Skip to main content

Το Χόλιγουντ δεν έχει ιδιαίτερο πρόβλημα με τους πολιτικοποιημένους σταρ. Έχει μάθει να τους φιλοξενεί και να τους χειροκροτεί. Ένα σύνθημα στα Όσκαρ, μια κονκάρδα στο πέτο, μια ομιλία για τα ανθρώπινα δικαιώματα χωρούν εύκολα στην τελετουργία. Η δυσκολία αρχίζει όταν ένας ηθοποιός σταματά να μιλά γενικά για την αδικία και στρέφει το βλέμμα προς εκείνους που κατέχουν το στούντιο. Κάπου μέσα σε αυτή τη διαφορά βρίσκεται η υπόθεση του Μαρκ Ράφαλο. Η σύγκρουση άρχισε όταν ο Ράφαλο, ένας από τους πιο σταθερούς επικριτές της ισραηλινής πολιτικής στη Γάζα, παρενέβη στη σχεδιαζόμενη εξαγορά της Warner Bros Discovery από την Paramount Skydance. Σε ανάρτησή του συνέδεσε τη συμφωνία με τον Λάρι Έλισον, ιδρυτή της Oracle και πατέρα του επικεφαλής της Paramount Ντέιβιντ Έλισον, και δημοσίευσε βίντεο της Σάφρα Κατζ της Oracle να μιλά για τεχνολογική βοήθεια προς το Ισραήλ. Ο Ράφαλο υποστήριξε ότι τέτοιες τεχνολογίες θα μπορούσαν να βρεθούν μέσα σε έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους media στον κόσμο και χρησιμοποίησε για τη Γάζα τους όρους «γενοκτονία» και «απαρτχάιντ».

Η Paramount αντέδρασε ασυνήθιστα σκληρά. Δήλωσε ότι προβληματίζεται όταν «αντισημιτικά στερεότυπα» επιστρατεύονται στο πλαίσιο μιας επιχειρηματικής διαμάχης και χαρακτήρισε τη χρήση αυτών των όρων για μια εταιρική συναλλαγή «ένα βήμα παραπέρα». Ο Ράφαλο απάντησε ότι η κριτική προς έναν πρωθυπουργό, ένα στρατιωτικό τεχνολογικό συμβόλαιο ή τα στελέχη που το προμηθεύουν δεν ισοδυναμεί με κριτική προς τους Εβραίους. Εκεί θα μπορούσε να έχει τελειώσει η ιστορία, ως ακόμη μία σύγκρουση ανάμεσα σε έναν διάσημο ηθοποιό και μια πανίσχυρη εταιρεία. Αντί γι’ αυτό εμφανίστηκε η επιστολή με τον λιτό τίτλο «Enough!». Περισσότεροι από 180 Εβραίοι καλλιτέχνες, συγγραφείς, σκηνοθέτες και διανοούμενοι —ανάμεσά τους Χοακίν Φίνιξ, Τζόναθαν Γκλέιζερ Τζόελ Κοέν, Τοντ Χέινς, Ιλάνα Γκλέιζερ, Τζέιμς Σέιμους και Τόνι Κούσνερ στάθηκαν στο πλευρό του Ράφαλο. Υποστήριξαν ότι οι κατηγορίες περί αντισημιτισμού χρησιμοποιούνται καταχρηστικά για να απονομιμοποιηθεί η κριτική και έβαλαν τη σύγκρουση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που αφορά τη συγκέντρωση των media, την τεχνολογική ισχύ και τη Γάζα.

Η επιστολή είναι πολιτικό κείμενο και όχι ουδέτερη έκθεση γεγονότων. Συνδέει μεταξύ τους πολλά και σύνθετα ζητήματα, χωρίς πάντα να τεκμηριώνει με την ίδια δύναμη όλα τα συμπεράσματά της. Αυτό όμως δεν κάνει λιγότερο σημαντικό το βασικό ερώτημα: πότε η κατηγορία του αντισημιτισμού προστατεύει από ένα πραγματικό μίσος και πότε αρχίζει να λειτουργεί ως όριο στην πολιτική κριτική;

Η απάντηση δεν είναι ούτε απλή ούτε μονοσήμαντη. Ο αντισημιτισμός παραμένει υπαρκτή απειλή και τα παλιά στερεότυπα που θέλουν τους Εβραίους να ελέγχουν το χρήμα, την πολιτική και τα media έχουν πίσω τους μια σκοτεινή και βίαιη ιστορία. Από την άλλη, αν κάθε έρευνα γύρω από τις επιχειρηματικές ή πολιτικές σχέσεις ενός Εβραίου δισεκατομμυριούχου χαρακτηρίζεται αυτομάτως αντισημιτική, τότε ο ίδιος ο δημόσιος έλεγχος χάνει το νόημά του. Η διάκριση είναι λεπτή, αλλά απαραίτητη.

Οι υπογράφοντες επικαλούνται δημοσκόπηση της Washington Post σύμφωνα με την οποία το 61% των Εβραίων Αμερικανών θεωρούσε ότι το Ισραήλ είχε διαπράξει εγκλήματα πολέμου στη Γάζα και το 39% ότι είχε διαπράξει γενοκτονία. Οι αριθμοί δεν αποδεικνύουν ότι ο Ράφαλο έχει δίκιο σε κάθε διατύπωσή του. Καταρρίπτουν όμως την ιδέα ότι υπάρχει μία ενιαία «εβραϊκή θέση» απέναντι στο Ισραήλ. Και εδώ η ιστορία παύει να αφορά αποκλειστικά τη Γάζα. Η σχεδιαζόμενη συγχώνευση θα έφερνε κάτω από το ίδιο εταιρικό σχήμα στούντιο, τηλεοπτικά δίκτυα, streaming πλατφόρμες και ειδησεογραφικές επιχειρήσεις. Η συμφωνία έχει ήδη προκαλέσει αντιμονοπωλιακή προσφυγή από δώδεκα αμερικανικές πολιτείες. Το ζήτημα επομένως δεν είναι μόνο τι πιστεύει ο Λάρι Έλισον ή τι έγραψε ο Ράφαλο στο Instagram. Είναι πόση ισχύ μπορεί να συγκεντρώνει ένας ιδιωτικός όμιλος πριν η ιδιοκτησία των media γίνει από μόνη της δημοκρατικό ζήτημα.

Τα στούντιο δεν παράγουν μόνο ταινίες και οι πλατφόρμες δεν προσφέρουν απλώς σειρές. Μαζί καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό ποιες ιστορίες θα ακουστούν, ποιοι άνθρωποι θα βρεθούν στο προσκήνιο και ποια γεγονότα θα αποκτήσουν δημόσιο βάρος. Σήμερα αυτή η δύναμη συναντά το cloud, τα δεδομένα, την τεχνητή νοημοσύνη και τις τεχνολογίες επιτήρησης. Η συγκέντρωση δεν αφορά πλέον μόνο το περιεχόμενο, αλλά την αλυσίδα μέσα από την οποία η πληροφορία παράγεται και διανέμεται.

Γι’ αυτό η υπόθεση Ράφαλο έχει σημασία ακόμη κι αν κανείς διαφωνεί μαζί του. Ένας ηθοποιός μπορεί να υπερβάλλει, μια εταιρεία μπορεί να έχει λόγο να αντιδράσει και μια ανοιχτή επιστολή μπορεί να χρησιμοποιεί γλώσσα πιο απόλυτη από όση αντέχουν τα στοιχεία. Όταν όμως όλο και λιγότεροι άνθρωποι ελέγχουν όλο και περισσότερες από τις υποδομές της δημόσιας ζωής, η ερώτηση για τα συμφέροντα, τις σχέσεις και τις πολιτικές τους επιλογές δεν είναι συνωμοσιολογία. Είναι δημοσιογραφία. Το Χόλιγουντ αγαπά τις ιστορίες για την εξουσία. Τις μετατρέπει σε ταινίες, σειρές και βραβεία. Το Χόλιγουντ νιώθει πολύ λιγότερο άνετα όταν το βλέμμα στρέφεται από τους σταρ προς εκείνους που ελέγχουν τα στούντιο, τα δίκτυα, τις πλατφόρμες και την τεχνολογία πίσω από αυτά. Τότε το ερώτημα αλλάζει: δεν είναι πια ποιος βρίσκεται στην οθόνη, αλλά ποιος έχει τον έλεγχό της.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy