Skip to main content

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας άνθρωπος χτίζει έναν μύθο γύρω από τον εαυτό του. Ούτε η πρώτη φορά που ένας θεσμός αποτυγχάνει να τον ελέγξει. Η ιστορία είναι γεμάτη από απατεώνες, μυθομανείς και χαρισματικούς ανθρώπους που έπεισαν κοινωνίες ολόκληρες να πιστέψουν κάτι που αργότερα αποδείχθηκε ψευδές. Η υπόθεση του καθηγητή του Cambridge Τζέισον Άρντεϊ, ο οποίος βρέθηκε στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών για λογοκλοπή και αμφισβητούμενα στοιχεία της προσωπικής του ιστορίας πριν από τον αιφνίδιο θάνατό του, δεν έχει πραγματική σημασία εξαιτίας του ίδιου. Έχει σημασία γιατί πίσω από αυτή την ιστορία κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα. Το πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι ότι κυκλοφορούν ψέματα. Το πρόβλημα είναι ότι όλο και περισσότεροι θεσμοί μοιάζουν να έχουν πάψει να θεωρούν τον έλεγχο της αλήθειας ως την πρώτη τους υποχρέωση.

Για δεκαετίες τα πανεπιστήμια, τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, οι εκδοτικοί οίκοι και οι υπόλοιποι θεσμοί αντλούσαν το κύρος τους από μια απλή υπόσχεση: ότι πριν δημοσιεύσουν, βραβεύσουν ή αναδείξουν κάποιον, θα είχαν κάνει τη δύσκολη δουλειά της επαλήθευσης. Δεν ήταν αλάνθαστοι, αλλά αυτή ήταν η αποστολή τους. Η κοινωνία δεν τους εμπιστευόταν επειδή δεν έκαναν ποτέ λάθη. Τους εμπιστευόταν επειδή πίστευε ότι το πρώτο τους ένστικτο ήταν η αμφιβολία και όχι ο ενθουσιασμός.

Σήμερα αυτή η ισορροπία μοιάζει να έχει ανατραπεί. Οι θεσμοί δεν διεκδικούν πλέον μόνο αξιοπιστία διεκδικούν και την προσοχή του κοινού. Ζουν μέσα στην ίδια οικονομία της προσοχής που κυβερνά τα κοινωνικά δίκτυα, όπου το πιο πολύτιμο νόμισμα δεν είναι η ακρίβεια αλλά η απήχηση. Η ιστορία που θα συγκινήσει περισσότερο, που θα επιβεβαιώσει τις προσδοκίες της εποχής ή θα γίνει σύμβολο μιας μεγαλύτερης ιδέας, αποκτά συχνά προτεραιότητα απέναντι στη χρονοβόρα διαδικασία της διασταύρωσης. Η αφήγηση προηγείται των γεγονότων και η επιβεβαίωση έρχεται, αν έρθει ποτέ, πολύ αργότερα.

Οι ίδιοι μηχανισμοί που δημιούργησαν έναν δημόσιο μύθο μετατρέπονται αμέσως σε μηχανισμούς δημόσιας αποκαθήλωσης.

Αυτό εξηγεί γιατί οι δημόσιες ιστορίες γίνονται ολοένα πιο ακραίες. Δεν αρκεί πλέον ένας ικανός επιστήμονας ή ένας καλός συγγραφέας. Χρειάζεται μια βιογραφία που να μοιάζει σχεδόν κινηματογραφική. Ένας άνθρωπος που νίκησε κάθε πιθανότητα, που ξεπέρασε κάθε εμπόδιο, που ενσαρκώνει μόνος του όλα όσα μια κοινωνία θέλει να πιστεύει για την πρόοδο, την αξιοκρατία ή την υπέρβαση. Όσο πιο τέλεια είναι η αφήγηση, τόσο λιγότερες ερωτήσεις φαίνεται να προκαλεί. Η αμφιβολία αντιμετωπίζεται σχεδόν ως έλλειψη ευαισθησίας και ο έλεγχος ως περιττός κυνισμός.

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιος μπορεί να πει ψέματα. Αυτό ήταν πάντα μέρος της ανθρώπινης φύσης. Το πραγματικό πρόβλημα εμφανίζεται όταν οι οργανισμοί που υπάρχουν για να αμφισβητούν αρχίζουν να έχουν συμφέρον να πιστέψουν. Όταν μια ιστορία εξυπηρετεί την εικόνα τους, την επικοινωνιακή τους στρατηγική ή τις αξίες που θέλουν να προβάλουν, η ανάγκη για επιβεβαίωση γίνεται ασθενέστερη. Η επιθυμία να υπάρχει ένας τέτοιος ήρωας υπερισχύει της υποχρέωσης να εξακριβωθεί αν πράγματι υπάρχει.

Κάποια στιγμή όμως η πραγματικότητα επιστρέφει. Και τότε αποκαλύπτεται μια δεύτερη αδυναμία της εποχής μας. Οι ίδιοι μηχανισμοί που δημιούργησαν έναν δημόσιο μύθο μετατρέπονται αμέσως σε μηχανισμούς δημόσιας αποκαθήλωσης. Δεν υπάρχει σχεδόν ποτέ μέτρο. Ο ενθουσιασμός αντικαθίσταται από την οργή με την ίδια ταχύτητα που αλλάζει ένα θέμα στην πρώτη σελίδα. Ο χθεσινός ήρωας γίνεται ο σημερινός απατεώνας και η δημόσια συζήτηση συνεχίζει σαν να μην υπήρξε ποτέ συλλογική ευθύνη για την κατασκευή της προηγούμενης εικόνας.

Εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση της ψηφιακής εποχής. Πιστεύουμε ότι ζούμε στην εποχή της πληροφορίας, ενώ στην πραγματικότητα ζούμε στην εποχή της αφήγησης. Δεν ανταμείβεται εκείνος που γνωρίζει περισσότερα αλλά εκείνος που αφηγείται καλύτερα. Δεν κυριαρχεί πάντα το πιο τεκμηριωμένο επιχείρημα αλλά εκείνο που χωρά πιο εύκολα σε έναν τίτλο, σε μια ανάρτηση ή σε ένα σύντομο βίντεο. Η πληροφορία μετατρέπεται σε προϊόν και ο άνθρωπος σε χαρακτήρα μιας ιστορίας που πρέπει διαρκώς να παράγει συναίσθημα.

Γι’ αυτό και η συζήτηση για τα fake news συχνά χάνει τον στόχο της. Τα ψέματα δεν είναι η καινούργια απειλή. Η καινούργια απειλή είναι ότι οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν για να τα εντοπίζουν λειτουργούν ολοένα και περισσότερο με τους ίδιους κανόνες που τα ανταμείβουν. Όταν ένα πανεπιστήμιο, ένας εκδοτικός οίκος ή ένα μεγάλο μέσο ενημέρωσης αρχίζει να σκέφτεται πρώτα την απήχηση και μετά την επαλήθευση, η κρίση δεν αφορά μόνο μια λανθασμένη απόφαση. Αφορά τον ίδιο τον λόγο ύπαρξής του.

Η μεγαλύτερη απώλεια δεν είναι ότι ένα ψέμα μπορεί να διαδοθεί. Είναι ότι οι άνθρωποι παύουν να πιστεύουν πως υπάρχει κάπου ένας θεσμός που εξακολουθεί να ενδιαφέρεται περισσότερο για την αλήθεια παρά για την ιστορία. Και όταν χαθεί αυτή η εμπιστοσύνη, δεν καταρρέει μόνο η αξιοπιστία ενός πανεπιστημίου ή μιας εφημερίδας. Καταρρέει η πεποίθηση ότι η κοινωνία διαθέτει ακόμη μηχανισμούς ικανούς να ξεχωρίσουν το πραγματικό από το βολικό. Εκεί αρχίζει η πραγματική κρίση. Όχι όταν οι άνθρωποι λένε ψέματα, αλλά όταν οι θεσμοί σταματούν να θεωρούν αυτονόητο ότι οφείλουν να τα αμφισβητούν.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)