Skip to main content

Ο Μίνως Ευσταθιάδης ζει μόνιμα στο Λαμπίρι, έναν μικρό οικισμό κοντά στο Αίγιο. Τα βιβλία του «Ο Δύτης» και «Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους»- είναι από τις μεγαλύτερες εκδοτικές επιτυχίες των τελευταίων χρόνων. Γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα που τα διακρίνει η βύθιση στο σκοτάδι του ανθρώπινου ψυχισμού, μια βύθιση που γίνεται σχεδόν κλινικά αλλά τελικά καθόλου αποστασιοποιημένα καθώς καταφέρνει να εμπλέξει τον αναγνώστη σε μια περιπλάνηση στις εσχατιές της ανθρώπινης φύσης. Παράλληλα, το τελευταίο βιβλίο του είναι το παιδικό «Το κουτί των ονείρων» που έγραψε μαζί με την κόρη του Ίριδα.

Ναι, είναι ο ίδιος άνθρωπος που γράφει σκοτεινές αστυνομικές ιστορίες και παιδικά, που σπούδασε νομικά, εργάστηκε ως δικηγόρος, συμμετείχε σε 17 παγκόσμια πρωταθλήματα σερφ, πηγαίνει κάθε μέρα στη θάλασσα, δηλώνει ότι η πόλη του είναι το Παρίσι και μοιράζεται μαζί μας την ημέρα που ήξερε ότι θα πεθάνει μέσα στα κύματα αλλά σώθηκε γιατί έσπασε τον μόνο κανόνα που δεν έπρεπε να σπάσει.

Πώς ήταν η παιδική σου ηλικία;

Μεγάλωσα στο Αίγιο αλλά πήγαινα τακτικά στο Λαμπίρι, στο χωριό που μένω πια μόνιμα, οπότε είχα αναπτύξει ένα πολύ ισχυρό δεσμό με τη θάλασσα. Η θάλασσα παίζει μεγάλο ρόλο στον ψυχισμό μου. Σε όσες πόλεις χωρίς θάλασσα έχω ζήσει ή έχω περάσει μεγάλα χρονικά διαστήματα δηλαδή στην Αθήνα, στο Παρίσι, στο Ανόβερο, μετά το πρώτο χρονικό διάστημα, δεν αισθανόμουν καλά. Αν δεν ζω κοντά στη θάλασσα νιώθω ότι μου λείπει κάτι, κάτι βασικό.

Τα βιβλία πώς μπήκαν στη ζωή σου;

Ο πατέρας μου διάβαζε πολύ. Έτσι άρχισα κι εγώ να διαβάζω από μικρός. Η θάλασσα μου κάλυπτε την ανάγκη για ελευθερία, για έναν τόπο χωρίς όρια και τα βιβλία ικανοποιούσαν ένα άλλο κομμάτι μου, πιο εσωστρεφές. Θέλω να έχω χρόνο δικό μου, που θα μπορώ να απομονωθώ έχοντας την ησυχία μου. Μου αρέσει να αποτραβιέμαι. Ως παιδί διάβαζα αυτά που διαβάζουν τα πιτσιρίκια δηλαδή από Μπλεκ μέχρι Αστερίξ. Ο πρώτος συγγραφέας που μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση ήταν ο Ιούλιος Βερν. Εκείνος όμως που με συντάραξε ήταν ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Ήμουν 16-17 χρονών και διάβαζα κείμενα του για θέματα που δεν ήξερα καν μέχρι τότε ότι μπορούμε να καταπιαστούμε δηλαδή για νεκρούς και όλο αυτό το σκοτεινό που καταγράφει ο Πόε. Έπαθα πλάκα. Η σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου πάντα με τραβούσε ως θέμα.

Γιατί;

Μου έκανε εντύπωση πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος αναζητώντας το κακό. Στην αναζήτηση του κακού ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει σε απίστευτη βαρβαρότητα, στις εσχατιές της φαντασίας. Και το κάνει αυτό μόνο και μόνο για να καταστρέψει κάτι. 

Άρα είμαστε πιο δημιουργικοί ως προς τους τρόπους που εφευρίσκουμε για να καταστρέψουμε;

Φοβάμαι πως ναι και γι’ αυτό έχουμε καταστρέψει σχεδόν τα πάντα, μέχρι και τον πλανήτη.

Πώς πήρες την απόφαση να σπουδάσεις νομικά;

Την πήρα γιατί δεν ήξερα ακριβώς τι σημαίνει. Άλλο ένα πρόβλημα που έχουμε στην Ελλάδα είναι ότι δεν έχουμε επί της ουσίας σχολικό επαγγελματικό προσανατολισμό.

Εσύ τι είχες στο μυαλό σου ότι θα κάνεις όταν επέλεγες στη Νομική;

Είχα στο μυαλό μου αυτό που σου λένε ότι τελειώνοντας τη Νομική μπορείς να ακολουθήσεις πολλούς διαφορετικούς δρόμους. Βέβαια, όταν όντως τη τελειώνεις συνειδητοποιείς ότι η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Σου λένε «μπορείς να γίνεις διπλωμάτης». Ναι, μπορείς αν έχεις οχτώ μπαρμπάδες στην Κορώνη. Σε κάθε περίπτωση, όντως τελείωσα τη Νομική στην Αθήνα και μετά παράτεινα τις σπουδές μου κάνοντας μεταπτυχιακά στη Γερμανία με θέμα τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα. Προσωπικά, εγκληματολογία ήθελα να κάνω απλώς ο καθηγητής ήταν ήδη κλεισμένος και δεν μπορούσε να αναλάβει κι άλλους μεταπτυχιακούς για τουλάχιστον δύο χρόνια. Βέβαια, όσο περνούσε ο καιρός συνειδητοποιούσα ότι μου άρεσε η εγκληματολογία.

Ήσουν από αυτούς που διάβαζαν μετά μανίας το αστυνομικό ρεπορτάζ;

Όχι, δεν θα το έλεγα. Με τραβούσαν πολύ οι ταινίες του Χίτσκοκ, που εντάξει δεν τις λες και ακριβώς «αστυνομικές» αλλά αποτελούν μια τρομερή ανατομία της ανθρώπινης ψυχής. Η πιο αγαπημένη μου είναι «Τα πουλιά» και μετά «Ο δεσμώτης του ιλίγγου». Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορείς να απομονώσεις ταινίες από τη φιλμογραφία του Χίτσκοκ γιατί όλο του το έργο έχει ως πυρήνα το έγκλημα και τη σκοτεινή, κακή πλευρά του ανθρώπου.

Στη Γερμανία πού έκανες μεταπτυχιακά;

Αρχικά στο Ανόβερο και μετά στο Αμβούργο.

Εκεί πώς ήταν η καθημερινότητα χωρίς θάλασσα;

Πολύ, πολύ δύσκολη. Τρελαινόμουν χωρίς θάλασσα. Όταν τελείωσα με τις εκεί σπουδές, γύρισα στην Ελλάδα, έκανα το στρατιωτικό μου και  μετά δούλεψα στην Αθήνα σε δικηγορικό γραφείο, για ένα χρόνο. Για μένα αυτή η κατάσταση ήταν Φρίκη, με φ κεφαλαίο. Αποφάσισα λοιπόν να επιστρέψω στο Αίγιο όπου και άνοιξα ένα δικηγορικό γραφείο στο οποίο δούλεψα για 21 χρόνια. Πρέπει όμως να πω ότι ήταν μια δουλειά με την οποία δεν περνούσα καλά, δεν μπόρεσα ποτέ να συμβιβαστώ με τον εαυτό μου ξέροντας ότι την κάνω μόνο για βιοποριστικούς λόγους. Δεν ήθελα να περάσω μια ζωή κάνοντας μια δουλειά που δεν μου αρέσει. Ευτυχώς όλα αυτά τα χρόνια είχα τη θάλασσα που με οδήγησε από πολύ μικρό, περίπου από τα 17 μου, στο να ασχοληθώ με το σέρφινγκ. Όταν γύρισα μετά τις σπουδές μου στην Ελλάδα, άρχισα να συμμετέχω σε πρωταθλήματα, και πανελλήνια και παγκόσμια κι αυτό κράτησε από τα 24 μέχρι τα 38 μου. Έχω υπάρξει πανελλήνιος πρωταθλητής αρκετές φορές και έχω συμμετάσχει σε 17 παγκόσμια πρωταθλήματα.

Αυτή η αγάπη για τη θάλασσα σε βοήθησε να αλλάξεις και ζωή;

Ναι γιατί χάρη στη θάλασσα το πήρα απόφαση να σταματήσω τη δικηγορία και να ανοίξω μια σχολή για σερφίστες στην Κω. Ήταν κάτι που κλωθογύριζε μέσα μου καιρό και κάποια στιγμή ήξερα ότι αυτό έπρεπε να κάνω. Έτσι λοιπόν ανακοίνωσα στους συνεργάτες μου στο δικηγορικό γραφείο ότι δεν θα είμαι πια μαζί τους. Αυτό έγινε το 2015.

Τι αγαπάς τόσο στη θάλασσα;

Εδώ στη στεριά ο χώρος είναι πολύ συγκεκριμένος και γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένος όταν ζεις σε πόλη, δηλαδή είναι το οριοθετημένο πεζοδρόμιο, η οριοθετημένη άσφαλτος, ο στριμωγμένος χώρος που αναλογεί στον καθένα μας. Στη θάλασσα ο χώρος είναι απέραντος. Μπορείς να διασχίσεις μίλια χωρίς να συναντήσεις κανέναν. Αυτό το συναίσθημα είναι τρομερό. Να βρίσκεσαι μία, μιάμιση ώρα στα ανοιχτά είναι πραγματική ελευθερία.  Νιώθεις τόσο ήσυχος εκεί έξω, που πολλές φορές ξεχνάς να γυρίσεις πίσω. Μόνο η σωματική κούραση σε γυρίζει στη στεριά.

Η θάλασσα όμως μπορεί να γίνει και απειλή;

Βέβαια, μπορεί να σε καταπιεί σε δευτερόλεπτα.

Εσύ έχεις κινδυνεύσει ποτέ;

Έχω φτάσει 2-3 φορές πολύ κοντά στον πνιγμό και τον έχω γλιτώσει από τύχη. Μια φορά μου έσπασε το άλμπουρο σε σημείο που είχε πολύ κύμα με αποτέλεσμα να πίνω νερό. Ήταν πολύ δύσκολα γιατί ήξερα ότι θα πνιγώ. Εκείνη την ώρα, δεν σκέφτεσαι ότι θα πεθάνεις, ξέρεις μετά βεβαιότητας πως θα πεθάνεις γιατί αν πίνεις νερό ο χρόνος που σου απομένει είναι πολύ λίγος.

Μέσα στο βιβλίο υπάρχουν 329 ερωτήσεις και καμία απάντηση. Σε πολλές από αυτές τις ερωτήσεις είχα απαντήσεις αλλά τις έσβησα. Θέλω ο αναγνώστης να δώσει τις δικές του απαντήσεις.

Τι έγινε και γλίτωσες;

Το σερφ έχει ένα απαράβατο κανόνα που λέει ότι ποτέ δεν αφήνεις τη σανίδα σου γιατί η σανίδα είναι αβύθιστη άρα όσο μένεις στην επιφάνεια είσαι ζωντανός. Εγώ είχα εγκλωβιστεί σε ένα σημείο με συνεχές κύμα κι ενώ την αρχή είχα αναπνοές, μετά σταμάτησα να έχω  οπότε άρχισα να πίνω νερό. Αποφάσισα τότε να παραβώ τον νούμερο ένα κανόνα του σερφ, άφησα τη σανίδα μου και προσπάθησα να βγω κολυμπώντας. Ευτυχώς τα κατάφερα. Ήμουν 33 χρονών.

Συνηθίζεις να γράφεις σπίτι σου ή εκτός;

Σπίτι μου, σε ένα μικρό δωματιάκι. Έχω δύο παιδιά οπότε εκ των πραγμάτων ο χώρος έχει περιοριστεί. Βέβαια, και πριν τα παιδιά μου σε ένα δωμάτιο έγραφα απλώς μεγαλύτερο. Θέλω να έχω ησυχία όταν γράφω γι’ αυτό δεν βγαίνω εκτός σπιτιού. Το καλό είναι ότι από αυτό το μικρό δωματιάκι βλέπω θάλασσα. Λέω ως αστείο ότι αυτός ο χώρος είναι μόνο δικός μου γιατί δεν χωράει να μπει άλλος μέσα. Πας να ανοίξεις την πόρτα και βρίσκει στο γραφείο και τα βιβλία.

Πώς σε κοιτάνε οι άνθρωποι όταν τους λες ότι είσαι και συγγραφέας και σερφίστας; Το λέω γιατί οι περισσότεροι μάλλον έχουν μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα για το πώς είναι οι συγγραφείς.

Ναι, είναι αλήθεια ότι ο κόσμος έχει μια στερεοτυπική εικόνα για τους συγγραφείς. Τους λες ότι γράφεις και το μυαλό τους πάει στον Καζαντζάκη και στον Σεφέρη και το λέω αυτό με τη σκέψη ότι και οι δυο τους πέρα του ότι ήταν όντως καταπληκτικοί συγγραφείς και έζησαν σε μια παλιότερη εποχή είχαν μια ζωή διαφορετική από αυτή που μπορεί οι περισσότεροι να φαντάζονται.

Στο «Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους» καταπιάνεσαι με δύο αληθινές ανθρωποκτονίες που έχουν γίνει στη Γερμανία, οι δράστες των οποίων δηλώνουν σταθερά την αθωότητά τους μέσα από τη φυλακή. Ποια ήταν η πρόθεσή σου όταν αποφάσισες να γράψεις το συγκεκριμένο βιβλίο;

Ήθελα να καταγράψω τα στοιχεία που έχουμε για τα δύο αυτά εγκλήματα και να αφήσω ελεύθερα τα συμπεράσματα· γι’ αυτό αποφάσισα να κρατήσω τη δική μου άποψη για τον εαυτό μου και εκτός κειμένου. Ήθελα το κείμενο να προκαλεί ερωτήματα. Σε μια παρουσίαση ένας φίλος μου είπε ότι μέσα στο βιβλίο υπάρχουν 329 ερωτήσεις και καμία απάντηση. Σε πολλές από αυτές τις ερωτήσεις είχα απαντήσεις αλλά τις έσβησα. Θέλω ο αναγνώστης να δώσει τις δικές του απαντήσεις. Από την άλλη, στις παρουσιάσεις το πιο συχνό ερώτημα που δέχομαι είναι «τελικά τι έγινε;». Οι περισσότεροι αναγνώστες επιζητούν ένα τελικό συμπέρασμα όμως το συγκεκριμένο βιβλίο δεν έχει δια ταύτα και το κυριότερο δεν έχει κάθαρση.

Στον «Δύτη» το τέλος του βιβλίου είναι εντελώς σκοτεινό και ταυτοχρόνως «φωνάζει» ότι έχουμε ανάγκη όσο τίποτα άλλο το φως. Πώς κατέληξες εκεί;

Έχω την αίσθηση ότι κάθε φορά που περιγράφω το σκοτάδι δίνω περισσότερο χώρο στο φως. Εννοώ πώς όταν ξέρεις πού είναι το σκοτάδι μπορείς να προφυλαχτείς από αυτό. Ξέραμε ήδη τι τρομερό είχε συμβεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο όταν όμως ο Πρίμο Λέβι γράφει το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» δίνει μια μαρτυρία τόσο σημαντική που είναι σαν μια φωτογραφία του πιο σκοτεινού δωματίου που μπορεί να υπάρξει και να λέει προς την ανθρωπότητα «αυτό είναι το δωμάτιο, μην πας προς τα εκεί». Τώρα θα μπορέσουμε να μην πάμε προς τα εκεί επειδή υπάρχει η φωτογραφία;  Μάλλον όχι. Θυμάμαι τη φοβερή εισαγωγή του Θουκυδίδη στους Πελοποννησιακούς Πολέμους που στην ουσία λέει ότι καταγράφει τον σημαντικότερο πόλεμο της γενιάς του ξέροντας ότι πόλεμοι θα γίνονται όσο θα υπάρχουν άνθρωποι.

Στους πολέμους ξεχύνεται το φρικτότερο σκοτάδι μέσα από τον άνθρωπο;

Στον «Δύτη» αναφέρω το «Σπίτι της Αλήθειας». Το «Σπίτι της Αλήθειας» υπήρχε όντως· ήταν το μέρος που οι Γερμανοί επί κατοχής βασάνιζαν κόσμο στο Αίγιο. Το κτίριο είναι ακόμη εκεί. Όταν ήμουν στο γυμνάσιο ο πατέρας μου μού μίλησε γι’ αυτό και θυμάμαι ότι ξεκίνησε την αφήγησή του με τη φράση «Τις νύχτες δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε απ’ τις κραυγές τους». Οι Γερμανοί επίτηδες βασάνιζαν τους ανθρώπους τη νύχτα για να τους ακούν και να παραδειγματίζονται οι υπόλοιποι. Όταν άκουσα αυτή τη φράση από τον πατέρα μου ήμουν 14-15 χρονών. Την μετέφερα μέσα μου σχεδόν 40 χρόνια χωρίς να μπορώ να τη διαχειριστώ, χωρίς να μπορώ να την εκλογικεύσω. Κάποια στιγμή βρήκα το θάρρος να πω στον εαυτό μου ότι πρέπει να γράψω κάτι γι’ αυτό, γι’ αυτό που με βασανίζει τόσα χρόνια. Έτσι γεννήθηκε ο «Δύτης».

Μετά από τόσο σκοτεινά βιβλία πώς προέκυψε ένα παιδικό, «Το κουτί των ονείρων»;

Το παιδικό προέκυψε όταν ταξίδεψα με την κόρη μου στο Παρίσι. Το Παρίσι είναι μια πόλη που υπερ-αγαπώ, στην οποία έχω ζήσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Αν με ρωτήσεις ποια θεωρείς ως πόλη μου θα απαντούσα το Παρίσι αλλά δεν μπόρεσα να μείνω μόνιμα εκεί γιατί δεν έχει θάλασσα. Θεωρώ ότι οι πόλεις κουβαλούν το φορτίο των ανθρώπων που έχουν ζήσει σε αυτές. Στο Παρίσι περπατάς στον δρόμο και περνάς έξω από το σπίτι που έζησε ο Χένρι Μίλερ ή ο Πικάσο. Όταν πήγαμε μαζί με την κόρη μου μείναμε στο σπίτι μιας φίλης συγγραφέα στη Μονμάρτη, ένα φανταστικό σπίτι γεμάτο βιβλία. Απέναντι από το σπίτι υπάρχει ένα μαγαζάκι που πουλάει «μαγικά κουτιά». Πήγαμε λοιπόν εκεί με την μικρή και είδαμε ότι το μαγαζάκι το είχε ένα Κολομβιάνος καλλιτέχνης που του περιγράφεις το ιδανικό σου μέρος και το φτιάχνει τρισδιάστατα μέσα σε ένα κουτί. Με αφορμή αυτό το μαγαζάκι όταν γυρίσαμε με ρώτησε η κόρη μου «Μπορώ να γράψω ένα παραμύθι;». Κι έτσι το γράψαμε μαζί.

Photo: Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam

Το κουτί των ονείρων κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο

stegi radio