Στις 21 Οκτωβρίου 1981 η Μελίνα Μερκούρη ανέλαβε το Υπουργείο Πολιτισμού. Από τα πρώτα ΔΗΠΕΘΕ μέχρι το «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός», τι έχει αλλάξει στην πρόσβαση των ανθρώπων της περιφέρειας στην τέχνη;
Το καλοκαίρι του 2026 ο «Επιθεωρητής» του Γκόγκολ ταξίδεψε σε γειτονιές της Πάτρας και κοινότητες της Δυτικής Ελλάδας. Το «Άρμα Θέσπιδος», η περιοδεύουσα σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, έφερε το έργο κοντά σε ανθρώπους που δεν χρειάστηκε να αγοράσουν εισιτήριο ή να μετακινηθούν προς ένα κεντρικό θέατρο. Την ίδια περίοδο, αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία σε όλη τη χώρα φιλοξενούσαν νέες μουσικές και θεατρικές δημιουργίες. Από την Οικία Τατάνη στην Αμαλιάδα μέχρι το Κάτω Καστρίτσι και το Μεσολόγγι, οι κάτοικοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν θέατρο στον τόπο τους, χωρίς να χρειαστεί να ταξιδέψουν σε μια μεγάλη πόλη. Το ερώτημα είναι τι απομένει όταν τελειώσει η παράσταση.
Στις 21 Οκτωβρίου 1981 η Μελίνα Μερκούρη ανέλαβε το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών. Η ηθοποιός που είχε γνωρίσει τη διεθνή επιτυχία και είχε αντισταθεί στη δικτατορία βρέθηκε τώρα αντιμέτωπη με κάτι λιγότερο φωτογενές από τον κόσμο του κινηματογράφου. Τη λειτουργία των δημόσιων θεσμών. Η διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα θα γινόταν το διεθνώς αναγνωρίσιμο κεφάλαιο της πολιτικής της διαδρομής. Μια άλλη επιλογή της όμως επηρέασε τη ζωή μακριά από τις αίθουσες των διεθνών συναντήσεων.

Το 1983 ιδρύθηκαν τα πρώτα έξι Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα, στην Καλαμάτα, το Αγρίνιο, τα Ιωάννινα, τη Λάρισα, τη Βέροια και τα Χανιά. Δεν ανακάλυψε η Μερκούρη το θέατρο της περιφέρειας. Προϋπήρχαν δημιουργοί, θίασοι και πολιτιστικοί σύλλογοι που εργάζονταν με λίγα μέσα. Εκείνο που άλλαξε ήταν η φιλοδοξία της συνέχειας. Μια πόλη να μην περιμένει απλώς μια περιοδεία από την πρωτεύουσα, αλλά να μπορεί να παράγει δικές της παραστάσεις, να απασχολεί επαγγελματίες και να καλλιεργεί το δικό της κοινό.
Το σχέδιο δεν ήταν απαλλαγμένο από αντιφάσεις. Η ίδρυση ενός θεάτρου δεν σημαίνει ότι η πόλη αποκτά αμέσως καλλιτεχνική αυτονομία. Οι τοπικές διοικήσεις αλλάζουν, οι προϋπολογισμοί πιέζονται και η σχέση με το κοινό πρέπει να χτίζεται ξανά κάθε σεζόν. Η υπόσχεση της Μερκούρη ήταν περισσότερο μια αρχή παρά να αποκτήσει η πολιτιστική περιφέρεια θεσμούς που θα μπορούσαν να επιβιώσουν πέρα από την πολιτική συγκυρία που τους γέννησε. Αυτό ήταν και το δυσκολότερο στοίχημα.
Η διάκριση παραμένει κρίσιμη. Η πρόσβαση στην τέχνη δεν εξαντλείται στο αν ένα εισιτήριο είναι φθηνό ή δωρεάν. Εξαρτάται από το αν υπάρχει κοντά σου μια σκηνή, αν ένα παιδί μπορεί να επιστρέψει σε αυτήν, αν ο νέος ηθοποιός μπορεί να εργαστεί χωρίς να εγκαταλείψει τον τόπο του. Το θέατρο δεν είναι μόνο η παράσταση που βλέπουμε. Είναι οι άνθρωποι των προβών, οι τεχνικοί που εργάζονται, οι μαθητές που δοκιμάζουν τη φωνή τους μπροστά σε άλλους. Μια δημόσια πολιτική αποκτά αποτύπωμα όταν δημιουργεί αυτή τη συνέχεια.

Η Ελλάδα του 2026 ωστόσο δεν είναι η Ελλάδα του 1981. Το 2020 μέσα στις δύσκολες συνθήκες της πανδημίας, με πρωτοβουλία της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη, δημιουργήθηκε ο θεσμός «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός». Μια νέα δημόσια παρέμβαση που συνέδεσε τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία με την πολιτιστική κληρονομιά. Το καλοκαίρι του 2026 το πρόγραμμα περιέλαβε 95 νέες παραγωγές και 190 εκδηλώσεις σε 94 αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και μουσεία, σε δώδεκα περιφέρειες εκτός Αττικής. Συμμετείχαν περισσότεροι από 900 καλλιτέχνες, με προϋπολογισμό περίπου 2,85 εκατομμύρια ευρώ, ενώ οι εκδηλώσεις προσφέρονταν δωρεάν. Πρόκειται για σημαντική παρέμβαση που φέρνει σύγχρονη δημιουργία σε τόπους όπου τέτοιες συναντήσεις είναι σπανιότερες.
Ένα μνημείο που συχνά αντιμετωπίζουμε ως ακίνητο ίχνος του παρελθόντος, μετατρέπεται για λίγο σε τόπο ζωντανής δημιουργίας. Καλλιτέχνες παρουσιάζουν καινούργια έργα, το κοινό συναντά διαφορετικές μορφές τέχνης και η πολιτιστική κληρονομιά αποκτά μια νέα σχέση με το παρόν. Θα ήταν άδικο να υποτιμήσουμε αυτό το επίτευγμα για να κατασκευάσουμε μια βολική εικόνα εγκατάλειψης της ελληνικής περιφέρειας.


Αλλά οι θεσμοί δεν είναι ίδιοι. Το «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» αναπτύσσεται κυρίως σε δύο καλοκαιρινούς μήνες. Ένα ΔΗΠΕΘΕ καλείται να λειτουργεί και τον Νοέμβριο, να διατηρεί πρόβες και εργαστήρια, να συνεργάζεται με σχολεία, να στηρίζει μια τοπική δημιουργική κοινότητα. Το ένα μπορεί να δώσει μια εξαιρετική βραδιά. Το άλλο μπορεί να εξασφαλίσει ότι θα υπάρχει και επόμενη. Δεν χρειάζεται να διαλέξουμε ποιο είναι σπουδαιότερο. Χρειάζεται να δούμε αν συμπληρώνουν πράγματι το ένα το άλλο.
Στην Πάτρα η απάντηση περνά αναπόφευκτα από τον προϋπολογισμό. Στο εγκεκριμένο πρόγραμμα του ΔΗΠΕΘΕ για το 2026, ο Δήμος προβλέπεται να καλύψει με 750.000 ευρώ τη διαφορά ανάμεσα στα συνολικά έσοδα και έξοδα της επιχείρησης. Στα προβλεπόμενα έσοδα περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, 80.000 ευρώ από το Υπουργείο Πολιτισμού και 25.000 από την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, βάσει προγραμματικών συμφωνιών. Τα ποσά ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες και δεν επιτρέπουν μια απλουστευτική σύγκριση. Φανερώνουν ωστόσο πόσο καθοριστική είναι η οικονομική συμμετοχή του δήμου. Η ίδια η διοίκηση του θεάτρου επισημαίνει ότι η μειωμένη κρατική επιχορήγηση δυσκολεύει τη λειτουργία των περιφερειακών σκηνών.

Παρ’ όλα αυτά το «Άρμα Θέσπιδος», μια πρωτοβουλία του Κώστα Καζάκου, συμπλήρωσε έντεκα χρόνια διαδρομής. Στα Ιωάννινα το ΔΗΠΕΘΕ ανακοίνωσε για την περίοδο 2026–2027 εργαστήρια για παιδιά, εφήβους, ενήλικες, μεγαλύτερους ανθρώπους και άτομα με αναπηρία, καθώς και δράσεις σε δομές προσφύγων. Εδώ η αποκέντρωση αποκτά ένα δεύτερο νόημα: δεν αφορά μόνο τη γεωγραφία, αλλά και ποιος αισθάνεται ότι έχει θέση μέσα σε έναν πολιτιστικό θεσμό.
Αυτό ακριβώς διαχωρίζει το πολιτιστικό γεγονός από το πολιτιστικό αποτύπωμα. Η επιτυχία μιας περιοδείας μπορεί να καταγραφεί με προσέλευση και χειροκρότημα. Η επιτυχία μιας πολιτικής φαίνεται αργότερα: στον άνθρωπο που γράφτηκε σε ένα εργαστήριο, στον επαγγελματία που βρήκε ξανά δουλειά, στον δήμο που μπορεί να προγραμματίσει την επόμενη παραγωγή χωρίς να ξεκινά κάθε φορά από το μηδέν. Δεν διαθέτουμε συγκρίσιμα πανελλαδικά στοιχεία για όλες αυτές τις διαδρομές. Χωρίς αυτά τα στοιχεία είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε τι έχει πραγματικά πετύχει η πολιτιστική αποκέντρωση και σε ποιους τομείς εξακολουθεί να υστερεί

Η πολιτιστική πολιτική συνεχίζει να αναζητά εργαλεία, από τις σταθερές περιφερειακές δομές μέχρι τα νεότερα Πολιτιστικά Masterplans για ελληνικές πόλεις και νησιά. Κανένας σχεδιασμός όμως δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο από τον αριθμό των ανακοινώσεων ή των εκδηλώσεων. Χρειάζεται να ξέρουμε πόσες παραγωγές γίνονται εκτός Αττικής, πόσοι καλλιτέχνες βρίσκουν σταθερή εργασία, πόσοι κάτοικοι επιστρέφουν στις αίθουσες και τι συμβαίνει στους τόπους που μένουν έξω από τον χάρτη των διοργανώσεων.
Σαράντα πέντε χρόνια μετά, η ουσιαστικότερη αναφορά στη Μελίνα Μερκούρη είναι να εξετάσουμε τι απέγιναν οι ιδέες που προσπάθησε να μετατρέψει σε πράξη. Η πολιτική της κληρονομιά δεν βρίσκεται στο ότι έλυσε οριστικά το πρόβλημα, αλλά στο ότι βοήθησε να αναγνωριστεί ως δημόσια ευθύνη. Σήμερα η Ελλάδα διαθέτει περισσότερες παραγωγές, διαδρομές και πολιτιστικές ευκαιρίες από τότε. Το ανοιχτό ζήτημα είναι αν μπορεί να προσφέρει και διάρκεια. Γιατί η πραγματική αποκέντρωση δεν μετριέται μόνο από το πόσο μακριά ταξιδεύει μια παράσταση. Μετριέται από το αν οι άνθρωποι μπορούν να δημιουργούν στον τόπο τους.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







