Πέρσι το καλοκαίρι βρέθηκα στην Καταλονία, όπου έζησα ένα μήνα μέσα στο μουσείο της πόλης, στη Βίλα Τζουάνα, προσκεκλημένη στο πρόγραμμα φιλοξενίας συγγραφέων από όλο τον κόσμο της Βαρκελώνη, Παγκόσμια Πρωτεύουσα της Ουνέσκο. Ο λόγος που διάλεξα τη Βαρκελώνη ήταν η ομοιότητα της πόλης με την Αθήνα. Μια ιστορική πόλη που την παραμορφώνει ραγδαία ο τουρισμός και ο εξευγενισμός. Είχα όμως εντυπωσιαστεί και από τη σύγχρονη ιστορία της Ισπανίας. Γιατί ηττήθηκε η Δημοκρατία στον Εμφύλιο (1936-39); Γιατί η δικτατορία του Φράνκο κράτησε 36 χρόνια; Τι έκανε τους Έλληνες εθελοντές αλλά και ανθρώπους από όλον τον κόσμο να πάνε να πολεμήσουν στον εμφύλιο της Ισπανίας; Η έρευνα για τη σύγχρονη ιστορία της Ισπανίας με επηρέασε τόσο πολύ που άλλαξε ραγδαία το περιεχόμενο του μυθιστορήματος “Το κορίτσι που σκότωσε τον πρωθυπουργό”. Το οποίο ξεκίνησα να γράφω στην Αθήνα, συνέχισα στη Βαρκελώνη και ολοκλήρωσα με την επιστροφή μου πίσω στην Ελλάδα.

Ήταν πολύ παράξενη η αίσθηση να κατοικώ μέσα σε ένα μουσείο. Να περνώ κάθε μέρα ανάμεσα από αγάλματα και εκθέματα για να ανέβω στη σοφίτα όπου ζούσα. Ένιωθα λίγο σαν ηρωίδα του Λόρκα, θύμα κι αυτός του φασισμού που θάφτηκε σε έναν από τους εκατοντάδες μαζικούς τάφους. Ζούσα σε ένα παλιό αρχοντικό του 1700, ψηλά στον λόφο μακριά από άλλα σπίτια και ανθρώπους. Στη βίλα υπήρχε έκθεση με όσα βιβλία είχαν απαγορευτεί κατά τη δικτατορία, ανάμεσά τους και τα έργα του Ομήρου και της Σαπφούς. Για να κατέβω στη Βαρκελώνη έπρεπε να διασχίσω ένα μικρό δάσος γεμάτο αγριογούρουνα ώστε να φτάσω στον πλησιέστερο σταθμό τρένου.
Είναι παράξενο να κατοικείς μόνη σε μια ξένη πόλη με μόνη έγνοια το γράψιμο και την ιστορική έρευνα. Είναι φοβερό το δώρο που μου έκαναν οι Καταλανοί. Μεγάλη ευκαιρία για τους συγγραφείς που δεν έχουν την οικονομική άνεση να ταξιδέψουν και να γράψουν ανεμπόδιστοι από άλλες υποχρεώσεις. Στην αρχή ζορίστηκα να βρω τους ρυθμούς μου. Συνειδητοποίησα ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου μπορούσα να διαχειριστώ τον χρόνο μου όπως ήθελα εγώ. Χωρίς να προσαρμόζομαι στο πρόγραμμα των άλλων. Ανεκτίμητο δώρο.

Η Βαρκελώνη είναι μια ζεστή πόλη. Έχει παγκάκια, δημόσιες βρύσες, πάρκα με τραπέζια με παιχνίδια και δραστηριότητες για μικρούς και μεγάλους. Δεν έχει το αρχιτεκτονικό χάος της Αθήνας. Στα στενά του Ελ Ραβάλ νιώθεις ότι τα απέναντι σπίτια όσο ψηλώνουν αγγίζουν σχεδόν το ένα το άλλο. Η παραλία της Μπαρσελονέτα είναι πολύ κοντά στο κέντρο και το μάτι σου χορταίνει τέχνη με τα κτίρια του Γκαουντί, τα μουσεία του Μιρό και του Πικάσο. Κάποιες ηλικιωμένες κυρίες στον δρόμο μοιάζουν με ηρωίδες από ταινία του Αλμοδόβαρ. Το κέντρο της πόλης ασφυκτικά γεμάτο από χιλιάδες τουρίστες. Τα ενοίκια κι εκεί ακριβά, όπως στην Αθήνα λόγω των Airbnb. Όλοι βλέπουν βίντεο στο κινητό με τον ήχο στη διαπασών, για αυτό και άρχισα ολοένα και περισσότερο να κάνω περιπάτους σε πιο απομονωμένες γειτονιές όπου συναντούσα κυρίως ντόπιους.
Τι δεν θα ξεχάσω; Το ότι έτρεχα κατοστάρι να γλιτώσω από ένα πεινασμένο αγριογούρουνο (τελικά δεν τρώνε ανθρώπους, επέζησα και ολοκλήρωσα το μυθιστόρημά μου). Τους Ισπανούς που ψάχνουν ακόμη στους μαζικούς τάφους να βρουν που θάφτηκαν οι πρόγονοί τους. Την επίσκεψη στη Μαδρίτη που είδα από κοντά τη Γκουέρνικα. Το Can Masdeu το παλιό λεπροκομείο της πόλης στο οποίο έγινε κατάληψη και πλέον ζουν άνθρωποι από όλον τον κόσμο σε μια αυτοοργανωμένη κοινότητα που ζει καλλιεργώντας φρούτα και λαχανικά. Τις γαλέρες που μετέφεραν σκλάβους στην Αμερική. Τέλος, την Ιθάκη του Καβάφη, η οποία μελοποιήθηκε από τον Καταλανό τραγουδιστή Luis Llach το 1975 και τραγουδήθηκε από χιλιάδες Καταλανούς, ένας ύμνος για το τέλος της δικτατορίας του Φράνκο.
Το νέο μυθιστόρημα της Ειρήνης Δερμιτζάκη “Το κορίτσι που σκότωσε τον πρωθυπουργό” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος.







