Τα τραγούδια τους βρέθηκαν σε τεράστιες συλλογές δεδομένων για την εκπαίδευση τεχνητής νοημοσύνης. Η σύγκρουση που ξέσπασε στην Αυστραλία φέρνει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που αφορά κάθε δημιουργό: ποιος αποφασίζει για τη χρήση της δουλειάς του και ποιος εισπράττει την αξία της;
Το 1995 ο Nick Cave και η Kylie Minogue συνεργάστηκαν για το Where the Wild Roses Grow, ένα από τα πιο απροσδόκητα ντουέτα της δεκαετίας. Εκείνος είχε χτίσει έναν μουσικό κόσμο γεμάτο σκοτεινές ιστορίες, θρησκευτικές εμμονές και ανθρώπους που πάλευαν με τους δαίμονές τους. Εκείνη ήταν ήδη ένα από τα πιο λαμπερά πρόσωπα της ποπ. Η συνάντησή τους έμοιαζε απίθανη αλλά αποδείχθηκε εξαιρετικά επιτυχημένη. Τριάντα ένα χρόνια αργότερα τα ονόματά τους συναντιούνται ξανά σε μια ιστορία που κανένας από τους δύο δεν επέλεξε. Τα τραγούδια τους έχουν εντοπιστεί σε τεράστιες συλλογές δεδομένων που δημιουργήθηκαν για την εκπαίδευση τεχνητής νοημοσύνης.
Η υπόθεση επανήλθε στην επικαιρότητα στις 19 Οκτωβρίου, όταν ο Guardian δημοσίευσε τις καταγγελίες της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Μουσικών Εκδοτών (ICMP). Ο οργανισμός, που εκπροσωπεί μεγάλες μουσικές εταιρείες και χιλιάδες ανεξάρτητους εκδότες, υποστηρίζει ότι έργα Αυστραλών καλλιτεχνών έχουν χρησιμοποιηθεί για την εκπαίδευση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης χωρίς άδεια ή αποζημίωση. Επικαλείται, μεταξύ άλλων έρευνα η οποία αποκάλυψε μια συλλογή με περισσότερα από 12 εκατομμύρια μουσικά κομμάτια προερχόμενα από το YouTube. Ανάμεσά τους βρίσκονται τραγούδια του Cave και της Minogue, μαζί με έργα χιλιάδων άλλων δημιουργών.
Το πιο αποκαλυπτικό στιγμιότυπο αυτής της ιστορίας, ωστόσο, δεν ανήκει σε κανέναν από τους δύο διάσημους μουσικούς. Ανήκει στον Αυστραλό τραγουδοποιό Paul Dempsey, ο οποίος αναζήτησε τη μουσική του στη βάση δεδομένων που ανέδειξε η αμερικανική έρευνα. Βρήκε ολόκληρο τον κατάλογο των Something for Kate, του συγκροτήματος με το οποίο συνδέθηκε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του, καθώς και τις προσωπικές του ηχογραφήσεις. Μιλώντας στο Associated Press τον Ιούνιο, περιέγραψε την απογοήτευσή του. Οι συμφωνίες που είχε διαπραγματευτεί επί χρόνια με εταιρείες και συνεργάτες έμοιαζαν ξαφνικά να χάνουν το νόημά τους. Περισσότερο από την πιθανή οικονομική ζημιά, τον ενοχλούσε ότι κάποιος άλλος μπορούσε να αποφασίζει για τη χρήση της μουσικής του.
Αυτή η εμπειρία βρίσκεται στον πυρήνα της αντιπαράθεσης. Η παρουσία ενός τραγουδιού σε μια συλλογή δεδομένων δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι χρησιμοποιήθηκε για την εκπαίδευση συγκεκριμένου εμπορικού μοντέλου. Αποκαλύπτει όμως πόσο εύκολα η μουσική μιας ολόκληρης ζωής μπορεί να συγκεντρωθεί και να μετατραπεί σε υλικό διαθέσιμο για μηχανική επεξεργασία. Η ICMP παρουσίασε επιπλέον παραδείγματα στα οποία το Gemini της Google αναπαρήγαγε στίχους προστατευμένων τραγουδιών, μεταξύ άλλων του Cave και της Minogue. Τα ευρήματα δεν αποκαλύπτουν την ακριβή διαδρομή κάθε έργου μέσα στο σύστημα. Κάνουν ωστόσο ακόμη πιο πιεστική την απαίτηση για διαφάνεια.

Η σύγκρουση έχει ήδη περάσει από τα στούντιο και τα γραφεία των δισκογραφικών στο αυστραλιανό κοινοβούλιο. Η κυβέρνηση είχε απορρίψει το ενδεχόμενο μιας γενικής εξαίρεσης που θα επέτρεπε την εμπορική εκμετάλευση προστατευμένου περιεχομένου χωρίς προηγούμενη αδειοδότηση. Τώρα όμως επανεξετάζεται το νομοθετικό πλαίσιο. Ο επικεφαλής της ICMP υποστηρίζει ότι από 62 χώρες στις οποίες τέθηκαν αντίστοιχες προτάσεις, η Αυστραλία είναι η μόνη που φαίνεται διατεθειμένη να κινηθεί προς την κατεύθυνση που επιθυμούν οι τεχνολογικές εταιρείες. Η διαμάχη αφορά πλέον ένα πιθανό προηγούμενο με διεθνείς συνέπειες.
Οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης έχουν ένα διαφορετικό επιχείρημα. Για να αναπτύξουν προηγμένα μοντέλα χρειάζονται τεράστιες ποσότητες πληροφοριών. Η εξασφάλιση χωριστής άδειας για κάθε προστατευμένο έργο υποστηρίζουν ότι θα έκανε τη διαδικασία εξαιρετικά δύσκολη. Ο εκπρόσωπος της Anthropic δήλωσε σε αυστραλιανή κοινοβουλευτική ακρόαση ότι δεν είναι πρακτικά δυνατό να αδειοδοτηθεί ολόκληρο το διαδίκτυο. Η θέση αυτή περιγράφει μια πραγματική τεχνολογική δυσκολία. Δεν απαντά όμως στο ερώτημα γιατί η δυσκολία εξασφάλισης μιας άδειας θα έπρεπε να περιορίζει το δικαίωμα εκείνου που δημιούργησε το έργο.
Ο Nick Cave είχε τοποθετηθεί απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη πολύ πριν αποκτήσει η αντιπαράθεση τη σημερινή οικονομική της διάσταση. Το 2023, ένας θαυμαστής τού έστειλε στίχους που είχε δημιουργήσει το ChatGPT μιμούμενο τη γραφή του. Η απάντηση του Cave, μέσα από το The Red Hand Files, ήταν αφοπλιστική: «This song sucks». Η ενόχλησή του δεν περιοριζόταν στην ποιότητα των στίχων. Για τον ίδιο, ένα τραγούδι δεν είναι απλώς ένας συνδυασμός λέξεων και αναγνωρίσιμων μουσικών μοτίβων. Είναι αποτέλεσμα εμπειριών, αμφιβολιών και προσωπικών αναμετρήσεων που καμία στατιστική επεξεργασία δεν μπορεί να βιώσει. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με αυτή την αντίληψη για τη δημιουργία. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει συναρπαστικές δυνατότητες στη σύνθεση και την παραγωγή μουσικής. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν μια μηχανή μπορεί να δημιουργήσει κάτι που αξίζει να ακούσουμε. Είναι με ποιους όρους αποκτά πρόσβαση στη δουλειά των ανθρώπων από τους οποίους μαθαίνει. Και εδώ η αισθητική συζήτηση συναντά μια παλιά, γνώριμη οικονομική διαμάχη.
Η μουσική βιομηχανία δεν έχει ιδιαίτερους λόγους να παρουσιάζεται ως αθώος υπερασπιστής των δημιουργών. Η ιστορία της είναι γεμάτη άνισα συμβόλαια, συγκρούσεις για δικαιώματα και καλλιτέχνες που χρειάστηκε να παλέψουν για την αμοιβή τους. Μια συμφωνία ανάμεσα σε μια μεγάλη δισκογραφική και έναν τεχνολογικό κολοσσό δεν εγγυάται ότι ο ανεξάρτητος συνθέτης θα εισπράξει όσα δικαιούται. Γι’ αυτό το ζήτημα δεν εξαντλείται στο αν οι εταιρείες AI θα πληρώνουν τις μουσικές πολυεθνικές. Αφορά και το ποιος θα έχει πραγματικά τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται, να αρνείται και να προστατεύει τη δουλειά του.
Η συζήτηση αφορά άμεσα και την Ελλάδα. Ο ευρωπαϊκός AI Act προβλέπει υποχρεώσεις συμμόρφωσης με το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας και δημοσιοποίησης περιλήψεων του περιεχομένου που χρησιμοποιείται για την εκπαίδευση μοντέλων γενικής χρήσης. Στην Ελλάδα, η Αυτοδιαχείριση, ο οργανισμός που εκπροσωπεί τα πνευματικά δικαιώματα μουσικών δημιουργών, έχει ξεκαθαρίσει ήδη από το 2023 ότι οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να ζητούν άδεια προτού χρησιμοποιήσουν έργα του ρεπερτορίου της για την εκπαίδευση των συστημάτων τους, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει ο νόμος. Η πραγματική δοκιμασία, ωστόσο, βρίσκεται στην εφαρμογή αυτών των κανόνων. Πώς θα διαπιστώσει ένας Έλληνας μουσικός αν το έργο του χρησιμοποιήθηκε στην εκπαίδευση ενός μοντέλου; Και με ποια μέσα θα διεκδικήσει τα δικαιώματά του απέναντι σε μια εταιρεία που διαθέτει ασύγκριτα μεγαλύτερη οικονομική και νομική ισχύ;
Η μουσική βιομηχανία έχει περάσει περισσότερο από έναν αιώνα διαπραγματευόμενη την αξία ενός τραγουδιού. Πόσο κοστίζει να ακουστεί στο ραδιόφωνο, να χρησιμοποιηθεί σε μια διαφήμιση ή να μεταδοθεί εκατομμύρια φορές σε μια ψηφιακή πλατφόρμα. Η τεχνητή νοημοσύνη θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα: πόσο αξίζει ένα τραγούδι όταν δεν το ακούμε πια αλλά το χρησιμοποιούμε για να μάθει μια μηχανή να παράγει άλλα;
Η απάντηση θα καθορίσει πολύ περισσότερα από τα μελλοντικά έσοδα του Nick Cave ή της Kylie Minogue. Θα διαμορφώσει τους όρους με τους οποίους η ανθρώπινη δημιουργία θα συμμετέχει σε μια οικονομία που στηρίζεται όλο και περισσότερο πάνω της. Γιατί η τεχνολογία μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που παράγεται η μουσική. Δεν υπάρχει όμως κανένας αυτονόητος λόγος να αφαιρέσει από εκείνους που τη δημιουργούν το δικαίωμα να αποφασίζουν για την τύχη της.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







