Skip to main content

Τη δεκαετία του ΄90, το βιβλίο της Γλώσσας της Γ΄ Λυκείου, θέλοντας να μιλήσει για την τέχνη φιλοξένησε ένα κείμενο που δεν υπάρχει μαθητής και μαθήτρια που να μην το θυμάται. Όχι απαραίτητα για τη σπουδαιότητα της γραφής του αλλά για την κεντρική φιγούρα που δεν ήταν άλλη από την Ουγγαρρέζα γλύπτρια, Ιζαμπέλλα Μόλναρ. Μια αμφιλεγόμενη καλλιτέχνιδα που πέθανε σε φρενοκομείο, αφού πρώτα δολοφόνησε με σφυρί τον σύζυγο της. Η ιστορία της αθυρόστομης, αναιδής και, σίγουρα, ταλαντούχας γλύπτριας γεννήθηκε μέσα στο μυαλό του συγγραφέα, Δημήτρη Χατζή, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση.

Ο Χατζής δεν διάλεξε τυχαία την Ουγγαρία για χώρα καταγωγής της Μολνάρ. Το «Φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» γράφτηκε μετά την εξορία του, όπου διέφυγε ως πολιτικός πρόσφυγας. Η εσωτερική πάλη του Χατζή και η προσπάθειά του να επιβιώσει μακριά από την αγαπημένη του Ελλάδα αποτυπώνεται στις σελίδες του βιβλίου ως ένας εσωτερικός στοχασμός για την αόρατη, συχνά εύθραυστη γραμμή που συνδέει τον δημιουργό με το έργο και τον θεατή.

Με αφορμή αυτή την αλήθεια και ακραία τόλμη, η Στεφανία Γουλιώτη καταδύεται στον φιλοσοφικό βυθό του Χατζή και καταφέρνει, ένα πραγματικά δύσκολο κείμενο να το μεταφέρει στη σκηνή της Πειραιώς 260, με την αρωγή του Έκτορα Λυγίζου και της Νεφέλης  Μαϊστράλη.

Πρόκειται στα αλήθεια για ένα έργο που στερείται δράσης και διαλόγων μοιάζοντας με παραλήρημα, που ενδεχομένως να μην αφορά κανέναν. Είναι τόσο δαιδαλώδης η σκέψη του Χατζή που είναι, σχεδόν, αδύνατον να την ακολουθήσεις.

Ωστόσο, η Γουλιώτη δείχνει να μην φοβάται το κείμενο καταφέρνοντας μια παράσταση και, κυρίως, μια ερμηνεία που δύσκολα μπορείς να αγνοήσεις. Από την πρώτη στιγμή κοιτάει την ηρωίδα της στα μάτια και αναμετράται μαζί της χωρίς καμία διάθεση να γίνει αρεστή υποκριτικά, δοκιμάζοντας την απευθείας σύγκρουση με το κοινό. Μια σύγκρουση, όμως, που βγάζει νικητές και τους δύο μιας που η παράσταση «Το Φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» συζητιέται ήδη για όλους τους σωστούς και λάθος λόγους.

Η φιγούρα της Ιζαμπέλα Μόλναρ μπορεί να αναπαράγει με υπερβολή όλα τα στερεότυπα του καλλιτέχνη που συγκρούεται με το έργο του, όμως δεν μπορείς να την αντιπαθήσεις γιατί η πορεία της προς την εξιλέωση μοιάζει τρομακτική. Σαν τις κραυγές λαβωμένου ζώου που βγάζει η Γουλιώτη, σαν τις οδύνες που νιώθει μια μητέρα κατά τη διάρκεια της γέννας. Καμία ωραιοποίηση, τίποτα το εξιδανικευμένο, μόνο ωμή, πολλές φορές σοκαριστική πραγματικότητα.

Σημαντικό στοιχείο του έργου είναι η αποφυγή της συγκίνησης. Κάτι τέτοιο θα τίναζε στον αέρα ένα τόσο θεωρητικό κείμενο, μαζί και την παράσταση. Αντιθέτως, αποκαλύπτεται μια τρομερή αλήθεια, που όμως ακόμα και αυτή, δεν αρκεί για να απαντήσει στο ερώτημα, εάν το έργο είναι ξεκομμένο από τον δημιουργό του και αν, τελικά, ανήκει στο κοινό, που απέδωσε εξαιρετικά ο Φώτης Στρατηγός υποδυόμενος τον φιλότεχνο λογιστή που ενώ δεν έχει καμία σχέση με την τέχνη υπερασπίζεται το δικαίωμά του να την οικειοποιείται.

Το σκηνικό της Φιλάνθης Μπουγάτσου μας μεταφέρει σε ένα εργαστήριο γλυπτικής με τα αγάλματα και τη μυρωδιά του πηλού να μας κεντρίζει τα ρουθούνια, οδηγώντας μας πιο κοντά στα γενετήσια ένστικτά μας.

Ο σχεδιασμός φωτισμού του Σάκη Μπιρμπίλη μαζί με τους ήχους του Γιώργου Πούλιου δημιούργησαν ένα απόκοσμο τόπο, σχεδόν, μεταφυσικό.

Η τελευταία σκηνή, με την Στεφανία Γουλιώτη να στέκει μπροστά στον σιδερένιο σταυρό που κρατούσε το ομοίωμα του εκμαγείου και έχοντας πλάτη στο κοινό, που αμήχανο δεν ήξερε αν έπρεπε να χειροκροτήσει, ξύπνησε συναισθήματα απώλειας και μοναξιάς μα και μιας δύναμης που καταδέχεται μόνο τους ανθρώπους που έχουν συνειδητοποιήσει τη φθαρτότητα τους.

INFO

Σκηνοθεσία – Δραματουργία Στεφανία Γουλιώτη • Κείμενο Δημήτρης Χατζής • Σύμβουλος δραματουργίας Έκτορας Λυγίζος • Συγγραφή πρόσθετου κειμένου Νεφέλη Μαϊστράλη • Μουσική – Ηχητικός σχεδιασμός Γιώργος Πούλιος • Κίνηση Αντωνία Οικονόμου • Σκηνικό Φιλάνθη Μπουγάτσου • Κοστούμια Νίκη Ψυχογιού • Σχεδιασμός φωτισμού Σάκης Μπιρμπίλης • Γλύπτρια Ισμήνη Τσοφίδο • Παίζουν Στεφανία Γουλιώτη, Φώτης Στρατηγός.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)