Για ένα μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου, το Ιράν υπήρξε επί δεκαετίες μια εικόνα στην τηλεόραση. Μουλάδες, συνθήματα, διαδηλώσεις, πυρηνικά προγράμματα, γεωπολιτικές εντάσεις. Μια χώρα που εμφανιζόταν συνήθως μέσα από το βλέμμα των ειδήσεων και σχεδόν ποτέ μέσα από το βλέμμα των ανθρώπων που ζούσαν εκεί. Η Μαρζάν Σατραπί άλλαξε αυτή την εικόνα. Ο θάνατός της, σε ηλικία 56 ετών, φέρνει ξανά στην επιφάνεια το έργο που την έκανε γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο. Το «Persepolis» δεν ήταν απλώς ένα επιτυχημένο graphic novel. Ήταν ένα βιβλίο που κατάφερε να κάνει κάτι σπάνιο: να μετατρέψει μια χώρα που παρουσιαζόταν ως πολιτικό πρόβλημα σε μια κοινωνία γεμάτη ανθρώπους.
Η ιστορία του είναι γνωστή. Ένα κορίτσι μεγαλώνει στην Τεχεράνη την περίοδο της Ιρανικής Επανάστασης και του πολέμου με το Ιράκ. Παρακολουθεί τον κόσμο γύρω της να αλλάζει διαρκώς πρόσωπο. Εκείνοι που χθες πανηγύριζαν για την πτώση ενός καθεστώτος βρίσκονται λίγο αργότερα αντιμέτωποι με μια διαφορετική μορφή καταπίεσης. Οι βεβαιότητες καταρρέουν, οι φίλοι χάνονται, οι οικογένειες μαθαίνουν να ζουν με τον φόβο. Ακούγεται σαν πολιτικό χρονικό. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι αυτό.
Η Σατραπί δεν ενδιαφερόταν να εξηγήσει την Ιστορία. Την ενδιέφερε να δείξει τι συμβαίνει όταν η ιστορία μπαίνει απρόσκλητη στο σαλόνι σου. Στο «Persepolis» δεν θυμάσαι τα πολιτικά γεγονότα. Θυμάσαι τις μικρές λεπτομέρειες. Τις συζητήσεις των γονιών. Τις απορίες ενός παιδιού που προσπαθεί να καταλάβει γιατί ο κόσμος ξαφνικά μοιάζει διαφορετικός. Την αίσθηση ότι οι μεγάλοι γνωρίζουν περισσότερα από όσα λένε αλλά όχι αρκετά για να σε προστατεύσουν. Αυτή ήταν η μεγάλη δύναμη της Σατραπί ως αφηγήτριας. Δεν έγραψε ποτέ σαν κάποια που ήθελε να διδάξει. Έγραφε σαν κάποια που προσπαθούσε ακόμη να καταλάβει.
Ίσως γι’ αυτό το «Persepolis» άντεξε στον χρόνο περισσότερο από αμέτρητα βιβλία πολιτικής ανάλυσης που κυκλοφόρησαν την ίδια περίοδο. Η πολιτική πραγματικότητα αλλάζει. Οι κυβερνήσεις πέφτουν. Τα συνθήματα ξεθωριάζουν. Η εμπειρία του να μεγαλώνεις μέσα στην αβεβαιότητα παραμένει αναγνωρίσιμη παντού. Υπάρχει και κάτι ακόμη που αξίζει να θυμηθεί κανείς σήμερα.
Όταν κυκλοφόρησε το «Persepolis», τα graphic novels εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζονται από αρκετούς ως ένα περιθωριακό είδος. Η Σατραπί νήκε στη γενιά δημιουργών που απέδειξαν ότι τα σχέδια και τα καρέ μπορούν να σηκώσουν το βάρος μεγάλων ιστορικών αφηγήσεων. Όχι ως υποκατάστατο της λογοτεχνίας αλλά ως μια διαφορετική μορφή λογοτεχνίας. Και το πέτυχε χωρίς εντυπωσιασμούς. Οι σελίδες του «Persepolis» είναι λιτές. Το σχέδιο μοιάζει σχεδόν αυστηρό. Δεν προσπαθεί να κερδίσει τον αναγνώστη με τεχνική δεξιοτεχνία. Τον κερδίζει με ειλικρίνεια.
Σήμερα, σε μια εποχή όπου η εικόνα καταναλώνεται γρήγορα και η πληροφορία ακόμη γρηγορότερα, το βιβλίο της διαβάζεται με έναν παράξενο τρόπο. Σαν υπενθύμιση ότι οι κοινωνίες δεν είναι οι κυβερνήσεις τους. Ότι οι χώρες δεν είναι οι ηγεσίες τους. Ότι πίσω από τις σημαίες, τις συγκρούσεις και τα πρωτοσέλιδα υπάρχουν άνθρωποι που πηγαίνουν σχολείο, ερωτεύονται, φοβούνται, διαφωνούν με τους γονείς τους και προσπαθούν να φτιάξουν μια κανονική ζωή. Αυτό ήταν το πραγματικό επίτευγμα της Marjane Satrapi.
Δεν έκανε τον κόσμο να αγαπήσει το Ιράν. Δεν προσπάθησε καν να τον πείσει για κάτι τέτοιο. Τον έκανε έστω για λίγο, να το δει ως έναν τόπο ανθρώπων και όχι ως έναν τίτλο ειδήσεων. Και αυτό αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολο από όσο ακούγεται.






