Skip to main content
Θέατρο

Το ελληνικό θέατρο βραβεύει νέους σκηνοθέτες. Ποιος τους στηρίζει μετά;

Πέντε σκηνοθέτες, ένα νέο βραβείο και ένα παλιό πρόβλημα. Το ελληνικό θέατρο ξέρει να αναγνωρίζει το ταλέντο. Μπορεί όμως να του δώσει τη δυνατότητα να συνεχίσει;

theatro-technis

Πέντε νέοι δημιουργοί διεκδικούν το πρώτο Βραβείο Νέου Σκηνοθέτη του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν. Πίσω από τη διάκριση των 3.000 ευρώ βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: ποιος δίνει στους νέους καλλιτέχνες τη δυνατότητα να συνεχίσουν να δημιουργούν;

Το ελληνικό θέατρο ξέρει να ανακαλύπτει νέους δημιουργούς. Το δυσκολότερο είναι να τους κρατήσει. Τη Δευτέρα 26 Οκτωβρίου, το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν απονέμει για πρώτη φορά το Βραβείο Νέου Σκηνοθέτη. Πέντε άνθρωποι διεκδικούν μια διάκριση και 3.000 ευρώ. Την ίδια βραδιά θα παρουσιαστούν περισσότερες λεπτομέρειες για μια πρωτοβουλία που έχει πιθανότατα μεγαλύτερη σημασία: μια νέα θεατρική ομάδα θα αποκτήσει για έναν χρόνο έδρα στο θέατρο, με δυνατότητα έρευνας και δημιουργίας. Το βραβείο αναγνωρίζει όσα έχεις καταφέρει. Ο χώρος σου επιτρέπει να προσπαθήσεις ξανά.

Αυτή η διαφορά αξίζει να μας απασχολήσει περισσότερο από το όνομα που θα ακουστεί στην απονομή. Γιατί το πρόβλημα των νέων δημιουργών στην Ελλάδα δεν είναι ότι στερούνται ταλέντου ή φιλοδοξίας. Είναι ότι καλούνται να αποδείξουν την αξία τους σε μια αγορά όπου η καλλιτεχνική αναζήτηση πρέπει συχνά να συμβιβαστεί με την εμπορική επιτυχία, οι συνθήκες εργασίας παραμένουν δύσκολες και η επόμενη παραγωγή δεν είναι ποτέ εξασφαλισμένη.

Οι πέντε φετινές υποψηφιότητες προσφέρουν μια ενδιαφέρουσα εικόνα του θεάτρου που επιχειρεί να διαμορφώσει η νεότερη γενιά. Όχι επειδή οι δημιουργοί μοιράζονται κοινή αισθητική ή την ίδια αντίληψη για τη σκηνή. Μάλλον το αντίθετο. Διαλέγουν διαφορετικά υλικά, διαφορετικές θεατρικές γλώσσες και διαφορετικούς τρόπους να συνομιλήσουν με το κοινό.

Ο Παρείσακτος © Charalampos Ioannopoulos

Ο Κωνσταντίνος Αβράμης, με τον «Παρείσακτο», καταπιάνεται με τις μεταμοσχεύσεις καρδιάς. Ένα θέμα που δύσκολα θα φανταζόταν κάποιος ως πρώτη ύλη μιας θεατρικής παράστασης. Η προσέγγισή του αναζητά τη σχέση ανάμεσα στη φιλοσοφία, το σώμα και το συναίσθημα, δοκιμάζοντας τα όρια της συμβατικής αφήγησης. Η Σοφία Αντωνίου, στον «Άμλετ (machine)» συναντά τον Σαίξπηρ μέσα από τον Χάινερ Μύλλερ, επιχειρώντας μια σύγχρονη ανάγνωση της ιστορίας, της εξουσίας και της επανάληψης. Η επιλογή της Λωξάνδρας Λούκας στον ρόλο της Οφηλίας ανοίγει επιπλέον μια συζήτηση για τη συμπερίληψη και τις καθιερωμένες αντιλήψεις γύρω από τη θεατρική διανομή.

ΑΜΛΕΤ (machine) © Ανδρέας Κανελλόπουλος

Η Νοεμή Βασιλειάδου στρέφεται στην καθημερινότητα στις «Κλημεντίνες χωρίς κουκούτσι», με αφετηρία τη λαϊκή αγορά. Έναν τόπο που συνδυάζει το εμπόριο με τις ανθρώπινες σχέσεις, τη διαρκή κίνηση με την επανάληψη, το ατομικό με το συλλογικό. Η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου επιστρέφει στον Καρκαβίτσα και στη «Λυγερή», αναζητώντας μέσα σε ένα κείμενο του 19ου αιώνα ερωτήματα για τη γυναικεία αυτοδιάθεση που εξακολουθούν να μας αφορούν. Ο Δημήτρης Χαραλαμπόπουλος με το «Μα γκραν’ μα», ξεκινά από την απώλεια της γιαγιάς του και τη μετατρέπει σε αφορμή για μια σκηνική εξερεύνηση της μνήμης, της φθοράς και των οικογενειακών δεσμών.

Κλημεντίνες χωρίς κουκούτσι © Karol Jarek

Δεν γνωρίζουμε αν αυτές οι πέντε παραστάσεις θα αντέξουν στον χρόνο ούτε αν οι δημιουργοί τους θα καθορίσουν το αυριανό ελληνικό θέατρο. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να το αποφασίσει μια επιτροπή βραβείων. Η διαφορετικότητα των επιλογών τους δείχνει ότι το ενδιαφέρον υπάρχει και ότι η θεατρική δημιουργία εξακολουθεί να αναζητά νέους δρόμους, ακόμη και όταν οι συνθήκες δεν την ενθαρρύνουν.

Σε πρόσφατες συνεντεύξεις τους οι υποψήφιοι μίλησαν για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Η εμπορική πίεση, η ανάγκη για αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, η έλλειψη σταθερών χώρων και η οικονομική ανασφάλεια επανέρχονται με διαφορετικούς τρόπους στις απαντήσεις τους. Η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου συνδέει μάλιστα το πρόβλημα της επαγγελματικής στέγης με τη γενικότερη στεγαστική κρίση. Η παρατήρηση έχει σημασία. Για έναν νέο σκηνοθέτη, ένας χώρος δεν είναι απλώς η διεύθυνση στην οποία θα πραγματοποιηθούν οι πρόβες. Είναι η δυνατότητα να συγκροτήσει μια ομάδα, να εργαστεί χωρίς διαρκείς μετακινήσεις, να δοκιμάσει κάτι που δεν έχει έτοιμη εμπορική προοπτική.

Η Λυγερή ©Τheofilos Τsimas

Το ελληνικό θέατρο αγαπά να μιλά για τις νέες γενιές. Διοργανώνει φεστιβάλ, δημιουργεί αφιερώματα, ανακοινώνει πρωτοβουλίες και αναγνωρίζει νέους δημιουργούς. Όλα αυτά είναι χρήσιμα. Δεν αρκούν όμως από μόνα τους για να δημιουργήσουν διάρκεια. Μια καλή πρώτη παράσταση μπορεί να ανοίξει πόρτες. Μπορεί επίσης να αποδειχθεί μια μοναδική ευκαιρία, αν ο δημιουργός δεν καταφέρει να συγκεντρώσει ξανά τα χρήματα, τους συνεργάτες και τον χρόνο που χρειάζεται για την επόμενη.

Η νέα Σκηνή Νέων Δημιουργών του Θεάτρου Τέχνης επιχειρεί να απαντήσει σε μέρος αυτού του προβλήματος. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό της περιόδου 2026–2027, θα φιλοξενεί κάθε χρόνο μία παράσταση νέου δημιουργού, ενώ μια ομάδα θα έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί το θέατρο ως έδρα για έρευνα και καλλιτεχνικές δράσεις, με προοπτική παρουσίασης ενός έργου στο τέλος της σεζόν.

Μα γκραν’ μα ©Τheofilos Τsimas

Είναι μια πρωτοβουλία που αξίζει την προσοχή μας. Η πραγματική της αξία όμως θα κριθεί στις λεπτομέρειες. Θα συνοδεύεται η παραχώρηση χώρου από οικονομική υποστήριξη; Θα εξασφαλίζεται αμοιβή για τους συμμετέχοντες; Ποια θα είναι τα κριτήρια επιλογής και πόσος χρόνος θα δίνεται για ουσιαστική καλλιτεχνική έρευνα; Οι απαντήσεις έχουν μεγαλύτερη σημασία από οποιαδήποτε πανηγυρική ανακοίνωση. Ένας χώρος πρόβας είναι πολύτιμος. Αλλά το θέατρο χρειάζεται και ανθρώπους που μπορούν να πληρώνουν το ενοίκιό τους όσο εργάζονται μέσα σε αυτόν.

Το Θέατρο Τέχνης διαθέτει μια ιστορία που του επιτρέπει αλλά και του επιβάλλει να αναλαμβάνει τέτοιες πρωτοβουλίες. Από την ίδρυσή του το 1942, ο Κάρολος Κουν αντιμετώπισε τη θεατρική δημιουργία ως διαδικασία συνεχούς μαθητείας και καλλιτεχνικής αναζήτησης. Αυτή η παράδοση δεν διατηρείται μόνο με την αναγνώριση του παρελθόντος. Χρειάζεται να αποδεικνύει τη χρησιμότητά της στο παρόν.

Η απονομή της Δευτέρας θα αναδείξει έναν νικητή ή μία νικήτρια. Θα προσφέρει αναγνώριση, δημοσιότητα και μια οικονομική ενίσχυση που ασφαλώς δεν περισσεύει σε κανέναν νέο καλλιτέχνη. Θα είναι μια καλή βραδιά για το ελληνικό θέατρο. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν τελειώσει.

Γιατί το πρόβλημα των νέων σκηνοθετών δεν είναι η έλλειψη βραβείων. Είναι η δυσκολία να σχεδιάσουν την επόμενη παράστασή τους χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να ξαναχτίσουν από την αρχή τις συνθήκες της δουλειάς τους. Κι αν θέλουμε πραγματικά να μιλάμε για το μέλλον του ελληνικού θεάτρου, θα πρέπει κάποτε να πάψουμε να μετράμε μόνο πόσους δημιουργούς ανακαλύπτουμε και να αρχίσουμε να μετράμε πόσους βοηθάμε να συνεχίσουν.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;