Skip to main content

Η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται συνήθως σαν ένας αγώνας ταχύτητας. Ποιος θα φτιάξει το ισχυρότερο μοντέλο, ποιος θα προσελκύσει τους καλύτερους μηχανικούς, ποια εταιρεία θα φτάσει πρώτη στην επόμενη μεγάλη ανακάλυψη. Η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται ως οι δύο βασικοί αντίπαλοι, εγκλωβισμένοι σε μια καινούργια εκδοχή του Ψυχρού Πολέμου, μόνο που αυτή τη φορά τα όπλα είναι data centers, chips και αλγόριθμοι. Αυτός είναι ο εύκολος τρόπος να δει κανείς την ιστορία και πιθανότατα ο λιγότερο ενδιαφέρων. Η πραγματική διαφορά ανάμεσα στις δύο χώρες βρίσκεται αλλού. Δεν αφορά μόνο το ποιος θα κατασκευάσει την καλύτερη τεχνητή νοημοσύνη, αλλά το τι πιστεύει κάθε κοινωνία ότι πρέπει να κάνει η τεχνητή νοημοσύνη.

Στην αμερικανική εκδοχή, η AI γεννήθηκε κυρίως ως προϊόν. Η μεγάλη υπόσχεση ήταν εξαρχής προσωπική: ένας καλύτερος βοηθός, ένας καλύτερος τρόπος αναζήτησης, ένας καλύτερος προγραμματιστής, ένας πιο γρήγορος συγγραφέας, ένας εργαζόμενος που θα κάνει περισσότερα πράγματα σε λιγότερο χρόνο. Η Silicon Valley έμαθε εδώ και δεκαετίες να παρουσιάζει την τεχνολογία σαν απελευθέρωση του ατόμου. Το smartphone θα μας έδινε πρόσβαση στον κόσμο, τα social media θα μας συνέδεαν, η AI τώρα υπόσχεται να πολλαπλασιάσει τις ικανότητές μας. Η Κίνα κοιτάζει το ίδιο εργαλείο και βλέπει κάτι διαφορετικό: υποδομή. Βλέπει ένα σύστημα που μπορεί να συνδεθεί με την ενέργεια, τις μεταφορές, τα εργοστάσια, τη γεωργία, την υγεία, την εκπαίδευση και τη δημόσια διοίκηση. Όχι επειδή το Πεκίνο έχει ανακαλύψει κάποια ανώτερη μορφή τεχνολογικής σοφίας, αλλά επειδή το κινεζικό κράτος έχει μάθει να αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως μέρος μιας μεγαλύτερης πολιτικής μηχανής. Δεν ρωτά μόνο ποια εταιρεία μπορεί να βγάλει χρήματα από την AI. Ρωτά πού μπορεί να τοποθετηθεί ώστε να αυξήσει την παραγωγικότητα, να μειώσει το ενεργειακό κόστος, να βελτιώσει τη βιομηχανία ή να επεκτείνει υπηρεσίες που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να φτάσουν σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους.

Αυτή η διαφορά είναι βαθύτερη από την τεχνολογία. Είναι διαφορά αντίληψης για το κράτος. Η αμερικανική οικονομική κουλτούρα εξακολουθεί να πιστεύει, τουλάχιστον θεωρητικά, ότι η καινοτομία πρέπει να προηγείται και το κράτος να ακολουθεί. Κάποιος στο Palo Alto φτιάχνει κάτι εκπληκτικό, οι επενδυτές το χρηματοδοτούν, εκατομμύρια άνθρωποι αρχίζουν να το χρησιμοποιούν και κάποια στιγμή η Ουάσιγκτον προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς συνέβη. Η Κίνα λειτουργεί σχεδόν ανάποδα. Το κράτος καθορίζει προβλήματα, κινητοποιεί κεφάλαια, πανεπιστήμια, εταιρείες και ερευνητικά κέντρα και περιμένει από την τεχνολογία να υπηρετήσει συγκεκριμένους στόχους. Το μοντέλο αυτό έχει ένα κόστος που δεν πρέπει να εξωραΐζεται. Η ίδια κρατική ισχύς που μπορεί να ενσωματώσει την AI σε ένα ενεργειακό δίκτυο μπορεί επίσης να τη χρησιμοποιήσει για παρακολούθηση, κοινωνικό έλεγχο και περιορισμό της ιδιωτικότητας. Η αποτελεσματικότητα δεν είναι συνώνυμη με την ελευθερία. Ένα κράτος που μπορεί να οργανώσει γρήγορα την τεχνολογία μπορεί εξίσου γρήγορα να οργανώσει την εξουσία πάνω στους ανθρώπους που τη χρησιμοποιούν.

Στο Black Book:

Το παράδοξο είναι ότι η Αμερική αρχίζει τώρα να κοιτάζει προς αυτή την κατεύθυνση. Για δεκαετίες, η αμερικανική επιστήμη στηρίχθηκε σε ένα σύστημα πανεπιστημίων, το παραδοσιακό σύστημα επιστημονικής αξιολόγησης, ομοσπονδιακής χρηματοδότησης και σχετικά αποκεντρωμένης έρευνας. Το μοντέλο αυτό δημιούργησε τεχνολογίες που άλλαξαν τον κόσμο. Στην εποχή της AI, των quantum systems και της βιοτεχνολογίας, εμφανίζεται όλο και πιο έντονα η αίσθηση ότι η ταχύτητα έχει γίνει στρατηγικό πλεονέκτημα και ότι τα παραδοσιακά συστήματα είναι υπερβολικά αργά. Η νέα συζήτηση στην Ουάσιγκτον για έρευνα οργανωμένη γύρω από συγκεκριμένες αποστολές και προβλήματα, μεγάλα εθνικά projects και πιο επιθετική κρατική χρηματοδότηση δείχνει κάτι που πριν από λίγα χρόνια θα ακουγόταν σχεδόν αιρετικό: η Αμερική αναρωτιέται αν μπορεί να νικήσει την Κίνα χωρίς να υιοθετήσει ένα μέρος από τον τρόπο με τον οποίο η Κίνα οργανώνει την τεχνολογική της ισχύ.

Εδώ η ιστορία γίνεται πραγματικά ενδιαφέρουσα, γιατί μπορεί τελικά οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι της εποχής της AI να μη συγκλίνουν τεχνολογικά αλλά πολιτικά. Η Κίνα προσπαθεί να αφήσει περισσότερο χώρο στις ιδιωτικές εταιρείες χωρίς να εγκαταλείψει τον κρατικό έλεγχο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη ικανότητα σχεδιασμού χωρίς να εγκαταλείψουν την ιδιωτική πρωτοβουλία. Η μεγάλη μάχη της τεχνητής νοημοσύνης, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο στα benchmarks, ούτε στον αριθμό των παραμέτρων, ούτε στα chips, ούτε στο ποιος θα ανακοινώσει πρώτος κάτι που θα ονομάσει AGI. Θα κριθεί στο αν μια κοινωνία μπορεί να μετατρέψει την τεχνολογία σε πραγματική δημόσια ικανότητα. Μπορεί η AI να κάνει φθηνότερη την ενέργεια; Μπορεί να μειώσει τον χρόνο αναμονής σε ένα νοσοκομείο; Μπορεί να βοηθήσει έναν αγρότη να παράγει περισσότερο με λιγότερο νερό; Μπορεί να βελτιώσει ένα σχολείο που δεν έχει αρκετούς καθηγητές; Μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα χωρίς να μετατρέψει εκατομμύρια εργαζομένους σε περιττό κόστος; Αυτά είναι πολύ λιγότερο εντυπωσιακά ερωτήματα από ένα chatbot που γράφει ποίηση. Είναι όμως τα ερωτήματα που αποφασίζουν ποια τεχνολογία αλλάζει πραγματικά τον κόσμο.

Η Κίνα τουλάχιστον αυτή τη στιγμή μοιάζει να έχει μια αρκετά καθαρή απάντηση για το τι θέλει από την AI: να γίνει εργαλείο εθνικής ισχύος, παραγωγής και κοινωνικής οργάνωσης. Η Αμερική εξακολουθεί να έχει το μεγαλύτερο οικοσύστημα καινοτομίας στον κόσμο, τις ισχυρότερες εταιρείες και ένα τεράστιο απόθεμα επιστημονικής γνώσης, αλλά δυσκολεύεται περισσότερο να απαντήσει στο απλούστερο ερώτημα. Τι ακριβώς θέλουμε να κάνει αυτή η τεχνολογία για την κοινωνία; Γιατί μπορεί να φτιάξουμε τις εξυπνότερες μηχανές που υπήρξαν ποτέ και να ανακαλύψουμε πολύ αργά ότι δεν αποφασίσαμε ποτέ για ποιον λόγο τις θέλαμε.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy