Skip to main content

Εξήντα χρόνια μετά την ίδρυσή τους, η ιστορία των Μαύρων Πανθήρων εξακολουθεί να κρύβεται πίσω από τα όπλα και τους μαύρους μπερέδες. Όμως, ένα από τα πιο αποκαλυπτικά κεφάλαιά της γράφτηκε σε μια εκκλησία του Όκλαντ, όπου έντεκα παιδιά κάθισαν να φάνε πρωινό.

Ένα πρωινό του Ιανουαρίου του 1969, έντεκα παιδιά κάθισαν σε μια εκκλησία του Όκλαντ στην Καλιφόρνια για να φάνε πριν πάνε στο σχολείο. Στα πιάτα τους υπήρχαν αυγά, ψωμί και ζεστό φαγητό. Το είχαν ετοιμάσει εθελοντές των Μαύρων Πανθήρων, μιας οργάνωσης που η Αμερική γνώριζε κυρίως από τις εικόνες ανδρών με δερμάτινα μπουφάν, μαύρους μπερέδες και όπλα. Την Παρασκευή της ίδιας εβδομάδας τα παιδιά είχαν γίνει 135. Τέσσερις μήνες αργότερα, το FBI θα χαρακτήριζε το πρόγραμμα δωρεάν πρωινού δυνητικά τη μεγαλύτερη απειλή για τις προσπάθειές του να εξουδετερώσει τους Πάνθηρες. Για το FBI το πρόβλημα δεν ήταν ότι τα παιδιά έτρωγαν. Ήταν ότι εκείνοι που τα τάιζαν αποκτούσαν πολιτική δύναμη.

Οι Μαύροι Πάνθηρες ιδρύθηκαν σαν σήμερα στις 15 Οκτωβρίου 1966 από τον Χιούι Π. Νιούτον και τον Μπόμπι Σιλ. Οι αμερικανικοί νόμοι είχαν ήδη καταργήσει σημαντικές μορφές φυλετικού διαχωρισμού, αλλά στις μαύρες γειτονιές η καθημερινότητα δεν είχε αλλάξει με την ίδια ταχύτητα. Η αστυνομική βία, η ανεργία, οι άθλιες συνθήκες στέγασης και η έλλειψη ιατρικής περίθαλψης εξακολουθούσαν να καθορίζουν τη ζωή χιλιάδων οικογενειών. Οι δύο ιδρυτές πίστευαν ότι οι κοινότητές τους έπρεπε να οργανωθούν και να απαιτήσουν όσα το κράτος δεν τους εξασφάλιζε.

Την ημέρα της ίδρυσης διατύπωσαν το Πρόγραμμα των Δέκα Σημείων. Ζητούσαν εργασία, αξιοπρεπή κατοικία, εκπαίδευση που να διδάσκει τη μαύρη ιστορία, τέλος στην αστυνομική βία και δίκαιη μεταχείριση από τη δικαιοσύνη. Το δέκατο σημείο συνόψιζε τα αιτήματά τους: «Θέλουμε γη, ψωμί, στέγη, εκπαίδευση, ρούχα, δικαιοσύνη και ειρήνη». Αμέσως μετά επικαλούνταν την αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Χρησιμοποιούσαν τις ιδρυτικές αρχές της χώρας για να αμφισβητήσουν τον τρόπο με τον οποίο αυτή αντιμετώπιζε ένα μέρος των πολιτών της. Το ψωμί δεν εμφανίστηκε αργότερα ως επικοινωνιακό τέχνασμα. Βρισκόταν στο πολιτικό τους πρόγραμμα από την πρώτη ημέρα.

Η Αμερική ωστόσο πρόσεξε πρώτα τα όπλα. Στους δρόμους του Όκλαντ ένοπλα μέλη της οργάνωσης παρακολουθούσαν την αστυνομική δραστηριότητα, αξιοποιώντας τη νομοθεσία της Καλιφόρνιας για την ανοιχτή οπλοφορία. Τον Μάιο του 1967, Πάνθηρες εμφανίστηκαν οπλισμένοι στο πολιτειακό Καπιτώλιο, διαμαρτυρόμενοι για έναν νόμο που θα περιόριζε αυτό το δικαίωμα. Οι φωτογραφίες έκαναν τον γύρο της χώρας. Ο νόμος ψηφίστηκε με την υποστήριξη του τότε κυβερνήτη Ρόναλντ Ρίγκαν. Το γεγονός ότι μαύροι πολίτες κρατούσαν όπλα τράβηξε περισσότερη προσοχή από το γιατί είχαν αποφασίσει να τα κρατήσουν.

Οι ίδιοι οι Μαύροι Πάνθηρες καλλιεργούσαν αυτή τη θεαματική εικόνα. Οι μπερέδες και τα δερμάτινα μπουφάν έγιναν πολιτικά σύμβολα, ενώ ο Εμόρι Ντάγκλας, καλλιτεχνικός διευθυντής της εφημερίδας τους, δημιούργησε μια εικαστική γλώσσα που επηρέασε την πολιτική τέχνη για δεκαετίες. Η σχέση τους όμως με τον Τύπο ήταν πιο σύνθετη. Στις 3 Μαΐου 1967, το πρώτο δημοσίευμα των New York Times για την οργάνωση επικεντρωνόταν στους οπλισμένους διαδηλωτές και παρουσίαζε τους Μαύρους Πάνθηρες ως οργάνωση εχθρική προς τους λευκούς. Παρέλειπε να αναδείξει το κάλεσμά τους προς όλους τους Αμερικανούς να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους. Δεκαετίες αργότερα, η ίδια εφημερίδα θα επανεξέταζε κριτικά την κάλυψή της. Οι Πάνθηρες είχαν μάθει να χειρίζονται την εικόνα τους, αλλά δεν μπορούσαν να ελέγξουν τι θα επέλεγαν να δείξουν οι άλλοι.

Πίσω από εκείνες τις φωτογραφίες οργανώνονταν τα λεγόμενα «προγράμματα επιβίωσης»: δωρεάν κλινικές, εξετάσεις για τη δρεπανοκυτταρική αναιμία, εκπαιδευτικά προγράμματα, διανομές τροφίμων και μεταφορές συγγενών κρατουμένων προς τις φυλακές. Δενήταν για φιλανθρωπική δραστηριότητα παράλληλη με την πολιτική. Για τους Μαύρους Πάνθηρες η κοινωνική φροντίδα ήταν πολιτική. Τι νόημα είχαν οι διακηρύξεις περί ίσων ευκαιριών όταν ένα παιδί πήγαινε νηστικό στο μάθημα ή μια οικογένεια δεν μπορούσε να πληρώσει τον γιατρό;

Η οργάνωση του πρωινού είχε αρχίσει ήδη από το φθινόπωρο του 1968. Η Ρουθ Μπέκφορντ, δασκάλα χορού και μέλος της ενορίας του Αγίου Αυγουστίνου, συνεργάστηκε με τον ιερέα Ερλ Νιλ ώστε η εκκλησία να φιλοξενήσει το πρόγραμμα. Έπρεπε να δημιουργηθεί κατάλληλος χώρος, να βρεθούν τρόφιμα, εθελοντές και χρήματα. Στις 4 Ιανουαρίου 1969, η εφημερίδα The Black Panther απηύθυνε δημόσια έκκληση για βοήθεια. Το ερώτημα ήταν απλό: πώς μπορεί να μάθει ένα παιδί όταν το στομάχι του είναι άδειο; Στην ίδια ανακοίνωση οι συντάκτες επισήμαιναν ότι τα σχολεία και οι εκπαιδευτικές αρχές θα έπρεπε να έχουν οργανώσει ένα τέτοιο πρόγραμμα από καιρό.

Κάθε πρωί εθελοντές μαγείρευαν και υποδέχονταν παιδιά πριν χτυπήσει το κουδούνι. Η δουλειά απαιτούσε προμήθειες, καθαριότητα και συνέπεια, όχι μόνο πολιτικές πεποιθήσεις. Το πρόγραμμα εξαπλώθηκε σε άλλες πόλεις, στηριγμένο σε δωρεές, σε εκκλησίες και σε ανθρώπους που δεν ήταν απαραίτητα μέλη της οργάνωσης. Ένας γονιός μπορούσε να διαφωνεί με τη ρητορική των Μαύρων Πανθήρων και ταυτόχρονα να τους εμπιστεύεται επειδή το παιδί του είχε να φάει. Αυτή η εμπιστοσύνη ήταν το αποτέλεσμα που ανησύχησε τις ομοσπονδιακές αρχές.

Σε υπηρεσιακό υπόμνημα της 15ης Μαΐου 1969, το FBI περιέγραφε το δωρεάν πρωινό ως ιδιαίτερα επιτυχημένο μέσο απόκτησης ευνοϊκής δημοσιότητας και κοινωνικής επιρροής. Το χαρακτήριζε δυνητικά τη μεγαλύτερη απειλή για τις προσπάθειες «εξουδετέρωσης» των Πανθήρων. Στο πλαίσιο του σχεδίου COINTELPRO, το FBI παρακολουθούσε, διείσδυε και επιχειρούσε να υπονομεύσει οργανώσεις που θεωρούσε επικίνδυνες. Άλλο υπηρεσιακό έγγραφο εξέταζε τη δυνατότητα παρέμβασης σε εκκλησίες και υποστηρικτές των συσσιτίων, ώστε να διακοπεί η δράση τους. Το κράτος δεν αντιμετώπιζε μόνο τα όπλα ως απειλή αλλά και την αποδοχή που μπορούσε να δημιουργήσει ένα πιάτο φαγητό.

Ακόμη και η δημοσιογραφική κάλυψη του πρωινού συχνά έβλεπε περισσότερο την πιθανή πολιτική κατήχηση παρά την πείνα. Τον Ιούνιο του 1969, οι New York Times δημοσίευσαν σχετικό ρεπορτάζ που συνέδεε ήδη από τον τίτλο τη σίτιση με την πολιτική των Μαύρων Πανθήρων. Τα προγράμματα είχαν πράγματι ιδεολογικό περιεχόμενο· η κριτική εξέτασή τους ήταν θεμιτή. Το ερώτημα όμως παρέμενε: γιατί η συζήτηση περιστρεφόταν διαρκώς γύρω από τις προθέσεις εκείνων που πρόσφεραν φαγητό και όχι γύρω από τις συνθήκες που άφηναν τόσα παιδιά πεινασμένα;

Αυτό δεν κάνει τους Μαύρους Πάνθηρες αψεγάδιαστους. Μέλη τους ενεπλάκησαν σε περιστατικά βίας, ενώ η οργάνωση γνώρισε σκληρές εσωτερικές συγκρούσεις, αυταρχισμό και σεξισμό. Η συστηματική δράση του FBI συνέβαλε σημαντικά στην αποδυνάμωση των Μαύρων Πανθήρων, αλλά η παρακμή της οργάνωσης συνδέθηκε και με τις δικές της εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις. Η δημόσια εικόνα της έκρυβε επίσης τον ρόλο των γυναικών, που οργάνωναν συσσίτια, κλινικές και σχολεία, ενώ συχνά αντιμετώπιζαν ανισότητες μέσα στην ίδια την οργάνωση. Η Ελέιν Μπράουν ανέλαβε την ηγεσία της από το 1974 έως το 1977. Η Έρικα Χάγκινς διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο εκπαιδευτικό της έργο. Οι γυναίκες δεν ήταν απλώς οι αθέατες βοηθοί των ένοπλων ανδρών που φωτογράφιζαν τα περιοδικά.

Σήμερα, εξήντα χρόνια μετά την ίδρυση των Μαύρων Πανθήρων, μια συγκεκριμένη ιστορία επιβιώνει στο Σιάτλ. Εκεί την 1η Δεκεμβρίου 1969, το τοπικό τμήμα άνοιξε τη Sidney Miller Free Medical Clinic. Η δομή έκλεισε προσωρινά το 1977, αλλά επαναλειτούργησε το 1979 ως Carolyn Downs Family Medical Center, παίρνοντας το όνομα μιας νεαρής ακτιβίστριας που είχε πεθάνει από καρκίνο. Από τις δεκατρείς κλινικές που ίδρυσαν οι Πάνθηρες, είναι η μοναδική που εξακολουθεί να λειτουργεί. Μαζί με τη συνεργαζόμενη Country Doctor Community Clinic εξυπηρετεί δεκάδες χιλιάδες ασθενείς ετησίως, σύμφωνα με το Associated Press.

Η Μπράντι Τέιλορ, επικεφαλής των δύο δομών, εξηγεί ότι η ιατρική φροντίδα δεν μπορούσε τότε να αποσυνδεθεί από την τροφή, τη στέγη και την εκπαίδευση. Το ίδιο ερώτημα επανέρχεται σήμερα, στις εκδηλώσεις για τα εξήντα χρόνια από την ίδρυση της οργάνωσης στο Όκλαντ. Οι Μαύροι Πάνθηρες άφησαν πίσω τους μια ιστορία που αξίζει να εξεταστεί χωρίς εξιδανικεύσεις, αλλά και χωρίς να περιοριστεί στις φωτογραφίες των όπλων. Στο Σιάτλ, όσοι περνούν την πόρτα της κλινικής δεν χρειάζεται να γνωρίζουν το Πρόγραμμα των Δέκα Σημείων ή να συμμερίζονται τις απόψεις του Χιούι Νιούτον. Χρειάζονται έναν γιατρό. Οι Μαύροι Πάνθηρες έχουν πάψει προ πολλού να υπάρχουν ως οργάνωση. Η ανάγκη που τους οδήγησε να ανοίξουν εκείνη την πρώτη κλινική παραμένει.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;