reggae, gospel συνυπήρχαν στη σκηνή με τρόπο απολύτως φυσικό. Όχι για να εντυπωσιάσουν. Αλλά γιατί έτσι ακριβώς αντιλαμβάνεται ο Albarn τον κόσμο. Όχι ως σύνορα, αλλά ως διαδρομές που συνεχώς διασταυρώνονται.
Κοιτώντας γύρω μου, έβλεπα ανθρώπους που είχαν μεγαλώσει με το Demon Days να τραγουδούν δίπλα σε παιδιά που πιθανότατα γνώρισαν τους Gorillaz μέσα από το Spotify ή το TikTok. Δεν υπήρχαν ηλικίες δεν υπήρχαν μουσικές φυλές. Υπήρχε μόνο μια κοινή εμπειρία. Και σκέφτηκα ότι αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του Damon Albarn. Όχι ότι δημιούργησε τη διασημότερη εικονική μπάντα του κόσμου. Αλλά ότι κατάφερε να κρατήσει ζωντανή την περιέργεια. Να μας υπενθυμίζει κάθε φορά που ανεβαίνει στη σκηνή ότι η μουσική δεν υπάρχει για να επιβεβαιώνει όσα ήδη ξέρουμε. Υπάρχει για να μας ανοίγει νέους δρόμους.
Διάβασε και αυτό στο Black Book:
Όταν τελείωσε το Clint Eastwood τα φώτα άναψαν σχεδόν απότομα. Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν κουνήθηκε και όλοι περίμεναν το encore που δεν ήρθε ποτέ. Η απογοήτευση ήταν εμφανής όχι γιατί έλειπαν δύο ακόμη τραγούδια, αλλά γιατί κανείς δεν ήταν πραγματικά έτοιμος να αποχαιρετήσει αυτή τη βραδιά.
Καθώς έβγαινα από την Πλατεία Νερού γύρισα ασυναίσθητα προς τη σκηνή και θυμήθηκα ξανά τον Albarn ανάμεσα στον κόσμο στο 19-2000. Τότε συνειδητοποίησα ότι οι πραγματικά μεγάλες συναυλίες δεν κρίνονται από το μήκος του setlist ούτε από το αν υπήρξε encore. Κρίνονται από το αν για λίγες ώρες σε κάνουν να κοιτάξεις τον κόσμο λίγο διαφορετικά απ’ ό,τι πριν μπεις στον χώρο.
Οι Gorillaz δεν μου θύμισαν μόνο γιατί παραμένουν μία από τις σημαντικότερες μπάντες του 21ου αιώνα. Μου θύμισαν γιατί εξακολουθώ να πηγαίνω σε συναυλίες. Γιατί υπάρχουν ακόμη κάποιες νύχτες που η μουσική δεν σε κάνει απλώς να περάσεις καλά. Σου ανοίγει λίγο περισσότερο τον κόσμο.







