Skip to main content

Όταν την είχα δει πάνω στη σκηνή της παράστασης «Goodbye Lindita» δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Την παρατηρούσα και είχα την αίσθηση πως θα σπάσει σε χιλιάδες κομματάκια και θα αρχίσει να πετάει πάνω από τα κεφάλια μας. Η ηθοποιός, σκηνοθέτρια, καθηγήτρια και ιδρύτρια του Θεάτρου στη Σάλα, Χρυσή Βιδαλάκη, είναι μια δημιουργός που στον πυρήνα της τέχνης της συναντάμε τη μνήμη. Όχι ως αποφυγή αλλά ως συνεχής διαπραγμάτευση. Η site & time specific performance «Κουνελόκολλα» είναι μια σκηνική εμπειρία, όπου ο θεατής εισέρχεται σε έναν ενδιάμεσο τόπο συναντώντας μία γυναίκα που προσπαθεί εμμονικά να συγκολλήσει ό,τι της έχει απομείνει: κόκαλα, εικόνες, φωτογραφίες, σκόνη, υπολείμματα και ήχους. Στη συζήτησή μας μιλάμε για την «οικιακή δραματουργία», το θέατρο στη Σάλα και για τα τραύματα που κουβαλάμε μέσα μας.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα της «Κουνελόκολλας»;

Η Κουνελόκολλα ξεκίνησε από το σώμα μου, και συγκεκριμένα από μια σχετικά πρόσφατη διάγνωση οστεοπόρωσης, και επίσης ξεκίνησε και από ένα άλλο ‘σώμα’, το ίδιο το σπίτι, τον οικιακό χώρο που είναι και αυτό ένα επιβαρυμένο σώμα. Ένα σπίτι που κουβαλά ίχνη, φθορές, επαναλήψεις, σιωπές, ακριβώς όπως και ένα βιολογικό σώμα. Η Κουνελόκολλα επιμένει στο να κρατά μαζί ό,τι έχει ραγίσει. Η performance δεν επικεντρώνεται  στην αποκατάσταση του ραγισμένου ούτε στη δημιουργία μιας αφήγησης της επούλωσης αλλά διερευνά το πώς παραμένει κανείς μέσα στη ρωγμή και  πώς συνεχίζει να αναπνέει και να δημιουργεί από εκεί.

Η παράσταση εκκινεί στις 6:40. Οι θεατές μπαίνουν στον χώρο με το τελευταίο σκοτάδι και βγαίνουν με το πρώτο φως. Είναι μια πορεία αναγέννησης;

Με απασχολεί περισσότερο η μετάβαση παρά η ιδέα της αναγέννησης. Το πέρασμα από το τελευταίο σκοτάδι στο πρώτο φως το σκέφτομαι ως στιγμή έκθεσης. Είναι εκείνη η οριακή στιγμή όπου το σώμα στέκεται κάπως απροστάτευτο, δεν έχει προλάβει να οργανωθεί, να αμυνθεί, να αφηγηθεί, είναι ένας ενδιάμεσος χώρος, μια κατάσταση ύπαρξης σε αναστολή, όπου τίποτα δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί και όλα παραμένουν ανοιχτά.

Τα κόκαλα που χρησιμοποιούνται στην παράσταση ισχύει ότι είναι αληθινά;

«Τα κόκκαλα συλλέχθηκαν από το κλειστό πια Κέντρο Περίθαλψης Άγριων Ζώων στο βουνό της Αίγινας, όπου ήμουν εθελόντρια για ένα φεγγάρι», λέει η Θεοδώρα Χωραφά, η μία από τις 2 συλλέκτριες που μας τα παραχώρησαν -μαζί με τη Μαριάννα Λύρα. Πολλά από τα οστά βρέθηκαν εκεί σκόρπια στους περιφραγμένους χώρους. Άρχισε να τα συλλέγει και να τα φροντίζει στο πρώτο lockdown του covid. Είχε συλλέξει και άλλα υλικά, αλλά τα κόκκαλα είναι αυτά που την καθήλωσαν και στα οποία “κόλλησε” για ένα μεγάλο διάστημα ενσωματώνοντάς τα στις κεραμικές της μορφές, γιατί τα είδε ως ορυκτά, ως μια υλική μαρτυρία της ύπαρξης, όπως λέει και η ίδια.

Επιλέξατε η ηρωίδα σας να βρίσκεται συνεχώς σε μια in media res κατάσταση. Η αρχή και το τέλος είναι σύνορα που δεν σας αφορούν;

Η αρχή και το τέλος είναι τις περισσότερες φορές τρόποι για να τακτοποιούμε τα πράγματα, να τα κάνουμε διαχειρίσιμα. Το τραύμα, η μνήμη, το σώμα δεν υπακούν σε τέτοιες γραμμές. Επιστρέφουν, μπλέκονται, επιμένουν. Γι’ αυτό με ενδιέφερε αυτή η μόνιμη ενδιάμεση κατάσταση, όπου τίποτα δεν έχει ακόμη πάρει οριστική μορφή.

Ο χώρος πρωταγωνιστεί στα έργα σας. Μια παράσταση κινδυνεύει να χάσει κάτι από τον πυρήνα της αν κόψει τον ομφάλιο λώρο από τον αρχικό τόπο δημιουργίας της;

Το Θέατρο στη Σάλα από την πρώτη του μέρα έδωσε έμφαση στην έννοια του τόπου και με τις site-specific performances διερευνά αυτή τη σχέση, τη σχέση δηλαδή του δημιουργήματος με τον χώρο απ’ όπου αυτό προέκυψε. Στο ‘Θέατρο στη Σάλα’ ο χώρος παραμένει όπως είναι, με όλο το βάρος και την οικειότητά του. Όταν μια παράσταση μεταφέρεται αλλού μπαίνει σε μια διαδικασία μετασχηματισμού, καλείται δηλαδή να επαναδιαπραγματευτεί τη σχέση της με ένα νέο σώμα-χώρο. Αυτό που με απασχολεί είναι η η εκ νέου εγγραφή σε έναν άλλο τόπο -με ό,τι αυτό σημαίνει και απαιτεί- έτσι ώστε η παράσταση να μην επαναλαμβάνεται, αλλά να ξανασυμβαίνει. Ωστόσο, επιθυμώ να διατηρεί το σεβασμό σε αυτόν τον αρχικό “πυρήνα” ή αλλιώς “πηγή” όπως προτιμώ να διατυπώνω τον χώρο που έδωσε την πρώτη έμπνευση.

Όταν μου λένε πως “εγώ” είμαι το ‘Θέατρο στη Σάλα’, νιώθω πάντα μια χαρμολύπη, γιατί είναι αλήθεια πως ο χώρος αυτός με έχει καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και έχει επηρεάσει τη δημιουργική και προσωπική μου πορεία. Δεν είναι πολύς ο καιρός που συνειδητοποίησα ότι η προσωπική μου ζωή έχει μπει σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τη θεατρική μου πορεία και αν και αυτή ήταν μία από τις επιθυμίες μου από μικρό παιδί, δεν σας κρύβω ότι με ανησυχεί κιόλας.

Στην Κουνελόκολλα είναι η πρώτη φορά που αυτή η συνειδητοποίηση παίρνει τεράστιες διαστάσεις και αισθάνομαι πως ο χώρος σιγά-σιγά με ρουφάει και όσο με ρουφάει τόσο ανθίζει καλλιτεχνικά για τον λόγο αυτό και επιμένω να ανοίγομαι σε νέους ανθρώπους που με προσεγγίζουν και έχουν υγιές ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν εδώ μέσα.

Παρακολουθώντας τη δουλειά σας έχω την αίσθηση πως δεν σας ενδιαφέρει η απεύθυνση σε ένα ευρύτερο κοινό.

 Δεν θα το έθετα ως ζήτημα μεγέθους ή εύρους. Με ενδιαφέρει η συνάντηση, όχι η απεύθυνση. Δεν σκέφτομαι το έργο ως μήνυμα που πρέπει να φτάσει όσο το δυνατόν πιο μακριά ή σε όσο το δυνατόν σε περισσότερους, αλλά ως χώρο που ανοίγεται και κατοικείται από όσους είναι πρόθυμοι να μπουν. Το κοινό δεν είναι για μένα μια αφηρημένη κατηγορία, είναι συγκεκριμένα σώματα σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο. Αν το έργο είναι ακριβές, αν δεν προσποιείται κάτι άλλο από αυτό που είναι, τότε θα βρει τους ανθρώπους του. Μπορεί να είναι λίγοι, μπορεί να είναι πολλοί — δεν είναι αυτό το κριτήριο. Το ζητούμενό μου δεν είναι να γίνω κατανοητή με κάθε κόστος. Με ενδιαφέρει να παραμείνω ειλικρινής απέναντι στο υλικό, στον χώρο και στα σώματα που συναντιούνται εκεί.

Ποια είναι η ιστορία πίσω από το «Θέατρο στη Σάλα»;

Το ‘Θέατρο στη Σάλα’ ξεκίνησε πολύ απλά, από μια ανάγκη επιστροφής στο σπίτι. Όχι στο σπίτι ως καταφύγιο, αλλά στο σπίτι ως τόπο που κουβαλά μνήμη, φθορά, ιστορίες που δεν έχουν ειπωθεί. Το ‘Θέατρο στη Σάλα’ δεν δημιουργήθηκε ως χώρος παραστάσεων με την κλασική έννοια, αλλά ως χώρος συνάντησης, με μικρό αριθμό ανθρώπων, χωρίς απόσταση ανάμεσα σε σκηνή και κοινό. Εκεί, η παράσταση δεν προστατεύεται από τη θεατρική συνθήκη, εκτίθεται, όπως εκτίθενται και οι άνθρωποι που βρίσκονται μέσα στον ίδιο χώρο. Από αυτή τη συνθήκη προέκυψε και η οικιακή δραματουργία, μια δουλειά που χτίζεται από το καθημερινό, από αντικείμενα και χειρονομίες που έχουν ήδη ζωή πάνω τους. Ήθελα να φτιάξω όχι κάτι «μεγάλο» ή εντυπωσιακό, αλλά κάτι ακριβές. Έναν τρόπο να συναντιόμαστε αλλιώς, με φροντίδα και εγγύτητα.

Εξηγείστε μου λίγο τον όρο

Στο ‘Θέατρο στη Σάλα’ η σχέση με το κοινό ξεκινά από την έννοια της οικιακής φιλοξενίας, από το άνοιγμα ενός χώρου που κανονικά είναι ιδιωτικός. Όταν καλείς κάποιον στο σπίτι σου, δεν τον προσκαλείς για να «καταναλώσει» κάτι, αλλά για να συνυπάρξει. Να μοιραστεί. Το κοινό γίνεται συμμέτοχος της εμπειρίας. Αν κάποιοι δεν νιώθουν άνετα με αυτή την εγγύτητα, αυτό είναι απολύτως σεβαστό. Το ‘Θέατρο στη Σάλα’ δεν επιδιώκει να χωρέσει τους πάντες, επιδιώκει να φιλοξενήσει ουσιαστικά όσους επιλέγουν να μπουν.

Το «Θέατρο στη Σάλα» είναι το πατρικό σας σπίτι, το ερημητήριό σας. Δεν είναι κάπως τρομακτική αυτή η έκθεση;

Ναι, είναι τρομακτική. Γιατί το ρίσκο δεν είναι μόνο ότι εκτίθεται ο χώρος, είναι ότι μπορεί να χαθεί κάτι από αυτόν. Θέλω να πω ότι το σπίτι, ανοίγοντας, δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο. Ότι οι μνήμες του θα μετακινηθούν, θα ανακατευτούν με άλλες παρουσίες, άλλα βλέμματα, άλλες αναπνοές. Υπάρχει δηλαδή ο φόβος της απώλειας μιας οικειότητας που δεν αναπληρώνεται. Κι όμως, αυτό το ρίσκο είναι αναπόσπαστο από αυτή την ίδια τη διαδικασία. Αποδέχομαι ότι κάτι θα αλλάξει, και ίσως κάτι θα χαθεί. Και επιλέγω να μείνω μέσα σε αυτό.

Πως από την ΑΣΣΟΕ ξεπήδησε ένα πλάσμα τόσο εκλεπτυσμένο γεμάτο αντιφάσεις; Δυσκολεύομαι να σας φανταστώ ανάμεσα σε αριθμούς και οικονομικά σύμβολα.

Πολλές φορές αναρωτιέμαι κι εγώ πώς άντεξα να ολοκληρώσω τις σπουδές μου. Αν όμως ψάξει κανείς, θα βρει αρκετούς οικονομολόγους να συναντούν το θέατρο με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Για μένα, αυτή η σπουδή ήταν ένα αναγκαίο έδαφος, γιατί μου έδωσε τη δυνατότητα να κατανοώ δομές, όρια, ευθύνες. Και είναι ακριβώς αυτή η γνώση που μου επέτρεψε να ξεκινήσω το ‘Θέατρο στη Σάλα’. Για να υπάρξει και να διατηρηθεί, χρειάζεται να στέκεται και πάνω σε αριθμούς, να σέβεται τα οικονομικά σύμβολα, χωρίς να τα αφήνει να καθορίζουν το περιεχόμενο. Διαφορετικά, δεν θα μπορούσα σήμερα να μιλάω γι’ αυτό το εγχείρημα. Οι αντιφάσεις δεν με τρομάζουν, τις θεωρώ αναγκαίες. Εκεί κάπου, ανάμεσα στη λογική της οργάνωσης και την ανάγκη της δημιουργίας, βρήκε χώρο να υπάρξει το ‘Θέατρο στη Σάλα’.

Σας θυμάμαι στο «Goodbye Lindita» του Μάριο Μπανούσι και το έργο είχε περάσει τόσο πολύ μέσα σας που ένιωθα πως θα διαλυθείτε πάνω στη σκηνή.

Ναι, το ένιωσα κι εγώ. Υπήρξαν στιγμές που το έργο περνούσε τόσο έντονα μέσα από το σώμα μου, που η αίσθηση της διάλυσης ήταν παρούσα. Αλλά αυτή η εμπειρία με γύρισε πίσω στο πώς και γιατί δουλεύω. Ένα μέρος της διαδικασίας του Goodbye Lindita γεννήθηκε μέσα στο Θέατρο στη Σάλα, σε έναν χώρο μικρό, οικιακό, όπου η έκθεση είναι πιο σιωπηλή και ταυτόχρονα πιο απαιτητική. Εκεί κατάλαβα ότι η διάλυση δεν χρειάζεται να είναι ορατή ή θεαματική. Στη σάλα, μπροστά σε λίγους ανθρώπους, δεν υπάρχει απόσταση, δεν υπάρχει προστασία. Το σώμα δεν διαλύεται προς τα έξω, αλλά προς τα μέσα. Αυτή η συνθήκη εγγύτητας είναι που με προχωρά πιο βαθιά.

Η εμπειρία της σκηνικής έκθεσης σε περισσότερο κόσμο μου έδωσε το μέτρο. Το Θέατρο στη Σάλα μου δίνει τον χρόνο και τον χώρο για να δουλέψω το βάθος. Και αυτά τα δύο συνδέονται, αποτελούν κομμάτια της ίδιας διαδρομής.

Φωτογραφίες: Παναγιώτης Γιαννούτσος / taph team

stegi radio