Είναι καθηγητής υπολογιστικής γλωσσολογίας, ερευνητής στον τομέα της ΑΙ, συγγραφέας, ντράμερ και από τα Γρεβενά. Και μπορείς να μιλάς μαζί του με τις ώρες.
Το πρώτο βιβλίο του Στέργιου Χατζηκυριακίδη που έπεσε στα χέρια μου ήταν η συλλογή διηγημάτων του «Ιστορίες κοινής λογικής και λίγης θλίψης», εκδόσεις Νήσος, με ένα μπουκάλι χλωρίνης στο εξώφυλλο. «Πολύ ωραίος τίτλος», σκέφτηκα και ξεκίνησα να διαβάζω. 16 διηγήματα μετά κατάλαβα ότι ο Χατζηκυριακίδης έχει συμπυκνώσει στις 166 σελίδες του βιβλίου τη συλλογική θλίψη που βιώνει η ελληνική κοινωνία αφήνοντας όμως χώρο και για το γελοιότητα του παραγκωνισμού της κοινής λογικής, σε αυτή τη χώρα. Δεν είναι εύκολο να γίνεσαι τόσο εσωτερικός στη γραφή και να αναβλύζεις συναίσθημα χωρίς να παραδίδεσαι ούτε στιγμή στο μελό και ταυτοχρόνως να ισορροπείς με επιτυχία πάνω στο τεντωμένο σχοινί μεταξύ πίκρας και γέλιου.
Αυτή την περίοδο διαβάζω το «Γκρόβερ», το πρώτο του μυθιστόρημα, και γελάω δυνατά στο τρόλεϊ 4. Δεν πειράζει, το πολύ πολύ κάποιοι επιβάτες γύρω μου να καταλάβουν ότι η ανάγνωση ενός βιβλίου μπορεί να είναι μια πολύ, πολύ διασκεδαστική υπόθεση.
Αυτός είναι ο Στέργιος Χατζηκυριακίδης με δικά του λόγια:
Γεννήθηκα στα Γρεβενά το 1980. Δεν ήταν παιδικό μου όνειρο να γίνω γλωσσολόγος, ούτε καν φιλόλογος. Σε κάποια φάση μάλιστα είχα παρατήσει τη φάση με τις πανελλήνιες, γιατί ήθελα να γίνω μουσικός. Ήμουν περίπτωση «τα παίρνει τα γράμματα» δηλαδή ήμουν καλός σε όλα τα μαθήματα αλλά δεν είχα ενδιαφέρον για κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Όταν στο γυμνάσιο ανακάλυψα τη μουσική ως ντράμερ σκέφτηκα ότι αυτό θέλω να σπουδάσω.

Όταν πήγα στη Θεσσαλονίκη για το πτυχίο jazz τυμπάνων στον Νάκα έμαθα ότι για αυτό το πράγμα δεν δίνουν αναβολή στράτευσης. Οπότε έδωσα πανελλήνιες και πέρασα στη Φιλολογία, γιατί ήθελα να πάρω αναβολή από τον στρατό. Ήμουν κακός φοιτητής, δηλαδή φαντάσου για πρώτη φορά πάτησα στη σχολή Μάη μήνα. Όμως έπεσα πάνω σε ένα μάθημα γλωσσολογίας και κόλλησα γιατί η γλωσσολογία έχει σε κάποιο βαθμό σύνδεση με τα μαθηματικά που πάντα μου άρεσαν. Έτσι σιγά σιγά είπα ότι θα τελειώσω τη Σχολή και με τον καιρό η γλωσσολογία πέρασε πάνω από τη μουσική.
Το 2005 έφυγα στο Λονδίνο για να κάνω μεταπτυχιακό στο King’s College στην υπολογιστική γλωσσολογία και κατόπιν το διδακτορικό μου μέχρι το 2010. Μέχρι το 2014 έκανα το post-doc μου στο Royal Holloway, πάλι στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Τώρα είναι πολύ hot η υπολογιστική γλωσσολογία αλλά τότε στο τμήμα του μεταπτυχιακού ήμασταν δύο άτομα όλα κι όλα. Αν και ήμουν υπότροφος δούλευα ταυτοχρόνως ως μουσικός σε μπουζούκια στο Λονδίνο, τις λεγόμενες και μπουζουκλερί. Είχα ήδη δουλέψει στη Θεσσαλονίκη στο Πλατώ -μια θρυλική μουσική σκηνή της Θεσσαλονίκης από όπου είχε ξεκινήσει ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, η Μελίνα Κανά και άλλοι σημαντικοί του λεγόμενου έντεχνου- αλλά και σε κλασικά ροκάδικα της πόλης όπως ο Παπαγάλος. Η δουλειά αυτή και τα χρήματα της υποτροφίας μου εξασφάλιζαν μια καλή ζωή στο Λονδίνο.

Τα μπουζούκια του Λονδίνου, λόγω της απόστασης από την Ελλάδα, έχουν αποκτήσει μια δική τους ταυτότητα. Εκεί για πολλά χρόνια σύχναζαν πολύ πλούσιοι πελάτες και γόνοι γνωστών οικογενειών. Εγώ την πέτυχα οριακά αυτή τη φάση γιατί ήταν η περίοδος που είχαν φύγει από εκεί οι μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες. Δούλευα στο «Αριζόνα», ένα από τα 5-6 μπουζούκια που λειτουργούσαν τότε στο Λονδίνο. Ήταν Marylebone Road με Baker Street γωνία (περίπου). Ήταν το μοναδικό μαγαζί που είχε άδεια να παίζει μουσική μέχρι τις 6 το πρωί σε όλα το West End. Το πρόγραμμα ήταν ελεύθερο, οι τραγουδιστές ήταν τρομερά έμπειροι με ρεπερτόριο 10.000 τραγουδιών και βάλε, μεταξύ αυτών ο μακαρίτης πια Χάρης Γαλανός, που ήταν τρομερός τύπος. Έζησα μεγαλεία εκεί μέσα, όλο το μεταπτυχιακό μου στο «Αριζόνα» το πέρασα. Κάποιους μπορεί να τους χαλάει αυτή η αισθητική, εμένα όχι γιατί θεωρώ ότι ο καθένας βλέπει αυτό που θέλει να δει. Το ενδιαφέρον είναι ότι στη νύχτα -ειδικά όταν έχεις πιεί- εξισώνονται όλοι ανεξαρτήτως τάξης. Για λίγη ώρα γίνεται βέβαια αυτό, μετά ο καθένας γυρνάει σπίτι του, γυρνάει στη ζωή του. Κάποια στιγμή θα τις γράψω τις ιστορίες από τα μπουζούκια, αξίζουν ένα βιβλίο μόνες τους.
Επέλεξα το μεταπτυχιακό της υπολογιστικής γλωσσολογίας γιατί με ενδιέφερε η διάδραση γλωσσολογίας και μαθηματικών δηλαδή το πώς χρησιμοποιείς μαθηματικά μοντέλα για να πεις κάποια πράγματα για τη γλώσσα είτε σε στατιστικό είτε σε άλλο επίπεδο. Αυτό ονομάζεται τυπική γλωσσολογία, δηλαδή το να χρησιμοποιείς τυπικές μεθόδους στη γλωσσολογία. Η υπολογιστική γλωσσολογία είναι μαζί τα πορίσματα της πληροφορικής και τα πορίσματα της γλωσσολογίας, σε πιο πρακτικό και εκλαϊκευτικό επίπεδο το πώς θα κάνεις έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή να «κατανοήσει» τη φυσική γλώσσα.
Η γλώσσα είναι αποκλειστική ιδιότητα του είδους μας. Δεν υπάρχει άλλο είδος με τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης γλώσσας. Κι αν υπάρχει κάτι τρομακτικό στα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα είναι ακριβώς αυτό: ότι έρχονται και σπάνε αυτή τη μοναδικότητα. Δεν μπορείς να μην δεις ότι τα LLMs έχουν εξομοιώσει σε κάποιο βαθμό την ανθρώπινη γλώσσα και δεν κατανοούμε ακόμα πλήρως το πώς το έχουν επιτύχει αυτό. Νομίζω ότι το πιο δύσκολο πράγμα που έχουν καταφέρει τα μοντέρνα LLMs είναι η ικανότητά τους να μπορούν να συνδιαλέγονται μέσα σε ένα πλαίσιο. Ακόμη και μια στοιχειώδη κουβέντα να μπορεί να κάνει το σύστημα, που πλέον μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα, το θεωρώ τεράστιο επίτευγμα.

Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα είναι φτιαγμένα για να είναι πειθήνια, όμως αυτό δεν έχει να κάνει με την ίδια την αρχιτεκτονική τους αλλά με το πώς έχει αυτή πλαισιωθεί και δοθεί στον κόσμο. Δεν γίνεται να σου δώσουν ένα μοντέλο που θα σε βρίζει, γιατί δεν θα ήταν επικερδές. Ακόμη κι αν του δώσεις ένα paper και του ζητήσεις να γίνει σκληρός κριτής, θα το κάνει, αλλά αν μετά του πεις ότι άλλαξες γνώμη τότε θα αρχίσει σιγά σιγά να συμφωνεί μαζί σου. Παρότι τα νεότερα μοντέλα έχουν βελτιωθεί ως προς αυτό, η τάση προς συμμόρφωση παραμένει έντονη.
Γίνεται μια συζήτηση τελευταία ότι είναι άχρηστα τα LLMs αλλά πρέπει να είσαι βλάκας για να το πιστεύεις αυτό. Ξέρουμε ότι δεν είναι άχρηστα όπως ξέρουμε ότι έχουν και πολλά προβλήματα. Για εμένα τα μοντέλα αυτά θα έπρεπε να είναι κτήμα της ανθρωπότητας γιατί συγκεντρώνουν τη κοινή γνώση της, αν και η δημιουργία τους απαίτησε τεράστιους υπολογιστικούς πόρους, γεγονός που καθιστά το ζήτημα της ιδιοκτησίας πιο σύνθετο. Θεωρώ λοιπόν ότι θα πρέπει να ανήκουν σε όλους και όχι σε εταιρείες. Θα πρέπει να έχουμε ελεύθερη πρόσβαση και γνώση στο τι έχουν «δει» και στο πώς έχουν εκπαιδευτεί. Ακόμη και για εμάς τους επαγγελματίες ειδικούς τα μοντέλα της OpenAI είναι κλειστά, ξέρουμε πάνω κάτω πώς λειτουργούν γιατί έχουν όλα παρόμοια αρχιτεκτονική, αλλά δεν μας επιτρέπεται να ξέρουμε τι έχουν διαβάσει, ούτε πώς έχουν εκπαιδευτεί. Αυτό για εμένα είναι το μεγάλο ζήτημα, γιατί αν το αφήσουμε το σύστημα όπως έχει θα μείνει στα χέρια λίγων ανθρώπων. Το Claude, για παράδειγμα, που χρησιμοποιώ αρκετά εγώ μπορείς να το έχεις δωρεάν, με 20 ευρώ το μήνα ή με 110. Η διαφορά αφορά κυρίως τα όρια χρήσης και την πρόσβαση στα ισχυρότερα μοντέλα, κάτι που στην πράξη δημιουργεί δύο εντελώς διαφορετικές εμπειρίες.
Το κοινό δεν είναι καθόλου εκπαιδευμένο ως προς τα LLMs. Οι περισσότεροι το χρησιμοποιούν ως μηχανή αναζήτησης για να βρίσκουν συνταγές. Μια χαρά ωραίες είναι και οι συνταγές όμως οι δυνατότητές τους είναι πολύ, μα πολύ περισσότερες. Ειδικά για κάποιους επιστημονικούς κλάδους η αξία τους είναι τεράστια γιατί μπορούν να επεξεργαστούν δεδομένα με τρομερή ταχύτητα και να κερδίσεις άπειρο χρόνο. Μπορεί όμως και να χάσεις χρόνο, γιατί αν τα LLMs πάρουν μια «λάθος στροφή», πράγμα που συμβαίνει, αν δεν το καταλάβεις γιατί δεν ξέρεις πώς λειτουργούν τότε σίγουρα θα καταστραφείς. Υπάρχουν περιπτώσεις που εταιρείες απέλυσαν υπαλλήλους και ανέθεσαν τη δουλειά τους σε συστήματα ΑΙ, όμως την πάτησαν γιατί η ΑΙ δεν ήταν ακόμη έτοιμη για αυτά που της ανατέθηκαν, την πλήρη αυτοματοποίηση δηλαδή χωρίς έλεγχο.

Το Γκρόβερ, το πρώτο μου μυθιστόρημα, άρχισα να το γράφω μία ημέρα μετά τον θάνατο του Γρηγορόπουλου. Το χρονολόγιο του μυθιστορήματος από τον Δεκέμβριο του 2008 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2016 ταυτίζεται με το χρονολόγιο της γραφής του. Τον Δεκέμβριο του 2008 ήμουν στο Λονδίνο, ήταν μια εποχή που η παρέα μου κι εγώ ήμασταν κινηματικοί. Καθώς κατέγραφα απλώς τα γεγονότα και τις καταστάσεις που ζούσαμε εκείνες τις ημέρες, σε κάποια φάση άρχισα να σκέφτομαι ότι όλο αυτό μπορεί να αυτονομηθεί από την πραγματικότητα και να γίνει μυθιστόρημα. Το 2016 το ολοκλήρωσα και αποφάσισα να το στείλω σε εκδοτικούς. Ήμουν στη Σουηδία τότε, δεν είχα ιδέα τι συμβαίνει εκδοτικά στην Ελλάδα και ο Φώτης Δούσος, που ήταν φίλος μου από τότε, μου έστειλε μια λίστα με καμιά 50αριά ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, με σχόλια από δίπλα. Ο Μανώλης Δεληγιαννάκης από τον Δίαυλο απάντησε θετικά και το προχωρήσαμε. Ο Μανώλης είχε σπουδάσει cybernetics, πεδίο συγγενικό με το ΑΙ στα 70ς. Ίσως γι’αυτό δεν ενοχλήθηκε από ζητήματα ύφους που θα ενοχλούσαν έναν τυπικό αναγνώστη, όπως ότι στο κείμενο είχα πολλές εγκιβωτισμένες παρενθέσεις (μέχρι και βάθος 7 σε ένα σημείο) επηρεασμένος από τις γλώσσες προγραμματισμού και την τυπική λογική. Έχει επίσης τόσες πολλές βρισιές που η μάνα μου όταν το διάβασε με πήρε τηλέφωνο και μου είπε «Πες τους να μην το εκδώσουν, δεν είναι πράγματα αυτά. Επιστήμονας είσαι εσύ;». Όταν βέβαια κατάλαβε ότι ο κόσμος δεν το βλέπει έτσι και δεν σε ταυτίζει απαραίτητα με τον τρόπο που μιλάνε οι ήρωες στα μυθιστορήματά σου, τότε κάπως ηρέμησε. Τα διηγήματά μου της αρέσουν κιόλας.
Το 2021 γύρισα στην Ελλάδα για να διδάξω στο τμήμα Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Υποχρηματοδότηση υπάρχει έτσι κι αλλιώς σε όλους τους επιστημονικούς τομείς -ενώ από επιστήμονες είμαστε σε πολύ καλό επίπεδο. Η δική μου περίπτωση είναι λίγο ιδιαίτερη γιατί κάνω έρευνα στην ΤΝ που είναι ακριβό σπορ και απαιτεί πολλή χρηματοδότηση και το κάνω σε τμήμα Φιλολογίας, που είναι και υποχρηματοδοτούμενο αλλά και δεν υπάρχει ι συναίσθηση (γιατί δεν είναι το πεδίο τους) για το τι χρειάζεται ένας ερευνητής στην ΤΝ. Η μόνη μας διέξοδος είναι η εξωτερική χρηματοδότηση, αλλιώς τα πράγματα είναι από δύσκολα έως δραματικά. Έχω μιλήσει επανειλημμένα για αυτά τα προβλήματα. Όχι ότι έχω καταφέρει κάτι, πέρα από το να δημιουργήσω αντιπάθειες σε ανθρώπους που είναι κάπως σε νευραλγικά πόστα στο πανεπιστήμιο και παίρνουν τέτοια παράπονα προσωπικά. Μάλλον γραφικός έχω καταντήσει, ή καλύτερα έτσι θέλουν να με παρουσιάζουν, ως κάποιον γραφικό που απλώς γκρινιάζει. Εγώ είμαι υπέρ της γκρίνιας, θεωρώ ότι δεν έχει απαραίτητα αρνητικό πρόσημο το να γκρινιάζεις ή το ότι απαραίτητα κάποιος που γκρινιάζει, δεν κάνει κινήσεις για να φτιάξει αυτό για το οποίο γκρινιάζει. Πιστεύω μάλιστα ότι είναι και ένας ωραίος τρόπος να εξουδετερώσεις οποιοδήποτε είδος αντίδρασης, βαφτίζοντάς την γκρίνια.
Η συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες κοινής λογικής και λίγης θλίψης» είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο μου. Είχα εκδώσει το 2021 τη συλλογή διηγημάτων «Βατσ’νιές» που είχαν ξεκάθαρο βαλκανικό χαρακτήρα. Τα τωρινά διηγήματα έχουν και κάποιο αστικό χαρακτήρα, είναι «αθηνέζικα» όπως λέω εγώ. Στο μυαλό μου τα Βαλκάνια είναι μέχρι τα Τρίκαλα, πιο κάτω αλλάζουν τα πράγματα.
Πολλά από τα πρόσωπα των διηγημάτων μου είναι αληθινά. Συνήθως το κεντρικό συμβάν της κάθε ιστορίας είναι κάτι που έχει συμβεί, και είτε το έχω ζήσει εγώ είτε το έχω ακούσει. Η δική μου δουλειά είναι να χτίσω γύρω από αυτό το συμβάν. Πολλά από αυτά τα ακούω το βράδυ, πίνοντας οπότε σημειώνω απευθείας το ρεζουμέ ώστε να το θυμάμαι την επόμενη ημέρα και να αρχίζω να το δουλεύω.
Τα τελευταία γραπτά μου είναι πιο πικρά από τα παλιότερα. Δεν σου κρύβω ότι δεν έχω συμφιλιωθεί με την επιστροφή μου στην Ελλάδα. Όταν είσαι μετανάστης έχεις το μειονέκτημα ότι είσαι πάντα ξένος, όσα χρόνια και να περάσουν. Όμως ταυτοχρόνως το να είσαι μετανάστης έχει το καλό ότι δεν καταλαβαίνεις τι ακριβώς γίνεται, όσο καλά κι αν μάθεις τη γλώσσα δεν καταλαβαίνεις τα κρυφά νοήματα πίσω από τις λέξεις και το συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο πίσω από αυτές τις λέξεις. Αυτή η άγνοια σε ένα βαθμό σε προστατεύει. Όταν επιστρέφεις στη χώρα σου αρχίζεις πάλι να καταλαβαίνεις τι γίνεται κι αυτό μπορεί να σου προκαλέσει θλίψη.
Photo: Παναγιώτης Γιαννούτσος / taph team
Info: Η συλλογή διηγημάτων του Στέργιου Χατζηκυριακίδη «Ιστορίες κοινής λογικής και λίγης θλίψης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος.





