Περιμένοντάς την έξω απ’ το θέατρο [όπου μόλις ενσάρκωσε με τρομακτική ακρίβεια μια καθ’ ολοκληρίαν συμπλεγματική και απούσα μάνα], παρατηρώ έναν πιτσιρικά που την περιμένει να του υπογράψει το τελευταίο της βιβλίο: «Ο συμβολισμός της Λεοπάρδαλης», -τίτλος που ενισχύει έναν μέχρι τώρα ακούσιο-συμβολισμό που έχει για μένα η σκηνοθέτις, ηθοποιός, και συγγραφέας Λένα Κιτσοπούλου. Κι αυτός δεν είναι του Λάμπρου και της Κικής που είναι τα πρόσωπα του έργου, αλλά μια αίσθηση αιλουροειδούς που ενυπάρχει στην Λένα, αυτού που άλλοτε βρυχάται και – σπανιότερα -ξεκουράζεται γουργουρίζοντας στη σκιά, κυοφορώντας τον επόμενο ορυμαγδό που θα προκαλέσει το νέο βήμα του.
Αναρωτιέμαι αν την εξαντλεί ποτέ η οχλοβοή που περιμένει -σαν σε αρένα- το επόμενο έργο της για να την αποθεώσει ή για να τη σταυρώσει, κι αν αυτό το συγκρουσιακό δίπολο εισπράττεται από κείνη απλώς ως απότοκο της ιδιαίτερης τέχνης της ή αν αποτελεί κ αυτό ένα ακόμη εφαλτήριο για την επόμενη ρήξη της με τις καθεστηκυίες συνειδήσεις. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σε μια εποχή που βρίθει από μια γενική αίσθηση διαφάνειας χωρίς καθόλου ρίσκο, η Λένα Κιτσοπούλου – ανατέμνοντας διαρκώς ως τα μύχια της την θεατρική πράξη – συνεχίζει να μας δίνει ένα θέατρο ορμέμφυτο, βαθιά πυρηνικό, που σφύζει από ατόφιο και άκοπο συναίσθημα και εξακολουθεί -παρά τις ιαχές- να περπατά τον ξάστερο και αναπολογητικό της δρόμο.
– Στο «Σωσμένο του Μπόντ» τελικά δεν σώζεται κανείς στο τέλος. Για σένα τί είναι σωσμός; Από τι σώζεσαι και απο τι όχι;
Δεν σώζομαι από τον φόβο του θανάτου με τίποτα. Αυτόν όμως μου τον έχει απαλύνει η ενασχόληση μου με την τέχνη. Τη ζωή δεν την θεωρώ πάντα δώρο, νομίζω ότι αν είχα την επιλογή και είχα συνείδηση τότε που το σπερματοζωάριο του πατέρα μου έτρεχε να βρει το ωάριο της μητέρας μου, θα έλεγα στοπ, μην μπαίνεις. Σώζομαι από την αυτοκτονία, ή από την κατάθλιψη – δεν έχω τέτοιες τάσεις καθόλου – και σ’ αυτό με βοηθάει ο εαυτός μου και ο τρόπος που μεγάλωσα. Έμαθα να είμαι υποχρεωμένη να ικανοποιώ τον εαυτό μου και αυτό το οφείλω στους γονείς αυτούς που ανέφερα πριν, οι οποίοι αφού έκαναν το λάθος να με δημιουργήσουν, τουλάχιστον μετά δεν θέλησαν ποτέ από τα παιδιά τους ένα ποτήρι νερό για τα γεράματα τους. Αυτό με έκανε να αποζητάω πάνω από όλα την προσωπική μου ευχαρίστηση σε αυτή τη ζωή, να την θεωρώ δικαίωμα μου και υποχρέωση μου, να μην νιώθω ποτέ μα ποτέ ότι έχω κάπου να λογοδοτήσω.
– Στην παράσταση αυτή παίζεις μια διαταραγμένη και εξ’ ολοκλήρου απούσα μάνα που έχει σχεδόν καταστρέψει τα παιδιά της. Τί τόπους χρειάστηκε να εξερευνήσεις για να την υποδυθείς;
Εμείς που έχουμε μεγαλώσει στην Ελλάδα, ευτυχώς δεν δυσκολευόμαστε πολύ να βρούμε υλικό για να υποδυθούμε κακοποιητικούς γονείς. Τέτοιες μάνες μου είναι δυστυχώς πολύ οικείες, ακόμα και μέσα από το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον. Είμαι λόγω επαγγέλματος άνθρωπος της παρατήρησης, με μία ιδιαίτερη ευαισθησία στον ακρωτηριασμό παιδιών, είναι κάτι που το έχω παρατηρήσει γύρω μου πολύ, μου τραβάει την προσοχή και με ταράζει αυτό το θέμα και μπαίνοντας μέσα στη διαδικασία των προβών, αναδύθηκαν από μέσα μου λόγια και συμπεριφορές, χωρίς να χρειαστεί να κάνω καμία έρευνα. Μάλλον είχα κάνει ήδη αρκετή μέσα στη ζωή μου.

– Σαν παιδί ήσουν ήσυχη ή όχι;
Ήμουν πολύ αυτόνομο παιδί, είχα τη ζωή μου, είχα ησυχία μέσα μου, μου άρεσε πολύ η λογοτεχνία, είχα πάντα μία τεράστια συγκέντρωση σε ό,τι έκανα, την έβρισκα πολύ με τον εαυτό μου, διάβαζα πολύ, ζωγράφιζα, τραγουδούσα μόνη μου ώρες, έκανα αθλητισμό και απ’ την άλλη ήθελα να είμαι πάντα κεντρικό πρόσωπο στις παρέες. Από τα δώδεκα και μετά μπήκα πολύ δυναμικά στην εφηβεία και αλώνισα πάρα πολύ, έκανα ό,τι πιο απαγορευμένο υπήρχε να κάνω. Δεν νομίζω ότι άφησα κάγκελο που δεν σκαρφάλωσα, αλητεία που δεν έκανα. Από πολύ μικρή είχα τάση φευγιού, άνοιγα την πόρτα και την έκλεινα πίσω μου με δύναμη. Είχα πολύ φόρα και πολύ αντίδραση σε οτιδήποτε με πίεζε. Δεν έβαζα φρένο πουθενά. Πέρασα ξυστά κι από πολύ επικίνδυνες καταστάσεις.
– Πότε κατάλαβες ότι μπορείς να σοκάρεις τους ανθρώπους λέγοντας απλώς αυτό που σκέφτεσαι;
Από πολύ μικρή. Πήγα άλλωστε από τριών χρονών σε ένα μοντεσσοριανό σχολείο, το οποίο τότε σόκαρε την ελληνική κοινωνία και κάθε χρόνο το υπουργείο ήθελε να το κλείσει. Η ίδια δηλαδή η διευθύντρια του σχολείου αυτού, η Μαρία Γουδέλη, ήταν μία επαναστάτρια της εποχής της, οπότε από τη στιγμή που εκεί γαλουχήθηκα, δεν είχα άλλο δρόμο.
– Το θέατρο που επιλέγεις να κάνεις είναι επιθετικό, συχνά οργισμένο. Τελικά είναι η ροπή σου που καθρεφτίζεται σ´αυτό ή η ρωγμή σου;
Είναι η ρωγμή μου, η οποία εκφράζεται με τρόπο επιθετικό σε έναν κόσμο στάσιμο και συμπαγή, ο οποίος για να σε δει, πρέπει να ανέβεις κάπου ψηλά και να κουνάς τα χέρια σου. Δεν γίνεται αλλιώς. Υπάρχει ένα πλήθος σε μία ουρά που περιμένει και εσύ θες να τους φωνάξεις: παιδιά, δεν θα έρθει το λεωφορείο. Κάτι τέτοιο.
– Αυτή η αναπολογητική και απόλυτη εμπλοκή με τα πράγματα σε χαρακτηρίζει και εκτός σκηνής;
Ναι. Όταν κάτι με αφορά γίνομαι εριστική, αφοριστική, απόλυτη. Όταν θέλω να μιλήσω για κάτι, το αναποδογυρίζω για να το δω καλύτερα, κοιτάζω πάντα την άλλη όψη του νομίσματος. Ειδικά όταν βλέπω πάνω από τρεις τέσσερεις ανθρώπους να συμφωνούν σε κάτι, είμαι σίγουρη ότι βρίσκονται σε λάθος δρόμο και εγώ ψάχνω τον παράδρομο. Δεν αυτολογοκρίνομαι, έχω μία εμπιστοσύνη σε αυτό που βλέπω και τέλος πάντων οφείλω και στη ζωή μου και στην τέχνη μου να εκθέτω αυτό που βλέπω και όχι αυτό που θα ικανοποιήσει τους άλλους αν θέλω να έρθω σε αληθινή επικοινωνία με τον εαυτό μου και τουλάχιστον με έναν ακόμα άνθρωπο.

– Ερωτεύεσαι παράφορα Λένα;
Ναι, ερωτεύομαι και θέλω με τον άλλον την ίδια μέρα να τα κάνουμε όλα, λες και την επόμενη πρόκειται να πεθάνουμε.
– Ποιο είναι το πιο έντονο πράγμα που έχεις κάνει για τον έρωτα;
Έχω κάνει πολλά έντονα που δεν θέλω να τα πω. Έχω πληγωθεί βαθιά, έχω οριακά καταστραφεί, αλλά δεν έχασα ποτέ την πίστη μου ότι αυτό που είναι φτιαγμένο για μένα υπάρχει. Ποτέ δεν μίσησα τον έρωτα, γιατί όσο κι αν με διέλυε, το ίδιο και περισσότερο με ικανοποιούσε ακόμα και η διάλυση αυτή. Κατάλαβα κάποια στιγμή ότι αυτή η εναλλαγή σκοταδιού και φωτός, εμένα προσωπικά μου είναι απαραίτητη.
– Πώς βιώνεις την ματαίωση αν αυτό δεν ευδοκιμήσει τελικά;
Με πολύ μαυρίλα, με πολύ πόνο, με πολύ νταλκά, με πολύ αηδία προς το σύμπαν, με πολύ Άννα Βίσση, με όλα τα κλισέ.
– Το ελληνικό θέατρο φοβάται το ταλέντο ή την ειλικρίνεια;
Κάθε σύστημα φοβάται οτιδήποτε δεν συμφωνεί μαζί του. Δεν μπορώ να πω για τον εαυτό μου ότι έχω ταλέντο ή ότι είμαι ειλικρινής. Καλλιτέχνες που άλλαξαν ή μετατόπισαν την τέχνη μέσα στην ιστορία, σίγουρα δεν έγιναν αποδεκτοί στην αρχή τους. Πολλοί από αυτούς ποτέ μέσα σε ολόκληρη τη ζωή τους.
– Στο ‘’Σωσμένο’’ είστε σκηνικά ταιριαστοί και πολύ έντονοι με τον Βασίλη Μπισμπίκη. Πώς σας λειτούργησε όλο αυτό και τελικά τι σου αφήνει αυτή η πρώτη σας συνάντηση;
Η συνάντηση μου με τον Βασίλη Μπισμπίκη είναι από τις πιο ωραίες της ζωής μου. Ένιωσα ελευθερία και συγγένεια, ένιωσα πλήρη αποδοχή και έζησα από κοντά ένα σπάνιο είδος ανθρώπου, τον Βασίλη. Ενώ ο ίδιος έχει μία πολύ συγκεκριμένη και δυνατή προσωπική καλλιτεχνική ματιά, αφήνει χώρο στους άλλους χωρίς ίχνος εγωισμού ή ναρκισσισμού. Μπορεί και θαυμάζει τον άλλον και αυτό νομίζω είναι το μεγαλύτερο ταλέντο που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος που ασχολείται με οποιαδήποτε τέχνη.

– Έχει υπάρξει ποτέ συνεργασία που να σ´έκανε να νιώσεις παγιδευμένη;
Στις περισσότερες έχω νιώσει παγιδευμένη γι αυτό και τις αποφεύγω. Πολύ σπάνια θα πάω να παίξω σε παράσταση άλλου σκηνοθέτη, θα πρέπει κάπως από την αρχή να ξέρω ότι θα κινούμαι όπως θέλω. Δεν μπορώ πολύ να ομαδοποιούμαι, να έχω ωράρια συγκεκριμένα, να μου λένε τι να κάνω, υποφέρω πολύ με ανθρώπους που κοιτάνε το ρολόι τους και εκμεταλλεύονται και κάθε δευτερόλεπτο πρόβας, γιατί συνήθως αυτό γίνεται χωρίς λόγο. Με εκνευρίζουν οι άνθρωποι που νομίζουν ότι ο άλλος οφείλει να τους υπηρετεί, μου φαίνονται φασίστες οι σκηνοθέτες που δεν καταλαβαίνουν ότι εσύ μπορεί περισσότερο από την πρόβα τους να γουστάρεις μία βόλτα στην Αίγινα. Και ακόμα πιο φασιστές αυτοί που δεν σκέφτονται από μόνοι τους να σου βγάλουν ένα εισιτήριο για την Αίγινα και να στο κάνουν και δώρο για να σε ευχαριστήσουν.
– Παίζεις, σκηνοθετείς, τραγουδάς ρεμπέτικα, γράφεις και προσφάτως ζωγραφίζεις ξανά. Τι απ όλα σε εκφράζει πιο πολύ;
Όλα αυτά με εκφράζουν, όλα τα χρειάζομαι και από τη στιγμή που το ένα τροφοδοτεί το άλλο, συνεχίζω να τα κάνω. Όλα βέβαια θέλουν τον χρόνο τους και την αφοσίωση τους, γι αυτό και φροντίζω να μην πέφτει το ένα πάνω στο άλλο. Νομίζω ότι με τις μοναχικές τέχνες νιώθω λίγο καλύτερα, πιο ευτυχισμένη, αλλά οι άλλες, οι πιο εκτεθειμένες σε κόσμο, έχουν μία αδρεναλίνη και μία επικινδυνότητα που επίσης μου είναι απαραίτητη. Έτσι όμως ήμουνα από μικρή. Τη μισή μου μέρα χωμένη κάπου με ένα βιβλίο και την άλλη μισή έξω να προκαλώ φασαρίες και ταραχές. Είμαι σαν τον Πάνα, η μισή ζώο, η μισή με ένα φλάουτο.
– Στο τελευταίο σου διήγημα ‘’Ο συμβολισμός της Λεοπάρδαλης ‘’ είσαι περισσότερο Κική ή Λάμπρος;
Είμαι και τα δύο μέσα στο ίδιο σώμα. Και τα δύο αυτά πρόσωπα έχουν πολλά δικά μου στοιχεία.
– Σ´ένα απ τα πιο αγαπήμενα κείμενά σου τη ΜΑΙ.ΡΟΥ.ΛΑ η πρωταγωνιστρία ικετεύει ν´αντικατασταθεί ‘’η μπουνάτσα της ωρίμανσης’’ με την πρότερη της ‘’αντάρα’’. Εσύ τί επιλέγεις πια;
Πάντα θα επιλέγω την αντάρα όσο χρονών και αν γίνω. Πιάνω πολλές φορές τον εαυτό μου πιο κατασταλαγμένο σε κάποια πράγματα και δεν μ’ αρέσω καθόλου. Και όταν κρατιέμαι λέω μέσα μου, θέλω τώρα κάτι να γίνει και να πηδήξω το χαντάκι.

– Είναι μια ανάγκη επιστροφής στην ‘’αντάρα’’ το να επιλέξεις να ανεβάσεις Βάκχες φέτος, δυο χρόνια μετά τους τρυγμούς που προκάλεσαν οι Σφήκες σου;
Είναι μία πρόκληση για μένα, όπως και για τον καθένα νομίζω αυτά τα έργα και ένα φεστιβάλ σου δίνει την ευκαιρία να τα κάνεις, όχι μόνο γιατί σου προσφέρει έναν μεγάλο χώρο, αλλά και επειδή η γιορτή αυτή έχει μία κάπως μεγαλύτερη εμβέλεια, σου δίνει την αφορμή να ασχοληθείς με ένα έργο που οι περισσότεροι το ξέρουν, που είναι κλασικό, που έχει παιχτεί ξανά και ξανά. Καλείσαι να πεις την άποψη σου για κάτι που είναι μεγάλο και γνωστό στο κοινό. Είναι φοβιστικό, είναι και πολύ προκλητικό. Δεν σκέφτομαι ποτέ τι θα προκαλέσει κάτι που κάνω, σκέφτομαι μόνο την ευκαιρία που μου δίνουν, στην συγκεκριμένη περίπτωση οι Βάκχες, να σκάψω μέσα σε έννοιες μεγάλες, όπως είναι η θρησκεία, η πίστη, η λατρεία, η μανία, η οικογένεια, ο φόνος.
– Η πρόκληση είναι για σένα παιχνίδι, άμυνα ή ανάγκη;
Είναι ανάγκη καλλιτεχνική, είναι παιχνίδι με το μυαλό μου, με την φαντασία μου και με την γραφή μου. Είναι πάντα μία βουτιά στο άγνωστο, ένας φόβος, ο οποίος όμως σε εμένα λειτουργεί σαν λύτρωση. Πολλές φορές νιώθω ασφάλεια μέσα σε κάτι που με τρομοκρατεί.
– Πώς προέκυψε η σκέψη να συνεργαστείς με τον Λευτέρη Πανταζή στις Βάκχες;
Ο Λευτέρης Πανταζής εκπροσωπεί έναν χώρο μεγάλης εμβέλειας και μεγάλης σημασίας για την χώρα μας, αυτόν του σύγχρονου λαϊκού μας τραγουδιού. Είναι μία περσόνα που για όλη την Ελλάδα σημαίνει κάτι, είναι ένας άνθρωπος που με τα τραγούδια του έχει ξεσηκώσει και έχει διασκεδάσει πολύ κόσμο. Πιστεύω ότι σε μία παράσταση δική μου, όπου σχεδόν πάντα κάποιο δημοφιλές τραγούδι έχει παίξει σημαντικό δραματουργικό ρόλο, η παρουσία του θα βοηθήσει την όποια ταραχή αισθάνομαι μέσα μου, για την παράσταση και γενικά για τη ζωή. Εννοώ ότι έχω πολλές φορές χρησιμοποιήσει τραγούδια λαϊκά και γνωστά σουξέ μέσα σε παραστάσεις μου, αυτή τη φορά, σκέφτηκα ότι θα έχει ενδιαφέρον να εμφανιστεί και ο ίδιος ο ερμηνευτής. Ειδικά ο συγκεκριμένος κουβαλάει πάνω του μία τεράστια ιστορία και έχει αυτή την απίστευτη αμεσότητα με τον κόσμο. Αυτό το ελληνικό γλέντι που ξέρουμε όλοι, είναι νομίζω αναπόσπαστο κομμάτι της κουλτούρας μας και ίσως ό,τι πιο τελετουργικό έχει απομείνει στην εποχή μας, με την έννοια ότι ενοποιεί ανθρώπους ασχέτως κοινωνικής τάξης, ή μορφωτικού επιπέδου και έχει την δύναμη να παρασέρνει, πράγμα το οποίο εγώ σέβομαι και θαυμάζω απεριόριστα.
– Πόσο σε επηρεάζουν τα φανατισμένα αρνητικά σχόλια;
Καθόλου, ούτε καν τα διαβάζω, απλά μαθαίνω για την ύπαρξη τους από φίλους. Λυπάμαι πολύ τους ανθρώπους που παίρνουν φως ή αποκτούν υπόσταση μέσα από μένα, δεν είμαι και ο Διόνυσος για να το χαρώ.

– Απ´την άλλη υπάρχει κ αυτή η εικόνα με τον πιτσιρικά τις προάλλες που περίμενε να του υπογράψεις το έργο σου..
Ρε συ τον είδες; Αυτό με συγκινεί βαθειά. Όταν βλέπω ένα τόσο νέο παιδί που δεν έχει κάποια κίνητρα ή που δεν είναι ‘’φασαίος‘’ που έρχεται στην παράσταση για το hype… αλλά επειδή κάτι που έχω γράψει εγώ, του κινητοποιεί κάτι δικό του. Είναι πολύ όμορφο αυτό, ίσως με συγκινεί επειδή ήμουν κ εγώ βιβλιοφάγος μικρή κ έβρισκα δικά μου πράγματα στα βιβλία.
– Τελικά Λένα σ´αυτήν την εικόνα του άκρατου δυναμισμού που δίνεις, αναρωτιέμαι αν υπάρχει ρωγμή στην πανοπλία σου, και ποια είναι αυτή;
Υπάρχουν πάρα πολλές ρωγμές πάνω σε αυτό το κέλυφος. ‘Εχω ανασφάλειες, έχω φόβους, έχω άμυνες, πολλές φορές μέσα στη μέρα δεν γουστάρω τον εαυτό μου, δεν θέλω να πεθάνω, δεν θέλω να χοντρύνω, θα ήθελα να πρωταγωνιστήσω σε μία ταινία του Σκορτσέζε ή του Γούντι Άλεν και πολύ φοβάμαι ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Πολλές φορές μισώ τον εαυτό μου που δεν λέει τη γνώμη του και κάνω στα ψέματα ότι συμφωνώ με κάποιον και λέω, ναι, ναι, ναι, κατάλαβα, ενώ θέλω να πω άντε γαμήσου κι εσύ.

– Ποια ήταν η τελευταία φορά που ντράπηκες για κάτι;
Ντράπηκα σε μία συνέντευξη που ήταν σε βίντεο, επειδή δεν τα πάω τόσο καλά στον προφορικό λόγο όσο στον γραπτό και γενικά ντρέπομαι όταν δεν ξέρω να απαντήσω, όταν με ρωτάνε ας πούμε για την πολιτική. Δεν ξέρω τίποτα, αλλά τελικά συνειδητοποιώ ότι δεν θέλω να ξέρω ποιος είπε τι και ποιος βομβάρδισε ποιον, εννοώ ότι η πολιτική μου φαίνεται απλώς μία βαρετή επανάλειψη της ιστορίας, χωρίς καμία ιδεολογία και χωρίς καμία ελπίδα. Πιστεύω μόνο κάτι που έχει πει ο Πλάτωνας, ότι αυτοί που θα έπρεπε να ασχολούνται με την πολιτική, δεν θέλουν. Και κάπου εκεί τελειώνει το όποιο ενδιαφέρον μου για την πολιτική. Και αναρωτιέμαι γιατί ντρέπομαι που δεν έχω καμία γνώση και που μου είναι πολύ προτιμότερο να διαβάσω ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, παρά να διαβάσω τι είπε σήμερα ο Τραμπ. Οπότε, η τελευταία φορά που ένιωσα ντροπή ήταν σ’ αυτή την συνέντευξη, αλλά τελικά επειδή μόλις τώρα το έλυσα αυτό μου το πρόβλημά, δεν ντρέπομαι πια.
– Καπνίζεις διαρκώς;
• Ναι.
– Ποιο είναι τ´αγαπημένο σου ρεμπέτικο;
Αργά αργά, βαριά βαριά, σ’ ακούω στο σκοτάδι, το κουρασμένο βήμα σου να σέρνεται, κάθε βράδυ. Κάθε βράδυ.
– Σκέφτεσαι ποτέ το μέλλον; Κάνεις όνειρα;
Προτιμώ να ζω το τώρα. Κάνω μικρά όνειρα που μπορώ να πραγματοποιήσω, αλλά με αυτόν που αγαπάω κάνω τεράστια όνειρα τα οποία για να πραγματοποιηθούν χρειάζομαι άλλες δέκα ζωές. Και κλαίω που δεν τις έχω.
Η Λένα Κιτσοπούλου πρωταγωνιστεί στον ‘’Σωσμένο’’ του Βασίλη Μπισμπίκη στο θέατρο Cartel μέχρι τις 30/5 και θα σκηνοθετήσει τις ‘’Βάκχες’’ στο Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου 20-22 Ιουλίου. Παράλληλα μόλις κυκλοφόρησε το νέο διήγημά της με τίτλο ‘’Ο συμβολισμός της Λεοπάρδαλης’’ από τις εκδόσεις Μεταίχμιο





