Χθες το βράδυ, βλέποντας το NAZA στις Νύχτες Πρεμιέρας, χρειάστηκα κάποια ώρα για να καταλάβω τι ακριβώς ήταν αυτό που με είχε αναστατώσει περισσότερο. Δεν ήταν μια εικόνα, κάποιο πλάνο καταστροφής ή μία από εκείνες τις σκηνές που χρησιμοποιούν συχνά τα ντοκιμαντέρ πολέμου για να μας υπενθυμίσουν ότι πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν πραγματικοί άνθρωποι. Ήταν οι ίδιοι οι αριθμοί. Οι Γιουβάλ Αμπραχάμ και Ρέιτσελ Σορ έχουν φτιάξει μια ταινία για τον πόλεμο που, για το μεγαλύτερο μέρος της, αρνείται να μας δείξει τον πόλεμο. Το NAZA αποτελείται κυρίως από νυχτερινές συνομιλίες με 24 ανθρώπους που υπηρέτησαν στον ισραηλινό στρατό ή στις υπηρεσίες πληροφοριών. Οι συναντήσεις γίνονται σε ταράτσες του Τελ Αβίβ, τα πρόσωπα κρύβονται, οι φωνές αλλοιώνονται και πίσω τους απλώνεται μια φωτισμένη πόλη. Κάπου όχι πολύ μακριά βρίσκεται η Γάζα. Για μεγάλο διάστημα δεν τη βλέπουμε, και αυτό το «δεν βλέπουμε» μου φαίνεται τελικά μία από τις σημαντικότερες σκηνοθετικές αποφάσεις της ταινίας.
Το NAZA δεν επιχειρεί να κερδίσει την προσοχή μας παρουσιάζοντας ακόμη μία αβάσταχτη εικόνα. Δεν μπαίνει στον διαγωνισμό της φρίκης. Κάθεται απέναντι στους ανθρώπους που εργάστηκαν μέσα στον μηχανισμό και τους αφήνει να εξηγήσουν πώς λειτουργούσε. Κάπως έτσι εμφανίζεται και η λέξη «NAZA», από το εβραϊκό nezek agavi, «παράπλευρη ζημιά». Στις μαρτυρίες της ταινίας συνδέεται με τον αριθμό των πιθανών απωλειών αμάχων που θεωρούνταν αποδεκτές κατά την επιλογή ενός στόχου. Οι πηγές μιλούν ακόμη για συστήματα παρακολούθησης και για το Lavender, ένα σύστημα βασισμένο στην τεχνητή νοημοσύνη που χρησιμοποιούνταν στη διαδικασία επιλογής πιθανών στόχων. Οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν απορρίψει κατηγορηματικά βασικούς ισχυρισμούς της ταινίας και υποστηρίζουν ότι οι αποφάσεις για τα πλήγματα λαμβάνονται από ανθρώπινο προσωπικό.
Κι όμως, το πιο ανησυχητικό στοιχείο του NAZA δεν είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Θα ήταν σχεδόν ανακουφιστικό να μπορούσαμε να μεταφέρουμε την ευθύνη στη μηχανή, να πούμε ότι ένας αλγόριθμος αποφάσισε ή ότι ένας υπολογιστής έκανε λάθος. Μόνο που το NAZA δεν μας αφήνει να βολευτούμε σ’ αυτή την εξήγηση. Πίσω από κάθε σύστημα υπάρχει κάποιος που εισάγει δεδομένα, κάποιος που κοιτάζει μια οθόνη, κάποιος που ακούει μια συνομιλία, κάποιος που εγκρίνει, κάποιος που γνωρίζει ότι γύρω από έναν στόχο βρίσκονται κι άλλοι άνθρωποι. Και μετά συνεχίζει τη βάρδιά του.

Όσο περνούσε η ώρα άρχισα να προσέχω λιγότερο τι έλεγαν και περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο τους κοιτούσε η κάμερα. Το ίδιο σκοτάδι, σχεδόν η ίδια απόσταση, πρόσωπα βυθισμένα στη σκιά και φωνές που είχαν χάσει κάθε αναγνωρίσιμο ίχνος. Στην αρχή αυτή η επανάληψη μοιάζει απλώς με αναγκαίο τρόπο προστασίας των πηγών. Σιγά σιγά αποκτά διαφορετικό βάρος. Οι άνθρωποι αρχίζουν να μοιάζουν με διαφορετικά εξαρτήματα του ίδιου μηχανισμού και η ανωνυμία παύει να είναι μόνο δημοσιογραφική προφύλαξη. Γίνεται κινηματογραφική μορφή. Η αυστηρή επανάληψη των κάδρων ενώνει διαφορετικές εμπειρίες σε μία συνολική εικόνα ενός συστήματος μέσα στο οποίο ο καθένας είχε παίξει ένα μικρό μέρος.
Το ίδιο συμβαίνει με το Τελ Αβίβ. Οι Σορ και Αμπραχάμ το κινηματογραφούν επίμονα τη νύχτα, όχι ως όμορφο φόντο αλλά σχεδόν σαν έναν ακόμη χαρακτήρα. Βλέπουμε φωτισμένα διαμερίσματα, ανθρώπους να τρώνε, να ξεκουράζονται, να παρακολουθούν τηλεόραση, μια πόλη που εξακολουθεί να λειτουργεί. Η καθημερινότητα υπάρχει δίπλα στον μηχανισμό που περιγράφουν οι μαρτυρίες και εκεί άρχισα να σκέφτομαι ότι, κατά έναν παράξενο τρόπο, παρακολουθώ ένα ντοκιμαντέρ για τη γραφειοκρατία. Όχι τη γραφειοκρατία των υπουργείων και των σφραγίδων, αλλά την πολύ σκοτεινότερη ικανότητα ενός οργανωμένου συστήματος να μετατρέπει κάτι αδιανόητο σε καθημερινή διαδικασία. Μόλις κάτι αποκτήσει ακρωνύμιο, αριθμό, πρωτόκολλο και ένα πεδίο σε μια οθόνη, η απόσταση ανάμεσα στην απόφαση και στη συνέπειά της μεγαλώνει. Ο άνθρωπος γίνεται «στόχος», το σπίτι «τοποθεσία», εκείνοι που βρίσκονται γύρω του «παράπλευρη ζημιά».
Ο Αμπραχάμ είχε ήδη δημοσιεύσει μεγάλο μέρος αυτής της έρευνας πριν γίνει το NAZA. Στα άρθρα όμως το κέντρο ήταν οι πληροφορίες. Στην ταινία το κέντρο μετακινείται στους ανθρώπους που τις μεταφέρουν. Οι πηγές παύουν να υπάρχουν μόνο ως φορείς αποκαλύψεων και γίνονται οι ίδιες το αντικείμενο της κάμερας. Αυτό είναι που αλλάζει τα πάντα. Δεν ακούς μόνο τι συνέβη. Παρακολουθείς κάποιον να προσπαθεί να ζήσει με το γεγονός ότι ήταν εκεί όταν συνέβαινε. Και όσο μιλούν, έχεις την αίσθηση ότι η ίδια η μαρτυρία τούς αλλάζει. Εκεί βρίσκεται το σημείο όπου η δημοσιογραφική έρευνα συναντά το σινεμά: στις παύσεις, στο βλέμμα που απομακρύνεται, σε μια πρόταση που κόβεται πριν ολοκληρωθεί, στη σιωπή που μένει όταν έχει ειπωθεί κάτι που δεν παίρνεται πίσω.
Και ύστερα ήρθε η σιωπή της αίθουσας. Όταν άναψαν τα φώτα, για λίγα δευτερόλεπτα σχεδόν κανείς δεν σηκώθηκε. Δεν υπήρχε η συνηθισμένη βιασύνη να βρεις τα πράγματά σου, να κοιτάξεις το κινητό, να αρχίσεις αμέσως να λες αν σου άρεσε ή όχι η ταινία. Υπήρχε για δευτερόλεπτα μια παράξενη ησυχία πριν τα γνωστα συνθήματα συμπαράστασηςκαι, κοιτάζοντας τα πρόσωπα γύρω μου, έβλεπα προβληματισμό. Σαν να χρειαζόταν ο καθένας λίγο χρόνο πριν επιστρέψει στην κανονική του βραδιά.
Βγήκα από την αίθουσα χωρίς την αίσθηση ότι το NAZA μου είχε αποκαλύψει πως ο πόλεμος είναι φρικτός. Δεν χρειαζόμαστε καμία ταινία για να μάθουμε κάτι τέτοιο. Αυτό που κουβαλούσα ήταν πολύ πιο πεζό και γι’ αυτό περισσότερο ενοχλητικό: είχα μόλις παρακολουθήσει με ποιο τρόπο η φρίκη μπορεί να αποκτήσει κανονικό ωράριο εργασίας, να μπει σε μια βάση δεδομένων, να εμφανιστεί σε μια οθόνη, να πάρει έναν αριθμό και ένα ακρωνύμιο. Και μετά να τελειώσει η βάρδια, να ανάψουν τα φώτα της πόλης και όλοι να επιστρέψουν σπίτι.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







