Skip to main content

Η Μαριανίνα Κριεζή είχε ένα χάρισμα που δεν περιγράφεται εύκολα με τη λέξη «στιχουργός». Μπορούσε να κοιτάξει ένα μπιζέλι, ένα αεροπλάνο, μια γειτονιά της Αθήνας, έναν έρωτα που τελείωσε ή μια μικρή καθημερινή γελοιότητα και να ανακαλύψει εκεί μέσα έναν ολόκληρο κόσμο. Όχι επειδή ήθελε να εξωραΐσει την πραγματικότητα, αλλά επειδή ήξερε κάτι που συχνά ξεχνά η τέχνη όταν παίρνει τον εαυτό της υπερβολικά στα σοβαρά: ότι το παιχνίδι μπορεί να είναι ένας πολύ σοβαρός τρόπος να καταλάβεις τη ζωή. Γι’ αυτό και το «Ακόμα κι αν φύγεις…», το μεγάλο αφιέρωμα που παρουσιάζει η Εθνική Λυρική Σκηνή τον Οκτώβριο, έχει ενδιαφέρον πέρα από τη συνήθη τελετουργία μιας αναδρομής. Σε σύλληψη και καλλιτεχνική επιμέλεια της Δήμητρας Γαλάνη, τέσσερις βραδιές —1, 3, 4 και 7 Οκτωβρίου— θα επιχειρήσουν να ξαναφέρουν στη σκηνή αυτό το ιδιόμορφο σύμπαν, με τη Γαλάνη, τη Σαβίνα Γιαννάτου και τον Γιάννη Παλαμίδα, δεκαμελές μουσικό σύνολο και την Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ. Όχι σαν μουσείο, τουλάχιστον αυτή είναι η ενδιαφέρουσα υπόσχεση, αλλά μέσα από νέες ερμηνείες και διαφορετικές μουσικές προσεγγίσεις.

Το έργο της Κριεζή έχει ένα παράξενο χαρακτηριστικό: αρνείται να γεράσει με τον τρόπο που γερνούν συνήθως τα τραγούδια. Η Ρόζα Ροζαλία, το Κοπερτί, η Πτήση 201, ο Γυαλί-ντουνιάς, η Σερενάτα, Τα ήσυχα βράδια δεν επιβιώνουν απλώς επειδή συνδέθηκαν με αναμνήσεις μιας γενιάς. Επιβιώνουν επειδή η γλώσσα τους παραμένει απρόβλεπτη. Δεν ακούγεται σαν κάτι που γράφτηκε για να ταιριάξει σε μια εποχή, σε ένα είδος ή σε μια αγορά. Ακούγεται σαν ένας άνθρωπος που διασκέδαζε ανακαλύπτοντας τι άλλο μπορεί να κάνει μια λέξη. Αυτό ήταν το πραγματικό της ταλέντο. Η Κριεζή δεν αντιμετώπιζε τη γλώσσα ως μεταφορικό μέσο που μεταφέρει ένα έτοιμο συναίσθημα από τον δημιουργό στον ακροατή. Την αντιμετώπιζε σαν ζωντανή ύλη. Την τέντωνε, την πείραζε, τη γύριζε ανάποδα, της έβαζε χιούμορ εκεί όπου περίμενες μελαγχολία και μελαγχολία εκεί όπου νόμιζες ότι βρισκόσουν μέσα σε ένα αστείο. Το συναίσθημα ερχόταν συνήθως λίγο αργότερα, όταν είχες ήδη χαμογελάσει.

Η «Λιλιπούπολη» ήταν η ιδανική επικράτεια για μια τέτοια δημιουργό. Από το 1977, όταν μπήκε στο Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι, η Κριεζή έγραψε τους στίχους των τραγουδιών της εκπομπής και συμμετείχε στα κείμενά της. Εκεί δημιουργήθηκε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα καλό παιδικό ραδιόφωνο. Ένας τόπος όπου η φαντασία, η μουσική, η σάτιρα και η πραγματικότητα μπορούσαν να βρίσκονται στην ίδια πρόταση χωρίς κανείς να αισθάνεται την ανάγκη να εξηγήσει στα παιδιά ποιο τμήμα προοριζόταν για εκείνα και ποιο για τους μεγάλους. Η ίδια θυμόταν εκείνη την περίοδο με μια φράση σχεδόν προκλητική για τη σημερινή πολιτιστική βιομηχανία: «Κάναμε ό,τι θέλαμε, παίζαμε ό,τι θέλαμε». Πίσω από αυτή την ανάμνηση βρίσκεται ίσως το μυστικό ολόκληρου του έργου της. Ο Χατζιδάκις είχε δημιουργήσει έναν χώρο όπου νέοι άνθρωποι μπορούσαν να δοκιμάσουν χωρίς να χρειάζεται πρώτα να αποδείξουν σε κάποιο focus group ότι η ιδέα τους διαθέτει κοινό. Η Κριεζή βρήκε εκεί την ελευθερία να μην αποφασίσει τι ακριβώς ήταν.

Έγραψε ποίηση, παιδικά βιβλία, θέατρο, ραδιοφωνικές εκπομπές και τραγούδια. Συνεργάστηκε με τη Λένα Πλάτωνος, τον Νίκο Κυπουργό, τον Δημήτρη Μαραγκόπουλο, τον Γιάννη Σπανό, τον Λάκη Παπαδόπουλο, τον Διονύση Τσακνή και πολλούς ακόμη. Στο ραδιόφωνο έκανε εκπομπές με τίτλους όπως «Μου το ’πε ένα πουλάκι» και «Το νυχτικό του πύργου» ακόμη και οι τίτλοι μοιάζουν σαν μικρές αποδείξεις ότι για την Κριεζή η πραγματικότητα γινόταν ενδιαφέρουσα ακριβώς τη στιγμή που ξέφευγε ελαφρώς από τη θέση της.

Αλλά θα ήταν αδικία να τη θυμόμαστε αποκλειστικά μέσα από τη λέξη «Λιλιπούπολη». Η Κριεζή έγραψε με την ίδια ακρίβεια για ενηλίκους επειδή, κατά βάθος, δεν αποδέχθηκε ποτέ τη μεγάλη διαχωριστική γραμμή που βάζουμε ανάμεσα στον κόσμο των παιδιών και στον κόσμο των μεγάλων. Στα δικά της τραγούδια, η ενηλικίωση δεν σημαίνει ότι παύεις να παίζεις. Σημαίνει ότι καταλαβαίνεις καλύτερα γιατί το παιχνίδι είναι απαραίτητο. Εκεί βρίσκεται και κάτι βαθύτερα πολιτικό στο έργο της, χωρίς να χρειάζεται να μετατρέψουμε την Κριεζή σε κάτι που δεν ήταν. Η άρνηση της σοβαροφάνειας είναι από μόνη της μια μικρή μορφή αντίστασης. Μια κοινωνία μπορεί να γίνει τρομερά πειθαρχημένη όταν πείσει τους ανθρώπους της ότι ενηλικίωση σημαίνει να εγκαταλείψεις τη φαντασία, την περιέργεια, τη χαρά του παράλογου. Η Κριεζή έκανε ακριβώς το αντίθετο. Σου επέτρεπε να παραμένεις ευάλωτος χωρίς να γίνεσαι μελοδραματικός, ρομαντικός χωρίς να γίνεσαι αφελής, αστείος χωρίς να γίνεσαι επιπόλαιος.

Πέθανε στις 6 Φεβρουαρίου 2022. Αυτό που άφησε όμως δεν μοιάζει με κλειστό έργο που περιμένει επετειακές αναδρομές. Τα τραγούδια της εξακολουθούν να μετακινούνται από γενιά σε γενιά, ίσως επειδή δεν απαιτούν από τον ακροατή να γνωρίζει την εποχή που τα γέννησε. Του ζητούν μόνο να διαθέτει ακόμη λίγη περιέργεια. Έτσι αποκτά πραγματικό νόημα και ο τίτλος «Ακόμα κι αν φύγεις…». Η Δήμητρα Γαλάνη και η Εθνική Λυρική Σκηνή δεν χρειάζεται να «επαναφέρουν» τη Μαριανίνα Κριεζή. Είναι ήδη εδώ. Κάθε φορά που μια φαινομενικά ασήμαντη λέξη ξαφνικά αποκτά δεύτερη ζωή. Κάθε φορά που ένα τραγούδι αρνείται να διαλέξει αν είναι αστείο ή λυπημένο. Κάθε φορά που κάποιος ενήλικος ακούει τη «Λιλιπούπολη» και, για λίγα λεπτά, θυμάται ότι ο κόσμος δεν είναι υποχρεωτικό να είναι μόνο αυτό που φαίνεται.

Η παράσταση «Ακόμα κι αν φύγεις…» παρουσιάζεται στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο ΚΠΙΣΝ στις 1, 3, 4 και 7 Οκτωβρίου 2026, στις 20.00. Τη σκηνοθετική επιμέλεια έχει η Κατερίνα Πετσατώδη, το art direction η Λίλα Σωτηρίου, τα animation η Ειρήνη Βιανέλλη και τους φωτισμούς η Ελευθερία Ντεκώ

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy