Skip to main content

Υπάρχουν δημιουργοί που ανεβάζουν παραστάσεις, και υπάρχουν δημιουργοί που φτιάχνουν καταφύγια. Η Σοφία Φιλιππίδου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Σε εκείνους που, μέσα στις ρωγμές της εποχής, επιμένουν να στήνουν μικρές φωλιές ποίησης, σαρκασμού και αλήθειας. Στο «Μαγαζάκι της Τ3χνης», τον προσωπικό της θύλακα ελευθερίας, επιστρέφει με το «Συγγνώμη Κύριε Μπέκετ», μια κωμικοτραγική παρωδία που μοιάζει με γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ και τελικά αποφάσισε να ξεφύγει από τα συρτάρια.

Συνομιλεί με τον Μπέκετ χωρίς ευλάβεια, τον αποδομεί χωρίς ενοχές, και ταυτόχρονα εκθέτει, με την ευγένεια και την αφέλεια ενός παιδιού που λέει μόνο αλήθεια, τον δικό της φόβο, τη δική της πτώση, τη δική της επιθυμία για δημιουργία. Σε αυτή τη συνέντευξη, η Φιλιππίδου ξεδιπλώνει έναν εσωτερικό κόσμο που μοιάζει να κινείται ανάμεσα στο σκοτάδι και στο γέλιο, στο παράλογο και στην αποδοχή, στην αυταπάτη της σκηνής και στην ωμή διαύγεια της ζωής. Και κάπως έτσι, μέσα από αυτή τη θεατρική παρενόχληση προς τον κύριο Μπέκετ, η Σοφία Φιλιππίδου βρίσκει πάλι έναν δρόμο. Έναν δρόμο που οδηγεί — πού αλλού; — εκεί όπου το θέατρο θυμίζει ακόμη ανάγκη και όχι επάγγελμα.

Αν ο Μπέκετ καθόταν απέναντί σας τώρα, πάνω σε μια παλιά ξύλινη καρέκλα, και σας ρωτούσε: “Γιατί με ξαναενοχλείς;” Τι θα του απαντούσατε;

Γιατί σας αγαπώ κύριε Μπέκετ, γιατί σας θαυμάζω και σας εκτιμώ και θα ήθελα με την ευκαιρία να σας πω, πόσο πολύ κουράστηκα να σας καταλάβω, πόσο πολύ με βασάνισε η ακινησία μέσα στον λόφο με το καμένο χόρτο στις «Ευτυχισμένες μέρες» που ερμήνευσα, και πόσο πολύ αυτό με άλλαξε σαν ηθοποιό αλλά και σαν άνθρωπο.

Γιατί ζητάτε “συγγνώμη”; Από ποιον ακριβώς; Από τον Μπέκετ ή από τη Σοφία που δεν προσέξατε αρκετά;

Στην περίπτωση του έργου μου του θεατρικού, ζητάω ένα συγγνώμη ευγένειας από τo νομπελίστα συγγραφέα γιατί εμφανίζω επί σκηνής τον αναμενόμενο Γκοντό και τον κάνω έξω φρενών, αφού το κλειδί του έργου (περιμένοντας τον Γκοντό)  είναι οι δυο ήρωες του (Βλαντιμίρ και Εστραργκόν) να περιμένουν κι αυτός να μην έρχεται. Και επιπλέον καλού κακού νομίζω πως  πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με  τα μεγάλα πνεύματα των πεθαμένων συγγραφέων.

Ο Μπέκετ έλεγε πως “τίποτα δεν είναι πιο γελοίο από τη δυστυχία”. Εσείς, στη σκηνή, πού συναντήσατε το δικό σας «γελοίο» και πού το δικό σας σκοτάδι;

Το δικό μου «γελοίο» επεδίωξα να το συναντήσω ως ξόρκι στην σοβαροφάνεια που υπάρχει άφθονη γύρω μου. Τη στιγμή που πετυχαίνω μια ισορροπία πάνω στο σχοινί της υποκριτικής μου τέχνης, την ίδια στιγμή παραπατάω για να πέσω… Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό από την πτώση του πρωταγωνιστή. Ο κόσμος νομίζω πιο πολύ αγαπάει να πέφτεις παρά να ισορροπείς. Αγαπάει το ελάττωμα σου το λάθος σου την έκθεση σου…το γέλιο σου που σπάει την παγερή σύμβαση του ψέματος. Όσο για τα σκοτάδια μου τα θεατρικά ήταν όλα μυητικά. Για να μάθω, να πάθω, και για να πάω παρακάτω να συναντήσω τον εχθρό μου στον καθρέπτη (που είναι ο εαυτός μου) και να βρω τον προορισμό μου.

Τι χρειάζεται περισσότερο αυτή η παράσταση: θάρρος ή τρέλα;

Νομίζω χρειάζεται γνώση του εαυτού, αλλά και απελευθέρωση της επιθυμίας για δημιουργία και έκφραση με τους δικούς σου όρους. Για αυτό δεν χρειάζεται ούτε θάρρος, ούτε τρέλα, μόνο επαφή με την πραγματικότητα, αλλά και με το όνειρο, επίσης γνώση και συνείδηση ότι ο ήρθε και ο δικός σου ο καιρός ν’ ανοίξεις πανιά…

Τι φοβάται περισσότερο ένας ηθοποιός που μπαίνει στα χωράφια του Μπέκετ: μην τον προδώσει ή μην τον καταλάβει;

Γενικά ο ηθοποιός που προσπαθεί να μπει στο μυαλό του Μπέκετ (και μιλάω για μένα) πρώτα επαναστατεί, θυμώνει, αρρωσταίνει, γιατί ο Μπέκετ τον θέλει «μαριονέτα». Τον «δένει» στα σχοινιά του και με τις οδηγίες του, του αφαιρεί κάθε τι  ρεαλιστικό ή «φυσικό». Εξ άλλου αυτό είναι και το επαναστατικό ρεύμα του θεάτρου του Παραλόγου. Η επιμονή να ξεφεύγει από ό,τι είναι προσκολλημένο στις θεατρικές συμβάσεις. Ο χρόνος, ο τόπος, η ταυτότητα είναι ασαφή επομένως εδώ δεν χωράνε οι καθημερινές οικείες συμπεριφορές. Ίσως αυτό το νέο τοπίο τρομάζει τον ηθοποιό γιατί τον βγάζει από τις ευκολίες του και τον σπρώχνει (και μέσα από τις παύσεις και τις αυστηρές οδηγίες), σε μια σκεπτόμενη μαριονέτα μάλλον, σε ένα κλόουν που γελάει και κλαίει ταυτόχρονα σε μια κωμικοτραγική φιγούρα που φιλοσοφεί ποιητικά και άθελα του στα ερημικά τοπία της φαντασίας του ψάχνοντας να βρει κάποιο νόημα.

Αν η παράσταση αυτή ήταν ένα γράμμα που δεν στείλατε ποτέ, σε ποιον θα το ταχυδρομούσατε τώρα;

Αν πίστευα πως υπάρχει κάποιος που διαβάζει σήμερα γράμματα με ενδιαφέρον και αγάπη θα τολμούσα, αλλά νομίζω δεν έχει πια κανένα νόημα.

Σε ποια ηλικία νιώσατε για πρώτη φορά ότι “μεγαλώνω”; Και τι χάσατε εκείνη τη μέρα;

Νομίζω πως αυτό άρχισα να το νιώθω ή να το καταλαβαίνω όταν πέθανε η μαμά μου. Μέχρι τότε είχα αγωνία για τον δική της πάλη με τον χρόνο. Εκείνη την μέρα έχασα την μαμά μου και άρχισα να μεγαλώνω και να μετράω τα δικά μου χρόνια. Tαυτόχρονα ήρθε και η ανάγκη διαχείρισης της ιδέας του αναπότρεπτου  θανάτου.

Πότε είπατε στον εαυτό σας ψέματα τόσο καλά που σχεδόν τα πιστέψατε;

Δεν θυμάμαι να έχω πει στον εαυτό μου ψέματα ποτέ και δεν νομίζω πως είπα ποτέ και σε κανέναν ψέματα. Από μικρό παιδί θυμάμαι πως είχα μια ερωτική σχέση με την αλήθεια. Μου προκαλούσε απίστευτα τρελή χαρά να λέω αλήθεια και δεν καταλάβαινα γιατί οι άνθρωποι χρειαζόντουσαν ακόμη και τα κατά συνθήκη ψεύδη. Βέβαια σήμερα διαπιστώνω πως κανείς δεν πιστεύει ότι λέω αλήθεια.

Αν σας έβαζαν να παίξετε τον φόβο σας, τι μορφή θα είχε; Άνθρωπο; Σιωπή; Απώλεια;

Ο φόβος μου θα είχε μορφή ανθρώπινη και μάλιστα την δική μου. Νομίζω ο άνθρωπος γεννιέται στον φόβο και προσωπικά θεωρώ τον φόβο κινητήριο και δημιουργική δύναμη.

Τι είναι αυτό που κάνετε στην σκηνή καλύτερα απ’ ό,τι στη ζωή; Να υποφέρετε ή να γελάτε;

Στην σκηνή δεν φοβάμαι. Η θεατρική σύμβαση δίνει στον ηθοποιό μια σχετική ελευθερία. Ο χώρος, η συμφωνία με το κοινό που έρχεται να παρακολουθήσει την παράσταση, οι κανόνες… το έργο, ο άλλος χρόνος, ο ρόλος όλα μοιάζουν με καταφύγια όπου εμείς με τους θεατές καταφεύγουμε για να «σωθούμε» κατά κάποιον αλληγορικό τρόπο.

Τι σας μεταμορφώνει πιο πολύ: ένας ρόλος ή μια αποτυχία;

Ο ρόλος με παιδεύει ή με εκπαιδεύει και νομίζω ότι ουσιαστικά στο κυνήγι του ρόλου, κυνηγάω τον εαυτό μου μέσα στον χωροχρόνο του ρόλου. Όσο για τις αποτυχίες έχω κάνει πάρα πολλές  (κατά την εκτίμηση της αγοράς που θεωρεί επιτυχία μόνο  ό,τι πουλάει). Οι συνέχεις «αποτυχίες» μου λοιπόν με μεταμόρφωσαν, με αλλάξαν, με ωριμάσαν μου έδειξαν και μου δείχνουν ακόμη  την αληθινή μου αποστολή, τον δρόμο μου, τα υλικά από τα οποία είμαι φτιαγμένη. Μου φανερώνουν  τις αντοχές μου και  τα πρέπει μου. Αλλά για να στραφείς προς τις εμπορικές «αποτυχίες» καλό είναι να περάσεις πρώτα από μεγάλες επιτυχίες: να νιώσεις τις αναπνοές του πολύ κόσμου το χειροκρότημα,  την αγάπη του, τις απαιτήσεις του παραγωγού, του ταμείου, τις απαιτήσεις της αμείλικτης αγοράς. Να παίζεις σε γεμάτα  θέατρα  με δικά σου μέσα χωρίς να σε κανακεύει ή να σε πληρώνει το κράτος, χωρίς προστασία από πουθενά… και χωρίς να πληρώνεις τις κριτικές και τότε μόνο να σκεφτείς αν αυτός είναι ο προορισμός σου.  Αν ο δρόμος της  αληθινής τέχνης είναι η αποτυχία που δεν σου εξασφαλίζει θεσμική αναγνώριση και χρήματα αλλά οπωσδήποτε σου δίνει χαρά! 

Αν δεν σας γνώριζε κανείς και έπρεπε να συστηθείτε σε τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν; Χωρίς ψέματα.

θα έλεγα το όνομα μου, την καταγωγή μου, την καταγωγή των γονιών μου και από που ξεκίνησα (με τέσσερις λέξεις).

Ποιο είναι το μεγαλύτερο λάθος που κάνατε από αγάπη;

Από αγάπη δεν έκανα λάθη γιατί ό,τι κάνεις από αγάπη είναι καλώς καμωμένο.  Ολα τα λάθη μου ήταν από άγνοια, αφέλεια, αθωότητα, τιμιότητα, χάσιμο, από δόσιμο, εμπιστοσύνη στους ανθρώπους κι από σύγχυση.

Ποια είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που είπατε ποτέ και σας στοίχισε;

Μου στοίχισαν οι αλήθειες που είπα στους ανθρώπους που θέλησαν να με εκμεταλλευτούν για ίδιον όφελος και όσους δεν με εκτίμησαν σωστά ή σε όσους «δεν μου το ‘χαν».  Όμως το θέατρο και ο κόσμος  με αντάμειψε με το παραπάνω με την αγάπη του.

Αν κάποιος παρακολουθούσε τη ζωή σας σαν θεατρική παράσταση, ποια σκηνή θα τον σόκαρε;

Δεν κάνω κάτι στην ζωή μου που μπορεί να σοκάρει. Είμαι ένας ευαίσθητος άνθρωπος που κλείνω τα μάτια και «πέφτω» σε ποιητική έκσταση.

Τι σας κουράζει περισσότερο στη Σοφία Φιλιππίδου; Και τι δεν θα αλλάζατε ποτέ;

Με κουράζει η εμμονή μου στον ρυθμό, στην μουσικότητα, στον τόνο των ρόλων, στην χορογραφία μιας παράστασης… στην ζωή μου κάποια εμμονή με το κυνήγι της βρωμιάς που είναι ακατανίκητη . 

Έχετε αισθανθεί ποτέ ότι η σκηνή είναι πιο τίμια από την πραγματική ζωή;

Όχι καθόλου. Η σκηνή δεν είναι καθόλου τίμια. Αντιθέτως εκεί συμβαίνουν μεγάλες απάτες. Όμως  η σύμβαση, τα φώτα, το μακιγιάζ τα κοστούμια, οι δημόσιες σχέσεις, ξεγελάνε και μας βοηθάνε να κρυβόμαστε. Στην ζωή είμαστε πιο εκτεθειμένοι άλλα και κει παίζουμε ρόλους. Η σκηνή είναι καθρέπτης της ζωής μας, έτσι ακούω να λένε και «όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή» που λέει και ο Σαίξπηρ.

Τι κάνετε πριν βγείτε στη σκηνή; Μια προσευχή; Ένα ψέμα; Ένα παζάρι με τον εαυτό σας;

Πριν βγω στην σκηνή βρίσκω μια γωνιά να κάτσω μόνη μου στην ησυχία μου και να συγκεντρωθώ. Δεν θέλω φωνές, ομιλίες, γέλια χαχανητά, κουτσομπολιό, φαγητά, ποτά, τίποτα. Μόνο ησυχία. 

Ποια είναι η λέξη που κουβαλάτε πάντα μαζί σας;

Δεν κουβαλάω λέξεις, κουβαλάω τον φόβο ότι είμαι εκτεθειμένη στην κακία, στην αγένεια και στις κλοπές και προσέχω, αλλά κουβαλώ και το χαμόγελο μου σαν ανταπόδοση στις γλυκές και ειλικρινείς «καλημέρες» του κόσμου.

Τι σας λείπει πιο πολύ: χρόνος ή αφέλεια;

Δεν δίνω σημασία σ’ αυτά που μου λείπουν πλέον. Είμαι επικεντρωμένη σ’ αυτά που κατάφερα να έχω για να κάνω τέχνη.

Για ποιο λόγο δεν θα ζητήσετε ποτέ συγγνώμη;

Προσπαθώ να είμαι ευγενική και προσεκτική σε βαθμό εκνευριστικό  για να μην χρειάζεται να λέω κάθε τρεις και λίγο συγγνώμη. Δεν αποκλείω την περίπτωση να κάνω λάθη «ασυγχώρητα» όταν τολμάω να πω κάποια πράγματα που κάποιοι άνθρωποι δεν είναι έτοιμοι να ακούσουν,  επιπλέον κάνω λάθη που στρέφονται εναντίον μου.

Τι είναι το Μαγαζάκι της Τ3χνης;

Tο μαγαζάκι της τ3χνης είναι ένας χώρος που δημιουργήθηκε σιγά-σιγά μέσα στην  προσωπική μου κρίση αλλά και στην οικονομική και εξ ανάγκης ως χώρος καταφυγής επειδή είχε στενέψει πολύ ο χώρος στα μικρά θέατρα που νοίκιαζα για να δείχνω  τις δουλειές μου… Αρχικά έγινε χώρος προβών… βεστιάριο μετά χώρος των σεμιναρίων μου και τέλος έφτιαξα  μια αυτοσχέδια σκηνή με παλέτες για να δείχνω εδώ τις δουλειές μου σε περιορισμένο αριθμό θεατών μιας που όλα τα άλλα «κοστίζουν» ακριβά… και όχι μόνο σε χρήματα.

Φωτογραφίες: Παναγιώτης Γιαννούτσος / taph team

Info:

Τοποθεσία: Μαγαζάκι της Τ3χνης, Ν. Νοταρά 60. Εξάρχεια

Ημερομηνία: Πρεμιέρα: Κυριακή 23 Νοεμβρίου, ώρα: 18.00. Παραστάσεις: Κυριακή στις 18.00, Δευτέρα στις 21.00. Διάρκεια παράστασης: 90΄ λεπτά

Είσοδος/Κρατήσεις: Ελεύθερη είσοδος με προαιρετική συνεισφορά

Απαραίτητη η προκράτηση θέσεων (40 θέσεις) στο email: magazakithst3xnhs@gmail.com