Skip to main content

Όταν η Βιρτζίνια Γούλφ, το 1937, παραχώρησε μια ραδιοφωνική διάλεξη για το  BBC και τη σειρά εκπομπών «Words Fail Me», μεταξύ άλλων, εξύψωσε τις αρετές του φαγητού σε κάτι πολύ περισσότερο από μια βιολογική λειτουργία. Συγκεκριμένα, είχε αναφέρει πως αν κάποιος δεν φάει καλά, τότε δεν μπορεί να σκεφτεί, να κοιμηθεί και να αγαπήσει καλά. Η τροφή από αρχή γέννησης του κόσμου υπήρξε τελετουργία, μύηση και σημάδι υπεροχής. Το φαγητό γίνεται μνήμη όταν, εκτός το υπογάστριο, ικανοποιεί και άλλα ένστικτα.

Και αν αυτή η εισαγωγή μοιάζει αινιγματική σε ένα κριτικό σημείωμα, ίσως, είναι γιατί δεν γνωρίζετε πως στη σκηνή της Πειραιώς 260, στήθηκε ένα ποτζανγκμάτσκα ή αλλιώς ένα τυπικό street food στέκι, που εύκολα συναντά κανείς στους δρόμους της Νότιας Κορέας. Μόνο που ο Τζάχα Κου, ο σκηνοθέτης της παράστασης «Haribo Kimchi» μέσα από αρκουδάκια – ζελεδάκια, κουρδιστά χέλια και πολύ λάχανο τουρσί κίμτσι βρήκε τον τρόπο να μιλήσει για τη μετανάστευση και την ταυτότητα.

Παλιός γνώριμος του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, ο Κου δεν είναι η πρώτη φορά που ανασυνθέτει υλικά της πατρίδας του για να διηγηθεί μια μεγαλύτερη ιστορία. Είχε επιχειρήσει με επιτυχία κάτι ανάλογο και το 2018 με το Cuckoo, το δεύτερο μέρος της τριλογίας Hamartia, στο οποίο παρέδωσε μαθήματα Νοτιοκορεάτικης πολιτικής μέσα από τρεις μηχανές μαγειρέματος ρυζιού.

Στην νέα του υβριδική παράσταση, με τη βοήθεια δύο (τυχαίων;) θεατών μαγειρεύει επί σκηνής, ενώ παράλληλα αφηγείται γλυκόπικρες ιστορίες από την πατρίδα του. Από τις βόλτες με τα ξαδέρφια του στον ποταμό Χαν και τη μυρωδιά των πορτοκαλί λωτών, που καλλιεργούνται στο χωριό του, βρέθηκε συγκάτοικος σε ένα μικρό διαμέρισμα του Βερολίνου και από εκεί στις Βρυξέλες.

Ένας σύγχρονος μετανάστης που μπορεί να μην τον έστειλε η Κυβέρνηση της χώρας του στη Δυτική Γερμανία να εξασφαλίσει συνάλλαγμα, έτσι ώστε να συμβάλει στη βιομηχανική ανάπτυξη της Νότιας Κορέας, όπως συνέβαινε τη δεκαετία του ΄60 και του ΄70, ωστόσο οι μνήμες της οικογένειας που άφησε πίσω του για δέκα ολόκληρα χρόνια παραμένουν προσωπικό σημείο αναφοράς.

Η πατρίδα των παιδικών του χρόνων ξετυλίγεται μέσα από τρεις εικονικούς χαρακτήρες που προβάλουν από γιγαντοοθόνες. Ένα σαλιγκάρι που το φωνάζει «Γκόνα», ένα ζελεδάκι αρκουδάκι που απολαμβάνει καθημερινά στη διαδρομή με το τρένο και ένα ρομποτικό χέλι που παρουσιάζεται στη σκηνή ως παιχνίδι. Και οι τρεις χαρακτήρες συνδέονται με τον σκηνοθέτη μέσω της διαδικασίας του φαγητού που λειτουργεί ως καταφύγιο απέναντι στον ρατσισμό, τη ξενοφοβία και την παγκοσμιοποίηση.

Η παράθεση δείπνου στους θεατές δημιούργησε από την πρώτη στιγμή της παράστασης μια αίσθηση οικογενειακής θαλπωρής. Μια συμβατότητα με την ελληνική κουλτούρας της φιλοξενίας.  Η ανάγκη του ανήκειν και η επιστροφή στις ρίζες πρωταγωνίστησαν σε αυτή την ιδιαίτερη παράσταση που απέδειξε πως οι διαφορές Δύσης και Ανατολής είναι πολύ λιγότερες από αυτές που θέλουμε να ορθώνουμε ως εμπόδια όταν μιλάμε για ανθρώπους.

Το σημαντικό είναι πως όλες αυτές οι έννοιες δεν επιβλήθηκαν αλλά μέσα από χιούμορ και απαλότητα άγγιξαν το κοινό που μετά το τέλος της παράστασης ανέβηκε στη σκηνή και έγινε άθελα του μέρος του έργου, που αν και είχε ολοκληρώσει τη διαδρομή του, συνέχιζε τη διαδράση του με τους θεατές που κυριολεκτικά αποδέχτηκαν την πρόσκληση του ευρηματικού Τζάχα Κου, που κατόρθωσε μέσα από σουρεαλιστικές εικόνες να μετατρέψει το προσωπικό βίωμα σε συλλογικό.

INFO

Σύλληψη – Κείμενο – Σκηνοθεσία – Μουσική – Ήχος – Βίντεο Jaha Koo

Δραματουργία Dries Douibi, Σκηνογραφία – Συνεργάτης ερευνητής – Χειρισμός μέσων Eunkyung Jeong, Animation (σαλιγκάρι) Vincent Lynen. Παίζουν Gona, Haribo, Eel, Jaha Koo και δύο καλεσμένοι.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)