Skip to main content

Ο Στίβεν και η Τζιν χρειάστηκαν σαράντα χρόνια για να ξανασυναντηθούν. Όταν επιτέλους συνέβη παντρεύτηκαν. Θα ήταν ένα θαυμάσιο τέλος για μια ιστορία αγάπης που είχε μείνει στη μέση. Μόνο που χώρισαν ξανά αυτή τη φορά οριστικά. Στον κόσμο του Τζούλιαν Μπαρνς ο χρόνος δεν μας κάνει υποχρεωτικά σοφότερους. Μερικές φορές μας δίνει απλώς την ευκαιρία να επαναλάβουμε τα λάθη μας. Η ιστορία βρίσκεται στις «Αναχωρήσεις», το βιβλίο με το οποίο ο Βρετανός συγγραφέας, στα ογδόντα του, αποχαιρετά τη μυθοπλασία. Σήμερα, 15 Οκτωβρίου, βρίσκεται στην Αθήνα για μια συζήτηση με τον Ηλία Μαγκλίνη στο Μέγαρο Μουσικής, με αφορμή την ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά. Η δημόσια παρουσία του συμπίπτει με μια προσωπική αποχώρηση. Έπειτα από δεκαετίες εξερεύνησης της ανθρώπινης αβεβαιότητας, ο Μπαρνς αποφάσισε πως ήρθε η στιγμή να ολοκληρώσει τη δική του πορεία στη μυθοπλασία.

Στο βιβλίο εμφανίζεται με το πραγματικό του όνομα. Ο Στίβεν και η Τζιν παρουσιάζονται ως φίλοι του από τα χρόνια της Οξφόρδης, δύο άνθρωποι τους οποίους είχε γνωρίσει μεταξύ τους και προσπάθησε δεκαετίες αργότερα να επανασυνδέσει. Είχε υποσχεθεί να μην αφηγηθεί την ιστορία τους. Τελικά αθετεί την υπόσχεση. Τι δικαίωμα έχει ένας συγγραφέας να μετατρέπει τη ζωή των άλλων σε λογοτεχνία; Και πόσο γνωρίζει τους ανθρώπους για τους οποίους γράφει; Ο Μπαρνς δεν προσπαθεί να αθωώσει τον εαυτό του. Αφήνει την αμηχανία να γίνει μέρος της αφήγησης.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι «Αναχωρήσεις» μοιάζουν άλλοτε με μυθιστόρημα, άλλοτε με αυτοβιογραφία και άλλοτε με μια συζήτηση που παρεκτρέπεται διαρκώς. Η ερωτική ιστορία των δύο φίλων αφήνει χώρο σε σκέψεις για τα γηρατειά, τη μνήμη και όσα σβήνει ο χρόνος. Ο νεαρός Μπαρνς πίστευε ότι το καθήκον ενός μυθιστορήματος ήταν να αφηγείται μια ιστορία. Στα ογδόντα του μοιάζει περισσότερο γοητευμένος από τις στιγμές όπου η ιστορία δεν αρκεί. Από αυτά που έμειναν ανείπωτα, ακόμη και ανάμεσα σε ανθρώπους που πέρασαν χρόνια μαζί.

Αυτή η δυσπιστία απέναντι στη βεβαιότητα τον συνοδεύει από νωρίς. Στον «Παπαγάλο του Φλωμπέρ», ο Τζέφρι Μπρέθγουεϊτ αναζητά επίμονα στοιχεία για τη ζωή του Γάλλου συγγραφέα. Συλλέγει τεκμήρια, εντοπίζει αντιφάσεις, κυνηγά την αυθεντικότητα. Πίσω από τη σχολαστικότητά του όμως κρύβεται ο πόνος για τη γυναίκα που έχασε. Ξέρει περισσότερα για έναν νεκρό συγγραφέα παρά για τον άνθρωπο με τον οποίο μοιράστηκε τη ζωή του. Το κενό λέει περισσότερα από τις πληροφορίες που συσσωρεύει. Η απουσία περισσότερο κι από την ανάμνηση γίνεται το αθέατο κέντρο των βιβλίων του. Σχεδόν πάντα υπάρχει κάποιος που δεν βρίσκεται πια εκεί για να απαντήσει.

Στο «Ένα κάποιο τέλος», που τιμήθηκε με το βραβείο Μπούκερ το 2011, ο Τόνι Γουέμπστερ επιστρέφει στα νεανικά του χρόνια με την πεποίθηση ότι θυμάται τι συνέβη. Σιγά σιγά καταλαβαίνει πως η μνήμη του είχε φροντίσει να τον προστατεύσει από τις δικές του ευθύνες. Η ζωή που αφηγούμαστε δεν είναι πάντοτε η ζωή που ζήσαμε. Ξαναγράφουμε μια παλιά συζήτηση, αλλάζουμε τον τόνο μιας αποτυχίας, προσθέτουμε εκ των υστέρων την απάντηση που τότε δεν τολμήσαμε να δώσουμε. Στο τέλος μπορεί να θυμόμαστε καλύτερα την ιστορία μας από το ίδιο το γεγονός.

Για τον Μπαρνς η μνήμη δεν είναι μόνο μια πνευματική άσκηση. Είναι και ό,τι μας απομένει από όσους αγαπήσαμε. Το 2008 έχασε τη σύζυγό του Πατ Κάβανα ύστερα από τριάντα χρόνια γάμου. Πέθανε λίγες εβδομάδες μετά τη διάγνωση ενός όγκου στον εγκέφαλο. Στα «Επίπεδα της ζωής» έγραψε για το πένθος χωρίς να το μετατρέψει σε μάθημα αυτοβελτίωσης. Δεν ήταν μόνο η δική του ζωή που είχε φτωχύνει. Τον βασάνιζε και η σκέψη πως μαζί της χάθηκαν όλα όσα θα μπορούσε ακόμη να ζήσει, οι εμπειρίες που δεν θα αποκτούσε, οι άνθρωποι που δεν θα γνώριζε, οι απλές στιγμές που δεν θα ερχόντουσαν ποτέ. Το πένθος του δεν αφορούσε μόνο τη ζωή που θα συνέχιζε χωρίς εκείνη, αλλά και τη ζωή που εκείνη δεν θα είχε πια την ευκαιρία να ζήσει.

Ο ίδιος γνώρισε αργότερα μια δεύτερη συντροφικότητα και παντρεύτηκε τη Ρέιτσελ Κουνιόνι το 2025. Η δική του ιστορία βρήκε συνέχεια εκεί όπου εκείνη του Στίβεν και της Τζιν δεν μπόρεσε. Δεν υπάρχει κάποια σοφή εξήγηση γι’ αυτή την αντίθεση. Η ζωή δεν μοιράζει τις δεύτερες ευκαιρίες σύμφωνα με την αξία ή την υπομονή μας.

Στις «Αναχωρήσεις» ο Μπαρνς γράφει επίσης για τον καρκίνο του αίματος με τον οποίο διαγνώστηκε το 2020, μια ασθένεια που αντιμετωπίζεται θεραπευτικά αλλά δεν θεωρείται ιάσιμη. Δεν αφήνει πάντως την αρρώστια να του στερήσει την ειρωνεία. Φαντάζεται τον εαυτό του να μεταφέρεται σε νοσοκομειακό διάδρομο και να αναρωτιέται αν θα έπρεπε να φορά ένα σήμα που θα ενημέρωνε τους γιατρούς ότι έχει κερδίσει το βραβείο Μπούκερ. Το σώμα μπορεί να χάνει τον έλεγχο· η ανθρώπινη ματαιοδοξία παραμένει αξιοθαύμαστα υγιής.

Η σχέση του με τον θάνατο δεν ξεκίνησε με τη διάγνωση. Τον απασχολούσε χρόνια στα μυθιστορήματα, στα δοκίμια, ακόμη και στο χιούμορ του. Περισσότερο από το αναπόφευκτο τέλος, τον ενδιαφέρει ο τρόπος που ζούμε μέχρι να φτάσουμε σε αυτό, όσα παρατηρούμε, όσα προσπερνάμε και όσα δεν καταφέρνουμε ποτέ να καταλάβουμε. Η επιμονή να προσέχει τις λεπτομέρειες, τους ανθρώπους, τις αδέξιες προσπάθειές τους να αγαπήσουν. Γι’ αυτό και η απόφασή του να σταματήσει να γράφει μυθοπλασία δεν ισοδυναμεί με σιωπή: θα συνεχίσει, όπως έχει πει, με άρθρα, κριτικές και δοκίμια. Απλώς δεν αισθάνεται ότι του απομένει ένα ακόμη μυθιστόρημα που πρέπει οπωσδήποτε να γράψει.

Στο τέλος των «Αναχωρήσεων» φαντάζεται τον εαυτό του δίπλα στον αναγνώστη, σε ένα υπαίθριο καφέ. Παρατηρούν τους περαστικούς, κάνουν υποθέσεις για τις ζωές τους, βλέπουν δύο ηλικιωμένους να κρατιούνται από το χέρι. Δεν έχουν κάποια μεγάλη αλήθεια να αποκαλύψουν. Ύστερα ο συγγραφέας αγγίζει για λίγο το μπράτσο του συνομιλητή του και σηκώνεται να φύγει. Έπειτα από σαράντα πέντε χρόνια λογοτεχνίας, δεν του προσφέρει μια τελευταία εξήγηση για την αγάπη ή τον θάνατο. Του ζητά μόνο να συνεχίσει να κοιτάζει.

Πληροφορίες

Τζούλιαν Μπαρνς – Αναχωρήσεις

Ο Τζούλιαν Μπαρνς παρουσιάζει το βιβλίο του «Αναχωρήσεις» την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026, στις 19:00, στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Θα συνομιλήσει με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Ηλία Μαγκλίνη, στο πλαίσιο του κύκλου Megaron Plus «Συγγραφείς, βιβλία, ιδέες», σε συνεργασία με το Ελληνικό Ίδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού. Η εκδήλωση θα έχει διερμηνεία στα ελληνικά και διάρκεια περίπου δύο ώρες, χωρίς διάλειμμα. Η είσοδος είναι ελεύθερη με ηλεκτρονική κράτηση, έως δύο θέσεις ανά άτομο.

Julian Barnes – Αναχωρήσεις

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;