Skip to main content

Μια τοιχογραφία που έμεινε κρυμμένη για δεκαετίες, μια πολυτελής κατοικία και μια μεγάλη έκθεση στη Ρώμη επαναφέρουν την ιστορία του καλλιτέχνη που πίστευε ότι η τέχνη πρέπει να ανήκει σε όλους.

Είκοσι πέντε εκατομμύρια δολάρια. Τόσα ζητά ο ιδιοκτήτης ενός πολυτελούς διαμερίσματος στην Τραϊμπέκα της Νέας Υόρκης, στο 260 της West Broadway. Σε μια κατοικία περίπου 740 τετραγωνικών μέτρων, με εντυπωσιακά ψηλοτάβανα δωμάτια, ιδιωτικό σπα και αίθουσα προβολών, υπάρχει κάτι που κανένας διακοσμητής δεν θα μπορούσε να παραγγείλει. Μια αυθεντική τοιχογραφία του Κιθ Χάρινγκ, ζωγραφισμένη το 1979 πάνω στους τοίχους, στην οροφή και σε μια σιδερένια κολόνα του κτιρίου. Το έργο δεν μπορεί να μετακινηθεί χωρίς να καταστραφεί η σχέση του με τον χώρο. Όποιος αγοράσει το διαμέρισμα θα αποκτήσει και την τοιχογραφία. Η τιμή, βέβαια, αφορά ολόκληρο το ακίνητο και όχι αποκλειστικά το έργο τέχνης. Η ειρωνεία είναι ότι το έργο είχε επιβιώσει για δεκαετίες επειδή κάποιος το είχε κρύψει πίσω από γυψοσανίδες.

Το 1979 ο Χάρινγκ ήταν 21 ετών και σπούδαζε στη School of Visual Arts. Το κτίριο της West Broadway φιλοξενούσε τότε έναν χώρο εκθέσεων της σχολής. Ο νεαρός καλλιτέχνης ζωγράφισε στους τοίχους, στην οροφή και σε μεταλλικά δομικά στοιχεία με ένα απροσδόκητο μείγμα από μαύρο βερνίκι παπουτσιών και οινόπνευμα. Αργότερα, ο χώρος άλλαξε χρήση, η τοιχογραφία καλύφθηκε και ξεχάστηκε. Ανακαλύφθηκε ξανά το 2007. Ο ιδιοκτήτης που απέκτησε την κατοικία χρόνια αργότερα, αναγνώρισε το χαρακτηριστικό σχέδιο και κατά την ανακαίνιση φρόντισε να το προστατεύσει. Σύμφωνα με τον ίδιο η γνησιότητά του είχε επιβεβαιωθεί από το Ίδρυμα Κιθ Χάρινγκ. Το έργο δεν μπορεί να μεταφερθεί σε άλλη αίθουσα ή να κρεμαστεί σε έναν τοίχο μουσείου.

Λίγο μετά τη δημιουργία εκείνης της τοιχογραφίας, ο Χάρινγκ ανακάλυψε το ατελιέ που θα τον έκανε διάσημο. Το μετρό της Νέας Υόρκης. Στα κενά διαφημιστικά πλαίσια τοποθετούνταν προσωρινά μαύρο χαρτί. Εκείνος κατέβαινε με λευκή κιμωλία και ζωγράφιζε μπροστά στους επιβάτες. Ανθρωπάκια που χόρευαν, μωρά που εξέπεμπαν ακτίνες, σκύλους που γάβγιζαν. Από το 1980 έως το 1985 δημιούργησε περίπου πέντε χιλιάδες σχέδια. Πολλά χάνονταν με την επόμενη διαφήμιση. Άλλα αφαιρούνταν από ανθρώπους που αντιλαμβάνονταν ότι αυτή η εφήμερη τέχνη μπορούσε να πουληθεί.

Ο Χάρινγκ δεν ζωγράφιζε για να στολίσει τους σταθμούς. Τον ενδιέφερε η συνάντηση. Ένας εργάτης, ένα παιδί, ένας υπάλληλος μπορούσαν να τον παρακολουθήσουν να σχεδιάζει, χωρίς να χρειάζονται πρόσκληση σε εγκαίνια ή γνώσεις ιστορίας της τέχνης. Στη Νέα Υόρκη του hip-hop, του break-dance και των γκράφιτι, μέσα στον θόρυβο και στις αντιθέσεις της δεκαετίας του 1980, έφτιαξε μια γλώσσα που αναγνώριζες σχεδόν αμέσως. Οι μικρές γραμμές γύρω από τα σώματα έδιναν ρυθμό σαν να ακουγόταν μουσική ακόμη κι όταν όλα έμεναν ακίνητα.

Αυτή η απλότητα ήταν αποτέλεσμα σκέψης. Τον απασχολούσαν η σημειωτική και τα ιερογλυφικά. Με ποιο τρόπο ένα ελάχιστο σύνολο σχημάτων μπορεί να μεταφέρει μια ολόκληρη ιστορία; Οι φιγούρες του δεν είχαν πρόσωπα ή διακριτικά κοινωνικής θέσης. Οι σημασίες τους άλλαζαν ανάλογα με τη σύνθεση. Μια αγκαλιά μπορούσε να μιλά για επιθυμία ή αλληλεγγύη, ένας σκύλος για παιχνίδι ή απειλή. Η ανθρώπινη μορφή με το κενό στο στομάχι, την οποία συνέδεσε με τη δολοφονία του Τζον Λένον, μετέφερε κάτι από τη βία της απώλειας.

Πολύ συχνά, μάλιστα, αυτό που μοιάζει σήμερα χαρούμενο ήταν μια εικόνα φτιαγμένη μέσα στην οργή. Με το «Free South Africa» καταδίκασε το απαρτχάιντ. Με το «Crack Is Wack» το 1986 μίλησε για την καταστροφή που προκαλούσε το κρακ στις γειτονιές της Νέας Υόρκης. Οι αρχές αντιμετώπισαν αρχικά την τοιχογραφία ως παράνομη παρέμβαση αλλά αργότερα του επέτρεψαν να τη δημιουργήσει εκ νέου. Η πόλη είχε καταλάβει κάπως καθυστερημένα ότι αυτός ο νεαρός μπορούσε να μιλήσει για ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα αποτελεσματικότερα από πολλές κρατικές εκστρατείες. Ζωγράφισε ακόμη σώματα αιχμάλωτα μηχανών, εκφράζοντας την ανησυχία του για την εξουσία που αποκτούσαν οι υπολογιστές πάνω στην ανθρώπινη ζωή.

Η πιο οδυνηρή μάχη ήταν εκείνη με το AIDS. Ο Χάρινγκ έχανε φίλους ενώ ο δημόσιος λόγος για την ασθένεια βυθιζόταν στον φόβο και την ομοφοβία. Το 1988 διαγνώστηκε και ο ίδιος. Συνέχισε να εργάζεται και το 1989 ίδρυσε το Keith Haring Foundation για να στηρίξει παιδιά και οργανώσεις που ασχολούνταν με το AIDS. Πέθανε τον Φεβρουάριο του 1990 στα 31 του. Οι άνθρωποί του εξακολούθησαν να χορεύουν παντού, αλλά δεν ήταν ποτέ μόνο φιγούρες μιας ξέγνοιαστης γιορτής.

Θα ήταν εύκολο να πούμε ότι η αγορά κατέστρεψε το νόημα των εικόνων του. Μόνο που ο ίδιος είχε ανοίξει το Pop Shop στο Σόχο το 1986. Πουλούσε μπλουζάκια, κονκάρδες και αφίσες επειδή ήθελε να φτάσει και σε ανθρώπους που δεν είχαν χρήματα για πίνακες. Δέχτηκε κριτική για εμπορευματοποίηση. Εκείνος θεωρούσε το κατάστημα συνέχεια του μετρό: έναν άλλον τρόπο να μπαίνει η τέχνη στην καθημερινότητα. Η δημοτικότητα δεν ήταν γι’ αυτόν πρόβλημα. Πρόβλημα θα ήταν να χαθεί η επικοινωνία. Την ίδια στιγμή που η τοιχογραφία της Τραϊμπέκα αναζητά νέο ιδιοκτήτη, το Museo di Roma στο Palazzo Braschi παρουσιάζει, από τις 6 Οκτωβρίου 2026 έως τις 11 Απριλίου 2027, περισσότερα από 140 έργα του. Τα σχέδια του μετρό, οι πολιτικές αφίσες και οι τελευταίες δημιουργίες του συναντιούνται ξανά, μακριά από το εύκολο περίβλημα των δημοφιλών μοτίβων. Μια καλή ευκαιρία να θυμηθούμε πόση κοινωνική ιστορία χωρά σε μερικές μαύρες γραμμές.

Ο Χάρινγκ κατέβαινε στο μετρό γνωρίζοντας ότι το σχέδιό του μπορούσε να σβηστεί την επόμενη ημέρα. Η τοιχογραφία της Τραϊμπέκα διασώθηκε ακριβώς επειδή για χρόνια κανείς δεν την έβλεπε. Τώρα προστατεύεται πίσω από το μπαρ μιας ιδιωτικής κατοικίας. Είναι μια παράξενη μοίρα για έναν καλλιτέχνη που ήθελε η τέχνη του να ανήκει σε όλους: το έργο του σώθηκε, αλλά η συνάντηση με το κοινό, που ήταν η καρδιά της ζωγραφικής του, έγινε προνόμιο λίγων.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;