Ο Μίνως Βολανάκης είχε τη σπάνια ικανότητα να κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται ότι το θέατρο δεν είναι επάγγελμα αλλά τρόπος ύπαρξης. Έμοιαζε με άνθρωπο που δεν συμβιβάστηκε ποτέ πραγματικά με την εποχή του. Ακόμη και στις φωτογραφίες του μοιάζει σαν να βρίσκεται για λίγο μόνο στο ίδιο δωμάτιο με τους υπόλοιπους, πριν επιστρέψει ξανά σε κάποια πρόβα, σε κάποιο βιβλίο, σε μια σκέψη που τον απασχολούσε περισσότερο από την ίδια τη συζήτηση. Ψηλός, αδύνατος, με βλέμμα κοφτερό και διαρκώς ανήσυχο, περπατούσε γρήγορα, μιλούσε γρήγορα, διάβαζε μανιωδώς. Οι άνθρωποι που τον γνώρισαν θυμούνταν πάντα ότι κουβαλούσε βιβλία παντού. Σαν να φοβόταν μήπως χάσει χρόνο. Εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του, εξακολουθεί να μοιάζει δύσκολο να τοποθετηθεί μέσα στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Ήταν σπουδαίος σκηνοθέτης; Προφανώς. Ήταν μεγάλος μεταφραστής; Αναμφίβολα. Ήταν o άνθρωπος που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική σκηνή κοίταξε το ευρωπαϊκό θέατρο μετά τον πόλεμο; Σχεδόν μόνος του σε ορισμένες περιπτώσεις. Ακόμη και όταν καθιερώθηκε ως μία από τις μεγάλες μορφές της σκηνοθεσίας, ο Βολανάκης κρατούσε μια απόσταση από τη θεατρική κανονικότητα της εποχής του.

Γεννήθηκε το 1926 στην Κυψέλη σε οικογένεια με κρητικές και κωνσταντινουπολίτικες ρίζες. Μεγάλωσε μέσα σε μια Αθήνα που άλλαζε βίαια και σε μια χώρα που θα περνούσε μέσα από Κατοχή, Εμφύλιο και πολιτική ασφυξία. Ο πατέρας του σκοτώθηκε μετά τα Δεκεμβριανά και ο ίδιος αναγκάστηκε πολύ νωρίς να δουλέψει ως μεταφραστής για να βοηθήσει την οικογένειά του να επιβιώσει. Δεν υπάρχει τίποτα ρομαντικό σε αυτή τη διαδρομή. Αυτή η σχέση με τη μετάφραση έμελλε να καθορίσει ολόκληρη τη σκέψη του. Μετέφραζε ασταμάτητα. Μπέκετ, Πίντερ, Ουάιλντερ, Ζενέ, Μπρεχτ, Σαίξπηρ. Όχι σαν μεταφραστής με τη στενή έννοια αλλά σαν άνθρωπος που ήθελε να καταλάβει πώς σκέφτεται, πώς κινείται και πώς αναπνέει ένα έργο. Εκεί βρίσκεται ίσως και το πιο ουσιαστικό κλειδί για να καταλάβει κανείς τον Βολανάκη. Αντιμετώπιζε και τη σκηνοθεσία σαν μορφή μετάφρασης. Από τη σελίδα στη σκηνή. Από τη λέξη στο σώμα. Από τη σκέψη στον χώρο. Οι παραστάσεις του συχνά έδιναν την αίσθηση ότι πρώτα άκουγαν το έργο και μετά το ερμήνευαν.
Η σχέση του με το θέατρο δεν ξεκίνησε σαν ακαδημαϊκή φιλοδοξία αλλά σαν ανάγκη επιβίωσης και ταυτόχρονα σαν προσωπική εμμονή. Στη δραματική σχολή του Γιαννούλη Σαραντίδη βρέθηκε μέσα σε ένα σχεδόν εκρηκτικό πνευματικό περιβάλλον. Ανάμεσα στους δασκάλους υπήρχαν ο Ελύτης, ο Τσαρούχης, ο Θεοτοκάς. Εκείνη η γενιά πίστευε ότι το θέατρο μπορούσε ακόμη να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία σκέφτεται τον εαυτό της. Ο Βολανάκης πήρε αυτή την ιδέα μαζί του και δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Δεν τον ενδιέφερε ποτέ το θέατρο ως κοσμικό γεγονός. Τον ενδιέφερε ως τρόπος σκέψης.


Όταν έφυγε για την Αγγλία στα μέσα της δεκαετίας του ’50, η μεταπολεμική Ελλάδα παρέμενε πολιτιστικά φοβική και βαθιά εσωστρεφής. Εκείνος όμως κινήθηκε στο Λονδίνο με αυτοπεποίθηση ανθρώπου που θεωρούσε αυτονόητο ότι ανήκει στον ευρωπαϊκό θεατρικό χάρτη. Η διαδρομή του στο Oxford Playhouse, στο Old Vic και αργότερα στο West End δεν ήταν απλώς επιτυχημένη, ήταν σχεδόν αδιανόητη για Έλληνα σκηνοθέτη εκείνης της εποχής. Η σκηνοθεσία του Ιούλιου Καίσαρα στο Old Vic αποτέλεσε μια πρωτοφανή στιγμή για το βρετανικό θέατρο, καθώς κανένας μη Βρετανός σκηνοθέτης δεν είχε έως τότε αναλάβει έργο του Σαίξπηρ εκεί. Συνεργάστηκε με τη Τζούντι Ντεντς, τον Ίαν ΜακΚέλεν, τον Σον Κόνερι τη Γκλέντα Τζάκσον. Ακόμη και τότε έμοιαζε να κινείται διαρκώς ανάμεσα σε τόπους, γλώσσες και κόσμους χωρίς να ανήκει ολοκληρωτικά σε κανέναν.
Ο Ζαν Ζενέ τον εμπιστευόταν όσο ελάχιστοι σκηνοθέτες διεθνώς. Οι Δούλες, το Μπαλκόνι, οι Νέγροι, τα Παραβάν έγιναν στα χέρια του παραστάσεις που έμοιαζαν να κινούνται σε δικό τους ρυθμό. Ήταν ο μόνος σκηνοθέτης στον κόσμο που ανέβασε το σύνολο του θεατρικού έργου του Ζενέ, περισσότερο από εσωτερική ανάγκη παρά από οποιοδήποτε σχεδιασμό. Από μια αφοσίωση που δύσκολα εξηγείται αν δεν καταλάβεις πόσο βαθιά είχε εισχωρήσει στον κόσμο του Ζενέ, εκεί όπου η εξουσία μοιάζει πάντα με παράσταση και η επιθυμία με απειλή.

Στην Ελλάδα ωστόσο η σχέση του με τους θεσμούς παρέμεινε δύσκολη. Ακόμη και οι δύο θητείες του στο ΚΘΒΕ κατέληξαν μέσα σε συγκρούσεις και παρασκήνιο. Κι όμως εκεί δημιούργησε μερικές από τις πιο σημαντικές παραστάσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Ηλέκτρα με τη Συνοδινού, Μήδεια με τη Μελίνα Μερκούρη, Μπρεχτ, Μπέκετ, Θεοτοκάς. Για ένα διάστημα η Θεσσαλονίκη έδινε την αίσθηση ότι συνδέεται πραγματικά με τη μεγάλη ευρωπαϊκή σκηνή. Και στα χρόνια της δικτατορίας όταν παρέμεινε στο εξωτερικό, η παρουσία του δεν ήταν παθητική. Το 1970 οργάνωσε στο Royal Albert Hall την εκδήλωση Eletheria, μια βραδιά ελληνικής μουσικής και θεάτρου, με δεκάδες καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο.

Το πιο ριζοσπαστικό πράγμα που έκανε πάντως ίσως να μην ήταν κάποια παράσταση. Ήταν τα ίδια τα Θέατρα Βράχων. Η ιδέα να μετατραπούν εγκαταλελειμμένα λατομεία σε ανοιχτούς θεατρικούς χώρους είχε κάτι βαθιά ποιητικό αλλά και πολιτικό. Ο Βολανάκης κοιτούσε μέρη που οι περισσότεροι θεωρούσαν αδιάφορα και έβλεπε πιθανές σκηνές. Έβλεπε ανθρώπους να συγκεντρώνονται μέσα στη νύχτα εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο εγκατάλειψη. Σήμερα τα Θέατρα Βράχων μοιάζουν αυτονόητα. Τότε δεν ήταν καθόλου. Υπάρχει κάτι βαθιά συγκινητικό στο γεγονός ότι ένας άνθρωπος τόσο συνδεδεμένος με το εφήμερο του θεάτρου επέμεινε τόσο πολύ και στον χώρο. Στο που συμβαίνει μια παράσταση. Στο πως αναπνέει μέσα στην πόλη. Στο πως αλλάζει ακόμη και η αίσθηση μιας γειτονιάς όταν γεμίσει κόσμο για να δει θέατρο.





Στις πρόβες όσοι συνεργάστηκαν μαζί του θυμούνταν έναν άνθρωπο που δεν λειτουργούσε σαν αλάθητη αυθεντία. Ο Βολανάκης έψαχνε διαρκώς. Άκουγε τις λέξεις ξανά και ξανά, δοκίμαζε ρυθμούς, άλλαζε παύσεις, επέστρεφε σε σκηνές που θεωρητικά είχαν ήδη λυθεί. Έμοιαζε να πιστεύει ότι ένα έργο δεν αποκαλύπτεται ποτέ ολοκληρωτικά αλλά μόνο στιγμιαία, μέσα από συνεχείς δοκιμές και αμφιβολίες. Οι συνεργάτες του μιλούσαν συχνά για έναν δύσκολο χαρακτήρα. Οξύθυμο κάποιες φορές, απαιτητικό σχεδόν πάντα. Ταυτόχρονα όμως μιλούσαν για κάποιον που αντιμετώπιζε την τέχνη με σπάνια αφοσίωση. Δεν αναζητούσε ποτέ την ηρεμία που προσφέρει η επιτυχία ούτε τη σιγουριά της επανάληψης. Ίσως γι’ αυτό η διαδρομή του έμεινε γεμάτη σχέδια που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ και ιδέες που έμοιαζαν πάντα να βρίσκονται ένα βήμα πριν πάρουν μορφή. Σαν να τον απασχολούσε περισσότερο η ανάγκη της αναζήτησης παρά η αίσθηση της κατάληξης.
Κάποτε είπε ότι αν κάτι από το έργο του αντέξει στον χρόνο, αυτό θα είναι οι μεταφράσεις και όχι οι παραστάσεις. Είναι παράδοξο ότι ένας άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην πιο εφήμερη μορφή τέχνης συνεχίζει να παραμένει παρών μέσα από τις λέξεις. Μέσα από μεταφράσεις, σημειώσεις, κείμενα και μαρτυρίες που περνούν από εποχή σε εποχή, κουβαλώντας ακόμη κάτι από τον ρυθμό και τη σκέψη του, ακόμη και για ανθρώπους που δεν τον είδαν ποτέ να δουλεύει πάνω σε μια σκηνή. Ο Μίνως Βολανάκης πέθανε τα ξημερώματα της 15ης Νοεμβρίου 1999. Σχεδόν αθόρυβα. Ίσως γιατί ποτέ δεν έδωσε την εντύπωση ανθρώπου που αισθάνθηκε ότι τελείωσε πραγματικά τη δουλειά του.
Info
Τον σπουδαίο άνθρωπο του θεάτρου, διεθνώς αναγνωρισμένο σκηνοθέτη Μίνω Βολανάκη τιμά φέτος το Φεστιβάλ Στη σκιά των Βράχων των δήμων Βύρωνα και Δάφνης-Υμηττού με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 χρόνων από τη γέννησή του, την Τρίτη 2 Ιουνίου στις 20:00. Είσοδος ελεύθερη






