Skip to main content

Αν ο Μελ Μπρουκς είχε γράψει ο ίδιος το σενάριο για τα εκατοστά του γενέθλια, πιθανότατα κάποιος θα έπεφτε από τη σκηνή, ένας δικτάτορας θα τραγουδούσε σε μιούζικαλ, ένας σερίφης θα κοιτούσε απορημένος την κάμερα και ο ίδιος θα διέκοπτε την τελετή μόνο και μόνο για να διορθώσει το punchline. Η σοβαρότητα δεν του άρεσε ποτέ. Όχι επειδή δεν καταλάβαινε τη σημασία της. Αλλά επειδή ήξερε πόσο εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε εξουσία. Ο Μελ Μπρουκς έγινε εκατό ετών. Σε οποιονδήποτε άλλο δημιουργό, μια τέτοια επέτειος θα ήταν αφορμή για έναν απολογισμό. Στη δική του περίπτωση μοιάζει περισσότερο με συνέχεια μιας συζήτησης που κρατά σχεδόν έναν αιώνα. Γιατί ο Μπρουκς δεν υπήρξε απλώς ένας από τους μεγαλύτερους κωμικούς της αμερικανικής ιστορίας. Υπήρξε ένας άνθρωπος που χρησιμοποίησε το γέλιο για να κάνει κάτι πολύ πιο δύσκολο από το να διασκεδάσει το κοινό. Να απογυμνώσει τον φόβο.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο μυστικό του. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η κωμωδία υπάρχει για να μας απομακρύνει από την πραγματικότητα. Ο Μπρουκς έκανε ακριβώς το αντίθετο. Την πλησίαζε τόσο πολύ, ώστε στο τέλος αποκάλυπτε πόσο γελοία μπορεί να γίνει όταν κάποιος τη θεωρεί αδιαμφισβήτητη. Γεννήθηκε το 1926 στο Μπρούκλιν ως Μέλβιν Καμίνσκι. Ο πατέρας του πέθανε όταν εκείνος ήταν μόλις δύο ετών. Μεγάλωσε μέσα στη Μεγάλη Ύφεση, ήταν ο πιο κοντός σχεδόν σε κάθε τάξη και έμαθε από πολύ νωρίς ότι ο κόσμος δεν χαρίζεται στους αδύναμους. Αργότερα εξηγούσε ότι χρειαζόταν ένα όπλο για να προστατεύεται από τα μεγαλύτερα παιδιά. Δεν διάλεξε τις γροθιές. Διάλεξε τα αστεία. Η λεπτομέρεια μοιάζει ασήμαντη αλλά εξηγεί ολόκληρη την καριέρα του. Για τον Μελ Μπρουκς το χιούμορ δεν ήταν ταλέντο. Ήταν άμυνα. Και όταν κάτι γεννιέται ως άμυνα, δύσκολα το εγκαταλείπεις ποτέ. Στα δεκατέσσερά του άρχισε να δουλεύει στα ξενοδοχεία των Catskills, εκεί όπου γεννήθηκε μεγάλο μέρος της εβραϊκής αμερικανικής κωμωδίας. Το βράδυ παρακολουθούσε τους κωμικούς της εποχής. Λίγο αργότερα ανέβηκε και ο ίδιος στη σκηνή. Δεν προσπαθούσε ακόμη να γίνει σταρ. Προσπαθούσε να ανακαλύψει μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένα αστείο. Η περιέργεια αυτή δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.

Αυτό έγινε ακόμη πιο εμφανές λίγα χρόνια αργότερα, όταν βρέθηκε να υπηρετεί στον αμερικανικό στρατό στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η γενιά του δεν διάβασε απλώς για τον ναζισμό. Τον είδε από κοντά. Είδε τι συμβαίνει όταν ο φόβος οργανώνεται, αποκτά σύμβολα, στολές και τελετουργίες. Πολλοί καλλιτέχνες αφιέρωσαν τη ζωή τους στο να εξηγήσουν αυτή την εμπειρία. Ο Μπρουκς αποφάσισε να κάνει κάτι πιο παράδοξο. Να τη σατιρίσει. Χρειάζεται πολύ μεγαλύτερο θάρρος για να γελοιοποιήσεις έναν δικτάτορα παρά για να τον καταγγείλεις. Η καταγγελία επιβεβαιώνει τη δύναμή του. Η γελοιοποίηση την αφαιρεί.

Το The Producers (Αυτοί οι Τρελοί, Τρελοί Παραγωγοί) δεν έγινε κλασικό μόνο επειδή ήταν μια εξαιρετική κωμωδία. Έγινε κλασικό επειδή έκανε κάτι που μέχρι τότε έμοιαζε σχεδόν αδιανόητο. Έβαλε τον Χίτλερ στο κέντρο ενός αποτυχημένου μιούζικαλ και τον μετέτρεψε από σύμβολο τρόμου σε αντικείμενο χλευασμού. Ο Μπρουκς είχε καταλάβει ότι οι δικτάτορες τρέφονται από τον φόβο. Το γέλιο είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να τους τον στερήσεις. Από εκεί και πέρα όλη η καριέρα του μοιάζει να υπακούει στον ίδιο κανόνα. Tο Μπότες, Σπιρούνια και Καυτές Σέλες δεν σατίριζε το γουέστερν. Κοροϊδεύει τον τρόπο με τον οποίο η Αμερική αποφάσισε να αφηγηθεί τον εαυτό της. Το ίδιο συμβαίνει και με το Φρανκενστάιν Τζούνιορ. Δεν σατίριζε τις ταινίες τρόμου. Τιμούσε την αισθητική τους, ενώ ταυτόχρονα αποκάλυπτε πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στο δέος και στη γελοιότητα. Το Μπαλάκια Τρίτου Τύπου δεν είχε στόχο το Star Wars. Είχε στόχο την τάση κάθε μεγάλης επιτυχίας να αντιμετωπίζει τον εαυτό της σαν κάτι ιερό. Αυτό είναι το σημείο όπου ο Μελ Μπρουκς διαφέρει από δεκάδες άλλους κωμικούς. Δεν έκανε ποτέ κωμωδία εναντίον των αδύναμων.

Οι πραγματικά μεγάλοι σατιρικοί δεν χτυπούν προς τα κάτω. Δεν γελούν με εκείνον που δεν μπορεί να απαντήσει. Ο Μπρουκς το ήξερε ενστικτωδώς. Στις ταινίες του στόχος δεν ήταν ποτέ ο αδύναμος. Ήταν ο δικτάτορας, ο σερίφης, ο επιστήμονας που πίστευε ότι είναι Θεός, ο ήρωας που είχε αρχίσει να παίρνει υπερβολικά στα σοβαρά τον εαυτό του, ακόμη και ολόκληρα κινηματογραφικά είδη που είχαν ξεχάσει πως κάποτε δημιουργήθηκαν για να ψυχαγωγούν και όχι για να λατρεύονται. Γι’ αυτό οι ταινίες του εξακολουθούν να αντέχουν περισσότερο από πολλές σύγχρονες σάτιρες. Δεν βασίζονται στην επικαιρότητα. Βασίζονται σε κάτι πολύ πιο διαχρονικό: στην ανθρώπινη αλαζονεία.

Πίσω όμως από αυτή τη φαινομενικά ανεξέλεγκτη ενέργεια υπήρχε ένας δημιουργός με απρόσμενη πνευματική περιέργεια. Στα χρόνια του Your Show of Shows, ο συνάδελφός του Μελ Τόλκιν τού έδωσε να διαβάσει τις Νεκρές Ψυχές του Νικολάι Γκόγκολ. Ο Μπρουκς ανακάλυψε ότι η μεγάλη λογοτεχνία μπορούσε να είναι τόσο παράλογη όσο και η καλύτερη κωμωδία. Από τότε διάβαζε μανιωδώς τους Ρώσους κλασικούς, όχι για να μοιάζει διανοούμενος, αλλά γιατί αναζητούσε ανθρώπους αρκετά γενναίους ώστε να σπρώχνουν τη φαντασία μέχρι τα άκρα. Αυτό εξηγεί και μια επιλογή που λίγοι θυμούνται σήμερα.

Όταν αποφάσισε να γίνει παραγωγός στο The Elephant Man του Ντέιβιντ Λιντς, αφαίρεσε το όνομά του από τις αφίσες και το διαφημιστικό υλικό. Δεν ήθελε το κοινό να πιστέψει ότι επρόκειτο για κωμωδία μόνο και μόνο επειδή έβλεπε το όνομά του. Ήξερε πότε να κυριαρχεί στη σκηνή και πότε να αποσύρεται για να αναπνεύσει το έργο ενός άλλου δημιουργού. Είναι μια σπάνια μορφή γενναιοδωρίας για έναν άνθρωπο που είχε κάθε λόγο να απολαμβάνει τη δημοσιότητα. Η ίδια γενναιοδωρία χαρακτήριζε και τις σχέσεις του.

Ο Καρλ Ράινερ, ο Τζιν Γουάιλντερ, η Μαντλίν Καν, ο Σιντ Σίζαρ δεν ήταν απλώς συνεργάτες. Ήταν άνθρωποι με τους οποίους έχτισε έναν ολόκληρο τρόπο να αντιλαμβάνεται την κωμωδία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γουάιλντερ έλεγε πως αν δεν είχε γνωρίσει τον Μελ Μπρουκς, πιθανότατα θα είχε καταλήξει σε ψυχιατρική κλινική. Ο Μπρουκς δεν έδινε μόνο ατάκες στους συνεργάτες του. Τους έδινε θάρρος.

Το ίδιο συνέβη και στη ζωή του με την Αν Μπάνκροφτ. Έμειναν μαζί σαράντα ένα χρόνια, μέχρι τον θάνατό της το 2005. Όταν αργότερα τον ρώτησαν γιατί δεν ξαναπαντρεύτηκε, απάντησε με μια φράση που δεν είχε ανάγκη από δεύτερο αστείο: «Όταν έχεις υπάρξει παντρεμένος με την Αν Μπάνκροφτ, οι υπόλοιπες γυναίκες δεν σου φαίνονται ιδιαίτερα ελκυστικές». Για έναν άνθρωπο που μπορούσε να γελάσει με τα πάντα, αυτή η πρόταση ήταν ίσως η πιο συγκινητική που είπε ποτέ.

Σήμερα είναι εύκολο να μετρήσει κανείς τα βραβεία του. Oscar, Emmy, Grammy και Tony. Ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους στην ιστορία που κατάφεραν να κατακτήσουν και τα τέσσερα. Είναι εύκολο επίσης να απαριθμήσει τις ταινίες, τις τηλεοπτικές επιτυχίες, τα μιούζικαλ, τις συνεργασίες και την τεράστια επιρροή του στην αμερικανική κωμωδία. Όλα αυτά όμως περιγράφουν το μέγεθός του. Δεν εξηγούν τη σημασία του.

Σε μια εποχή όπου η δημόσια συζήτηση γίνεται ολοένα πιο θυμωμένη, οι άνθρωποι χωρίζονται διαρκώς σε στρατόπεδα και η παραμικρή διαφωνία μετατρέπεται σε λόγο ακύρωσης, ο Μελ Μπρουκς υπενθυμίζει κάτι που μοιάζει σχεδόν ξεχασμένο. Η κωμωδία δεν υπάρχει για να προστατεύει τις βεβαιότητές μας. Υπάρχει για να τις δοκιμάζει. Δεν χαϊδεύει την εξουσία. Την ξεγυμνώνει. Οι ταινίες του εξακολουθούν να είναι τόσο ζωντανές γιατί μιλούν για κάθε εποχή που παίρνει υπερβολικά στα σοβαρά τον εαυτό της. Κάποτε ο Μελ Μπρουκς έγραψε ότι το γέλιο είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας απέναντι στον θάνατο. Δεν υπάρχει καλύτερη περιγραφή ούτε για την τέχνη του ούτε για τη ζωή του. Όταν τον ρώτησαν ποιο είναι το μυστικό για να ζήσεις πολλά χρόνια, απάντησε όπως μόνο εκείνος μπορούσε: «Μην πεθάνετε». Ήταν αστείο, όπως σχεδόν όλα όσα έλεγε. Αλλά μόνο μέχρι ενός σημείου.

Ο Μελ Μπρούκς δεν μας έμαθε απλώς να γελάμε. Μας έμαθε να αντιμετωπίζουμε την εξουσία, την απώλεια και τον ίδιο τον χρόνο χωρίς να τους παραχωρούμε το δικαίωμα να καθορίζουν ολοκληρωτικά τη ζωή μας. Άλλωστε αυτό έκανε πάντα. Δεν νίκησε τον θάνατο. Του χάλασε ξανά και ξανά τη σοβαρότητα.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)