Δεν θα θυμάμαι για πάντα τη σειρά των τραγουδιών που έπαιξε ο Nick Cave στην Πλατεία Νερού. Ούτε τα φώτα που άλλαζαν χρώμα πάνω από τους Bad Seeds, ούτε πόσα λεπτά κράτησε η συναυλία, ούτε καν πόσες φορές το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Αυτό που ξέρω ότι θα θυμάμαι για χρόνια είναι ένα κοντινό πλάνο στα μάτια του. Έγινε στο Into My Arms. Η κάμερα πλησίασε αργά το πρόσωπό του και, για λίγα δευτερόλεπτα, εξαφανίστηκε ο μύθος. Δεν υπήρχε ο άνθρωπος που εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους δημιουργούς της σύγχρονης μουσικής. Δεν υπήρχε ο σκοτεινός ποιητής του From Her to Eternity, ούτε ο αφηγητής των Murder Ballads. Υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος με θλιμμένα μάτια. Ένας πατέρας που έχει γνωρίσει μια μορφή απώλειας που δεν χωρά σε λέξεις και που έχει μάθει ότι η μουσική δεν υπάρχει για να σβήνει τον πόνο. Υπάρχει για να σου επιτρέπει να συνεχίζεις να ζεις μαζί του. Εκεί ένιωσα και εγώ έναν κόμπο στον λαιμό. Όχι επειδή άκουγα για ακόμη μία φορά ένα σπουδαίο τραγούδι, αλλά επειδή συνειδητοποίησα ότι όσα είχαν προηγηθεί τις προηγούμενες δυόμισι ώρες περίπου, οδηγούσαν ακριβώς σε αυτή τη στιγμή.

Η συναυλία είχε ξεκινήσει πολύ διαφορετικά. Με το Get Ready for Love και το Wild God, η Πλατεία Νερού μετατράπηκε αμέσως σε έναν χώρο γεμάτο ένταση και προσμονή. Οι Bad Seeds ακούγονταν τεράστιοι, οι φωνές της χορωδίας ύψωναν κάθε ρεφρέν σαν εκκλησιαστικό ύμνο και ο Nick Cave, με τη γραβάτα και το γνώριμο μαύρο κοστούμι του, κινούνταν αδιάκοπα από τη μία άκρη της σκηνής στην άλλη. Στο κέντρο αυτής της έκρηξης βρισκόταν ο Warren Ellis. Με το βιολί στο χέρι, τα μαλλιά να ανεμίζουν και το σώμα του να λυγίζει προς κάθε κατεύθυνση, έμοιαζε λιγότερο με μουσικό και περισσότερο με κάποιον που προσπαθούσε να δώσει μορφή σε κάτι αόρατο. Υπήρχαν στιγμές που ο Cave γύριζε και τον κοιτούσε χαμογελώντας, σαν δύο άνθρωποι που έχουν διανύσει τόσο μεγάλη διαδρομή μαζί ώστε δεν χρειάζονται πια λέξεις για να συνεννοηθούν. Οι Bad Seeds δεν συνόδευαν τον Nick Cave. Ανέπνεαν μαζί του.

Κι όμως, όσο περνούσε η ώρα, καταλάβαινα ότι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της βραδιάς δεν βρισκόταν ούτε στον ήχο ούτε στην παραγωγή. Βρισκόταν στα χέρια. Ο Nick Cave δεν σταματούσε να κατεβαίνει προς την άκρη της σκηνής. Έπιανε τα χέρια των ανθρώπων της πρώτης σειράς, έμενε μαζί τους λίγο περισσότερο απ’ όσο επιβάλλει η συναυλιακή ευγένεια, τους κοιτούσε στα μάτια και προχωρούσε στον επόμενο. Σε μια στιγμή άφησε έναν στίχο να αιωρείται για να κρατήσει λίγο ακόμη την παλάμη ενός θεατή. Δεν έμοιαζε με σκηνοθετημένη χειρονομία. Έμοιαζε με ανάγκη. Σκέφτηκα αμέσως πόσο παράξενο είναι αυτό σήμερα.
Διάβασε και αυτό από το Black Book:
Ζούμε στην εποχή της μεγαλύτερης ψηφιακής επικοινωνίας στην ιστορία και ίσως της μικρότερης ανθρώπινης επαφής. Στις περισσότερες συναυλίες υψώνονται πρώτα τα κινητά και ύστερα τα χέρια. Χθες συνέβη το αντίθετο. Κοίταξα γύρω μου και, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ένιωσα ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τα τηλέφωνά τους για να κρατήσουν μια ανάμνηση και όχι για να αντικαταστήσουν την εμπειρία. Ο Cave δεν ζητούσε αποθέωση. Αναζητούσε επαφή.

Η συναυλία εξελισσόταν σαν μια μεγάλη αφήγηση. Η σκοτεινή ένταση του Red Right Hand, η αδυσώπητη δύναμη του The Mercy Seat, η σχεδόν λυτρωτική ομορφιά του Bright Horses και η εσωτερικότητα του City of Refuge δεν έμοιαζαν με στάσεις σε ένα επιτυχημένο setlist. Έμοιαζαν με κεφάλαια της ίδιας ιστορίας. Μιας ιστορίας για έναν άνθρωπο που πέρασε μέσα από το σκοτάδι, χωρίς να επιτρέψει στο σκοτάδι να γίνει η μοναδική του ταυτότητα. Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος καλλιτέχνης που να έχει μεταμορφώσει τόσο ριζικά την προσωπική του τραγωδία σε κάτι που λειτουργεί ως παρηγοριά για τους άλλους. Ο Nick Cave δεν υπόσχεται ότι όλα διορθώνονται. Δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Στέκεται απέναντί σου και μοιάζει να λέει κάτι πολύ πιο δύσκολο και πολύ πιο αληθινό. Υπάρχουν πληγές που δεν κλείνουν ποτέ, αλλά δεν χρειάζεται να τις κουβαλάς μόνος.
Όταν έφτασε η ώρα του Into My Arms η Πλατεία Νερού είχε πάψει να θυμίζει συναυλιακό χώρο. Χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούσαν σχεδόν ψιθυριστά χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουν τίποτα. Για λίγα λεπτά δεν υπήρχε απόσταση ανάμεσα στη σκηνή και στο κοινό. Υπήρχαν μόνο άνθρωποι που μοιράζονταν το ίδιο τραγούδι. Έφυγα από την Πλατεία Νερού χωρίς να αισθάνομαι ότι είχα δει έναν θρύλο της μουσικής. Έφυγα με την αίσθηση ότι, για δυόμισι ώρες, βρέθηκα σε έναν χώρο όπου χιλιάδες άγνωστοι θυμήθηκαν πως η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία. Είναι ο πιο ανθρώπινος τρόπος να συναντιόμαστε.







