Skip to main content

Από την Κύπρο και το Κόσοβο έως την Υπερδνειστερία και τον Καύκασο, εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να ζουν μέσα σε προσωρινές διευθετήσεις που έγιναν μόνιμες. Στις γκρίζες ζώνες του χάρτη, η ευρωπαϊκή ειρήνη αποκαλύπτει τα όριά της.

Στην οδό Λήδρας, στη Λευκωσία, ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης χάνει για λίγο τη βεβαιότητά του. Μέσα σε λίγα λεπτά ο πεζός αφήνει πίσω του μια πρωτεύουσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περνά από το σημείο ελέγχου και βρίσκεται σε μια περιοχή που αναγνωρίζεται ως κράτος μόνο από την Τουρκία. Στη μία πλευρά κυκλοφορεί το ευρώ, στην άλλη η τουρκική λίρα. Η απόσταση είναι ελάχιστη, αλλά ανάμεσα στα δύο πεζοδρόμια χωρούν μια εισβολή, μισός αιώνας αποτυχημένων συνομιλιών και μία ολόκληρη βιομηχανία διαχείρισης του προσωρινού.

Στους σχολικούς άτλαντες η Ευρώπη παρουσιάζεται τακτοποιημένη. Κάθε χώρα έχει το χρώμα της, κάθε σύνορο τη γραμμή του και κάθε πρωτεύουσα μια ευδιάκριτη κουκκίδα. Η πραγματικότητα είναι πιο ακατάστατη. Στις παρυφές της ηπείρου επιβιώνουν εδάφη με σημαίες, κυβερνήσεις, αστυνομία και σημεία ελέγχου, αλλά με αβέβαιη ή περιορισμένη διεθνή υπόσταση. Άλλοτε πρόκειται για αποσχιστικές οντότητες, άλλοτε για περιοχές υπό κατοχή, για μερικώς αναγνωρισμένα κράτη ή για διοικητικές κατασκευές που γεννήθηκαν από μια ειρηνευτική συμφωνία. Δεν έχουν το ίδιο νομικό καθεστώς και η εξίσωσή τους θα ήταν ιστορικά λανθασμένη. Μοιράζονται όμως ένα βασικό γνώρισμα: ο πόλεμος σταμάτησε πριν λυθεί η διαφωνία για το ποιος δικαιούται να ορίζει τον τόπο.

Η Υπερδνειστερία είναι ίσως η καθαρότερη εικόνα αυτής της πολιτικής εκκρεμότητας. Μια στενή λωρίδα γης ανατολικά του Δνείστερου, διεθνώς αναγνωρισμένη ως τμήμα της Μολδαβίας, λειτουργεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 σαν ξεχωριστό κράτος. Διαθέτει δικό της νόμισμα, συνοριακούς φρουρούς και κρατικά σύμβολα, παρότι κανένα μέλος του ΟΗΕ δεν αναγνωρίζει την ανεξαρτησία της. Τα αγάλματα του Λένιν και η σοβιετική αισθητική τροφοδοτούν έναν μικρό τουρισμό πολιτικής νοσταλγίας, πίσω όμως από τη γραφικότητα παραμένουν τα ρωσικά στρατεύματα και μια σύγκρουση χωρίς οριστική λύση. Ο ΟΑΣΕ εξακολουθεί να μεσολαβεί για μια διευθέτηση που θα σέβεται την κυριαρχία της Μολδαβίας και θα παραχωρεί ειδικό καθεστώς στην περιοχή. Τρεις δεκαετίες διαπραγματεύσεων αρκούν για να δείξουν πόσο εύκολα το προσωρινό αποκτά θεσμούς, συμφέροντα και τελικά δική του αδράνεια.

Στα Βαλκάνια, η ειρήνη της δεκαετίας του 1990 άφησε πίσω της παρόμοιες εκκρεμότητες. Η Συμφωνία του Ντέιτον σταμάτησε τη σφαγή στη Βοσνία, αλλά ενσωμάτωσε τον εθνοτικό διαχωρισμό στον ίδιο τον μηχανισμό του κράτους. Η Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας δεν είναι ανεξάρτητη χώρα, διαθέτει όμως αρκετή πολιτική αυτονομία ώστε κάθε απειλή απόσχισης να επαναφέρει τη μνήμη του πολέμου. Λίγο νοτιότερα, το Κόσοβο ανακήρυξε την ανεξαρτησία του το 2008, χωρίς να αναγνωρίζεται από τη Σερβία και από πέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανάμεσά τους η Ελλάδα και η Κύπρος. Στη Μιτρόβιτσα μια γέφυρα χωρίζει την αλβανική από τη σερβική πλευρά της πόλης. Αλλάζουν η γλώσσα, τα σύμβολα και η αίσθηση της κρατικής εξουσίας. Ο διάλογος Βελιγραδίου και Πρίστινας συνεχίζεται υπό την Ευρωπαϊκή Ένωση, επειδή η ειρήνη στην περιοχή εξακολουθεί να στηρίζεται σε μια συμφωνία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Η Κύπρος κάνει αδύνατη την ευρωπαϊκή προσποίηση ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε κάποιο μακρινό, μετασοβιετικό περιθώριο. Το νησί παραμένει διαιρεμένο από το 1974 και η Πράσινη Γραμμή περνά μέσα από την τελευταία μοιρασμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα το ευρωπαϊκό κεκτημένο παραμένει σε αναστολή. Εκεί έχει αναπτυχθεί μια ξεχωριστή οικονομία, στενά δεμένη με την Τουρκία, με αιχμή τα ακίνητα, τις κατασκευές και την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων. Οι πολυκατοικίες, τα ξενοδοχεία και οι νέοι δρόμοι δεν υπηρετούν μόνο την ανάπτυξη. Δημιουργούν τετελεσμένα πάνω στη γη, ακριβώς εκεί όπου η ιδιοκτησία και η κυριαρχία παραμένουν ανοιχτές πληγές.

Για χρόνια η διπλωματική γλώσσα αποκαλούσε αυτές τις εστίες «παγωμένες συγκρούσεις». Η φράση υπέβαλλε την ιδέα μιας επικίνδυνης αλλά ελεγχόμενης ακινησίας. Το Ναγκόρνο Καραμπάχ απέδειξε πόσο παραπλανητική ήταν αυτή η βεβαιότητα. Μετά τον πόλεμο του 2020, τον αποκλεισμό του μοναδικού δρόμου που συνέδεε την περιοχή με την Αρμενία και τη στρατιωτική επιχείρηση του Αζερμπαϊτζάν τον Σεπτέμβριο του 2023, περισσότεροι από 100.000 Αρμένιοι εγκατέλειψαν το Καραμπάχ μέσα σε μία εβδομάδα. Η αυτοανακηρυγμένη αρμενική διοίκησή του έπαψε να υφίσταται. Μια πολιτική πραγματικότητα που είχε διαρκέσει σχεδόν τριάντα χρόνια εξαφανίστηκε σε λίγες ημέρες, μαζί με την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος εργάζεται πάντοτε υπέρ της ειρήνης.

Οι συγκρούσεις δεν παγώνουν. Περιμένουν όσο οι συσχετισμοί δύναμης εμποδίζουν τη μία πλευρά να κινηθεί. Όταν η Ρωσία απορροφήθηκε από τον πόλεμο στην Ουκρανία, η προστασία που πίστευαν ότι διέθεταν οι Αρμένιοι του Καραμπάχ αποδείχθηκε ανύπαρκτη. Η Μόσχα διατηρεί επιρροή στην Υπερδνειστερία και στις αποσχισμένες περιοχές της Γεωργίας, ενώ η Τουρκία παραμένει η μοναδική δύναμη που αναγνωρίζει και στηρίζει το καθεστώς στα κατεχόμενα της Κύπρου και έχει ενισχύσει την παρουσία της στον Καύκασο και στα Βαλκάνια. Στις γκρίζες ζώνες η ισχύς σπάνια εμφανίζεται μόνο με στολή. Φτάνει μέσω διαβατηρίων, τηλεοπτικών δικτύων, τραπεζών, θρησκευτικών δεσμών, εργολάβων και φθηνού χρήματος.

Η κατασκευή έχει γίνει μια ιδιαίτερα αποτελεσματική γραμματική κυριαρχίας. Ένα νέο αεροδρόμιο, ακόμη και όταν δεν μπορεί να εξυπηρετήσει κανονικές διεθνείς πτήσεις, δηλώνει ότι η περιοχή σκοπεύει να παραμείνει. Ένας φαρδύς δρόμος προς μια μισοάδεια πόλη λειτουργεί ως απόδειξη κανονικότητας. Οι γερανοί υψώνουν μαζί πολυκατοικίες και πολιτικά επιχειρήματα. Όπου η διεθνής αναγνώριση λείπει, το τσιμέντο επιχειρεί να την υποκαταστήσει. Παράλληλα η ασαφής νομοθεσία και τα θολά τραπεζικά όρια προσελκύουν δραστηριότητες που δυσκολεύονται να ευδοκιμήσουν σε κανονικά εποπτευόμενες οικονομίες. Το αδιέξοδο δεν είναι κενό εξουσίας. Είναι αγορά.

Γύρω από αυτή την εκκρεμότητα αναπτύχθηκε και μια παράξενη μορφή τουρισμού. Επισκέπτες φωτογραφίζονται δίπλα σε εγκαταλειμμένα εργοστάσια, σοβιετικά μνημεία, φυλάκια και κτίρια σημαδεμένα από σφαίρες. Αγοράζουν αναμνηστικά από χώρες που δεν εμφανίζονται στους περισσότερους χάρτες και αντιμετωπίζουν τα ίχνη ενός πολέμου σαν σκηνικό. Η περιέργεια δεν είναι από μόνη της ανήθικη. Γίνεται όμως εύκολα βολική: επιτρέπει στην Ευρώπη να καταναλώνει την περιφέρειά της ως εξωτικό θέαμα, χωρίς να κοιτάζει για πολύ τις πολιτικές ευθύνες που τη δημιούργησαν.

Ο όρος «γκρίζα ζώνη» εξυπηρετεί τους αναλυτές, όχι απαραίτητα τους κατοίκους της. Για τον άνθρωπο του οποίου το διαβατήριο δεν γίνεται δεκτό, το χρώμα δεν είναι γκρίζο. Ούτε για εκείνον που δεν μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι του, να κατοχυρώσει την περιουσία του, να ταξιδέψει απευθείας ή να γνωρίζει ποιο κράτος θα προστατεύσει τα δικαιώματά του. Πίσω από κάθε αμφισβητούμενη γραμμή βρίσκονται οικογένειες που έμαθαν να ζουν με σημεία ελέγχου, διαφορετικές πινακίδες κυκλοφορίας και ιστορίες στις οποίες η ίδια πόλη έχει δύο ονόματα. Η γεωπολιτική ακούγεται αφηρημένη μόνο από απόσταση.

Το ευρωπαϊκό σχέδιο οικοδομήθηκε πάνω στην υπόσχεση ότι τα σύνορα θα έπαυαν κάποτε να καθορίζουν τόσο βίαια τη ζωή των ανθρώπων. Στο μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου η υπόσχεση αυτή απέκτησε πραγματικό περιεχόμενο. Στις άκρες της, όμως, τα σύνορα εξακολουθούν να αποφασίζουν ποιος ανήκει, ποιος επιστρέφει και ποιος μένει έξω. Η Ευρώπη αντιμετώπισε επί δεκαετίες αυτές τις περιοχές ως ιστορικές εξαιρέσεις που μπορούσαν να περιμένουν. Το Καραμπάχ έδειξε το κόστος αυτής της αναβολής. Η Κύπρος, το Κόσοβο, η Βοσνία και η Υπερδνειστερία υπενθυμίζουν ότι η ειρήνη χωρίς πολιτική λύση είναι μια συμφωνία με ανοιχτή ημερομηνία λήξης. Ο χάρτης φαίνεται σταθερός μόνο επειδή δεν αποτυπώνει την πίεση που συσσωρεύεται κάτω από τις γραμμές του.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
disff
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy