Σαράντα έξι χρόνια μετά, το παράξενο με το Love Will Tear Us Apart είναι ότι δεν έχει καταλήξει να ακούγεται σαν τραγούδι του 1980. Έχει περάσει από ταινίες, συλλογές, playlists και αμέτρητες επανεκτελέσεις, ενώ ο Ian Curtis έχει γίνει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της βρετανικής μουσικής που πέθαναν νέοι. Παρ’ όλα αυτά το τραγούδι δεν έχει παγιδευτεί στη νοσταλγία. Η σχέση που περιγράφει εξακολουθεί να ακούγεται οικεία: δύο άνθρωποι που κάποτε βρέθηκαν κοντά και τώρα παρακολουθούν κάτι ανάμεσά τους να χάνεται χωρίς να μπορούν να καταλάβουν πότε ακριβώς άρχισε. Η μουσική αρνείται επίσης να συμπεριφερθεί όπως θα περίμενε κανείς από ένα τραγούδι για μια σχέση που διαλύεται. Ο Peter Hook παίζει το μπάσο τόσο ψηλά ώστε συχνά καταλαμβάνει τον χώρο της κιθάρας, ο Stephen Morris κρατά τον ρυθμό σταθερά μπροστά και τα synthesizers του Bernard Sumner και τα synthesizers του Bernard Sumner κάνουν τη μουσική να κινείται με μια ελαφρότητα που οι στίχοι του Curtis δεν έχουν. Δεν ακούγεται σαν θρήνος. Έχει κίνηση. Σχεδόν μπορείς να το χορέψεις, την ώρα που κάποιος σου εξηγεί ότι η οικειότητα και η επιθυμία που κρατούσαν μια σχέση μαζί έχουν αρχίσει να εξαφανίζονται.
Οι Joy Division είχαν ξεκινήσει λίγα χρόνια νωρίτερα μέσα στην έκρηξη του punk. Ο Hook και ο Sumner ήταν ανάμεσα σε εκείνους που είδαν τους Sex Pistols στο Manchester το 1976 και έφυγαν με την ιδέα ότι μπορούσαν κι αυτοί να φτιάξουν συγκρότημα. Στο Love Will Tear Us Apart όμως, οι Joy Division είχαν ήδη αφήσει πίσω τους μεγάλο μέρος του punk ήχου των πρώτων χρόνων. Η ένταση του punk παρέμενε αλλά είχε αλλάξει κατεύθυνση. Ο Tony Wilson της Factory Records είχε περιγράψει αυτή τη μετατόπιση με μια φράση που δύσκολα βελτιώνεται. Το punk μπορούσε να πει fuck you. Κάποια στιγμή, κάποιος έπρεπε να πει I’m fucked. Στη δεύτερη φράση, η οργή δεν στρέφεται πια προς κάποιον άλλον. Επιστρέφει στον ίδιο τον εαυτό. Το Manchester είχε τη σημασία του. Οι Joy Division δημιουργήθηκαν σε μια πόλη που βίωνε την υποχώρηση της παλιάς βιομηχανικής οικονομίας και μαζί της μιας ολόκληρης κοινωνικής βεβαιότητας. Δεν χρειάζεται να ντύσουμε αυτή την ιστορία με γκρίζους ουρανούς και εγκαταλειμμένα εργοστάσια. Αρκεί ότι ο ήχος τους γεννήθηκε σε μια πόλη που έβλεπε τη βιομηχανική της ταυτότητα να αλλάζει γρήγορα.

Την ίδια περίοδο, η ζωή του Curtis γινόταν όλο και δυσκολότερη. Είχε παντρευτεί πολύ νέος τη Deborah Woodruff και είχαν αποκτήσει μια κόρη, όμως ο γάμος τους βρισκόταν σε κρίση. Είχε έρθει κοντά με τη Βελγίδα δημοσιογράφο Annik Honoré και παράλληλα αντιμετώπιζε επιληψία, με κρίσεις που επηρέαζαν σοβαρά την καθημερινότητά του και τις ζωντανές εμφανίσεις. Στις 18 Μαΐου 1980, λίγο πριν από την πρώτη αμερικανική περιοδεία των Joy Division, αυτοκτόνησε. Ήταν 23 ετών. Το Love Will Tear Us Apart γράφεται λοιπόν σε μια περίοδο όπου όσα περιγράφει δεν ήταν αφηρημένες σκέψεις για την αγάπη. Ο Curtis βρισκόταν ο ίδιος μέσα σε έναν γάμο που διαλυόταν, σε μια νέα συναισθηματική σχέση και σε μια ασθένεια που έκανε την καθημερινότητά του όλο και πιο δύσκολη. Η ένταση του τραγουδιού προέρχεται ακριβώς από αυτή την εγγύτητα: δεν παρατηρεί μια σχέση από απόσταση, τη ζει την ώρα που χάνεται.
Γνωρίζοντας το τέλος του Curtis, είναι δύσκολο να ακούσεις το Love Will Tear Us Apart χωρίς να το διαβάζεις μέσα από όσα ακολούθησαν. Αυτό που περιγράφει είναι πολύ πιο συνηθισμένο. Οι σχέσεις δεν τελειώνουν πάντα από μια μεγάλη προδοσία ή έναν θεαματικό καβγά. Μερικές φορές η απόσταση μεγαλώνει σχεδόν ανεπαίσθητα. Η επιθυμία αλλάζει, η καθημερινότητα αποκτά διαφορετικό βάρος και δύο άνθρωποι που γνωρίζονται βαθιά καταλήγουν να μη γνωρίζουν πώς να επιστρέψουν εκεί όπου βρίσκονταν. Ο Curtis δεν γράφει σαν κάποιος που έχει καταλάβει τι πήγε στραβά. Γράφει ενώ ακόμη προσπαθεί να το καταλάβει.

Γι’ αυτό έχει τόση σημασία το again στο τέλος του ρεφρέν. Ο ίδιος ο τίτλος λέει ήδη κάτι αρκετά σκληρό: ότι η αγάπη δεν κρατά πάντα δύο ανθρώπους μαζί. Το again όμως, αλλάζει όλο το νόημα. Δείχνει ότι ο χωρισμός δεν είναι κάτι που συμβαίνει μία φορά. Η αγάπη μπορεί να σε φέρει κοντά σε κάποιον και αργότερα να σε αφήσει ξανά μόνο. Όχι επειδή δεν ήταν αληθινή, αλλά επειδή η αλήθεια ενός συναισθήματος δεν εγγυάται και τη διάρκειά του. Την ίδια ώρα, η μουσική έχει ήδη αρχίσει να κοιτάζει αλλού. Ο Martin Hannett είχε απομακρύνει τον ήχο των Joy Division από τον ωμό θόρυβο του punk, κάνοντας την παραγωγή πιο καθαρή και τα όργανα πιο διακριτά. Στο Love Will Tear Us Apart ο ήχος τους γίνεται πιο καθαρός, πιο μελωδικός και πιο κοντά στην pop. Το μπάσο του Hook κρατά τη μελωδία μπροστά, τα keyboards του Sumner αποκτούν μεγαλύτερη παρουσία και ο Curtis τραγουδά πιο ήρεμα και μελωδικά από ό,τι συνήθως.
Ακούγοντάς το σήμερα, ακούς ήδη τους New Order να πλησιάζουν. Μετά τον θάνατο του Curtis, τα υπόλοιπα μέλη άλλαξαν όνομα και μέσα στα επόμενα χρόνια ένωσαν το post-punk με τα synthesizers, τις drum machines και τα clubs. Το Blue Monday δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Ένα μέρος της διαδρομής βρίσκεται ήδη εδώ. Στο Love Will Tear Us Apart οι Joy Division δεν ακούγονται σαν ένα συγκρότημα που γνωρίζει ότι τελειώνει. Ακούγονται σαν ένα συγκρότημα που μόλις έχει ανακαλύψει μια καινούργια δυνατότητα. Ο Ian Curtis δεν θα προλάβαινε να τη δει να εξελίσσεται. Οι υπόλοιποι θα την ακολουθούσαν για δεκαετίες. Ίσως γι’ αυτό το τραγούδι παραμένει τόσο ζωντανό: γεννήθηκε στο τέλος των Joy Division αλλά μέσα στον ήχο του υπήρχε ήδη κάτι από όσα θα ακολουθούσαν.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







